Σκοποί

Την 1η Ιανουαρίου 2015 ιδρύθηκε το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (ΚΕΑΕ) με τη μορφή Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας με βασικούς στόχους

  • τη χρηματοδότηση της έρευνας στις ανθρωπιστικές επιστήμες σε διάφορα επίπεδα,
  • τη διατύπωση μιας ατζέντας για την πολυσχιδή σημασία των ανθρωπιστικών επιστημών,
  • τη διεξαγωγή δημόσιας συζήτησης για τα αποτελέσματα των ερευνών,
  • την περαιτέρω διάδοση και διάχυση των ερευνητικών αποτελεσμάτων προς την επιστημονική κοινότητα και στο ευρύ κοινό,
  • τη δημιουργία ενός χώρου για την ανάδειξη νέων ερευνητικών τάσεων και θεωρητικών αναζητήσεων οι οποίες ήδη συζητιούνται στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα,
  • τη στενή συνεργασία με αντίστοιχα Κέντρα και Ινστιτούτα διεθνώς.

Ο θεμέλιος λίθος για μια καλά οργανωμένη ερευνητική και αναπτυξιακή στρατηγική είναι η δυνατότητα παροχής διευρυμένων ερευνητικών ευκαιριών σε διακεκριμένους νέους επιστήμονες κατόχους διδακτορικών τίτλων. Πρόκειται για μια σχεδόν αξιωματική παραδοχή, οι λεπτομέρειες της οποίας επαναξιολογούνται και επαναπροσδιορίζονται διαρκώς από φορείς χάραξης ερευνητικής πολιτικής παγκοσμίως. Επιστήμονες που έχουν ολοκληρώσει το διδακτορικό τους και επιθυμούν να συνεχίσουν την ερευνητική τους δραστηριότητα, θα έπρεπε να έχουν αυτή τη δυνατότητα υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, πως οι αιτήσεις τους θα πληρούν αυστηρά και απαιτητικά κριτήρια αξιολόγησης. Μια τέτοια στρατηγική εφαρμόζεται ήδη στις φυσικές επιστήμες καθώς και στις επιστήμες της υγείας και της βιολογίας, ενώ σε ένα βαθμό συναντάται και σε κάποιες από τις κοινωνικές επιστήμες. Αντιθέτως, οι δυνατότητες άντλησης χρηματοδότησης για τις ανθρωπιστικές επιστήμες μειώνονται προοδευτικά όλο και περισσότερο.

Δυστυχώς, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ήδη πενιχρά ποσοστά χρηματοδότησης των ανθρωπιστικών επιστημών λειτουργούν ως άλλοθι για την περαιτέρω μείωσή τους. Πολλοί επιστήμονες (προερχόμενοι όχι μόνο από τις ανθρωπιστικές επιστήμες) έχουν σημειώσει αυτόν τον κίνδυνο και τονίζουν πως αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, τότε οι επιδράσεις θα είναι δυσμενείς όχι μόνο για το μέλλον των ανθρωπιστικών επιστημών, αλλά και για τη λειτουργία των πανεπιστημίων, καθώς επίσης και για τη συγκρότηση των αξιακών δομών στα οποία στηρίζονται οι σύγχρονες κοινωνίες. Ενδεικτικό των ανησυχιών της ερευνητικής κοινότητας διεθνώς είναι το κύριο άρθρο του περιοδικού Nature την 1η Ιανουαρίου 2015 με τίτλο «Time for the Social Sciences», όπου όλα σχεδόν τα επιχειρήματα που αναδεικνύονται στο άρθρο θα μπορούσαν να ισχύουν και για τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Πρέπει να σημειωθεί πως το αίτημα για χρηματοδότηση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά αποτελεί ανάγκη για την υποστήριξη σημαντικών παραδόσεων της (ακαδημαϊκής) κουλτούρας μας, με έμφαση στην αναδιατύπωση ζητημάτων που αφορούν θέματα ανεκτικότητας, αναστοχασμού, κριτικής σκέψης, και διεπιστημονικότητας.

Η ενθάρρυνση της έρευνας στις ανθρωπιστικές επιστήμες αποτελούσε πάντα μια ιδιαίτερα σημαντική ευρωπαϊκή παράδοση. Βέβαια, στη σημερινή εποχή αυτό δεν είναι τόσο οφθαλμοφανές, παρά το γεγονός πως υπάρχουν ακόμα φορείς που υποστηρίζουν οικονομικά την έρευνα στις ανθρωπιστικές επιστήμες: οι υποτροφίες Marie Curie και οι χορηγίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας, τα Ευρωπαϊκά Προγράμματα-Πλαίσια, αλλά και άλλοι φορείς όπως το National Endowment for the Humanities και το Mellon Foundation στις Η.Π.Α., το Arts and Humanities Research Council στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Max Planck Gesellschaft στη Γερμανία, το Centre National de la Recherche Scientifique στη Γαλλία. Υπάρχουν και άλλοι, μικρότεροι δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς που επίσης συνεισφέρουν σε αυτή την τάση χρηματοδότησης. Σε γενικές γραμμές, παρ’ όλ’ αυτά,  το ποσοστό χρηματοδότησης ελαττώνεται, έχοντας ως αποτέλεσμα την έντονη αμφισβήτηση της νομιμότητας, της σπουδαιότητας και του κύρους των ανθρωπιστικών επιστημών.

Όπως είναι φυσικό, η έλλειψη στρατηγικών δημοσιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων, καθώς επίσης και ερευνητικά αποτελέσματα με αμφίβολη ποιότητα αποτελούν μια ενδημική αδυναμία των ανθρωπιστικών επιστημών. Παρ’ όλο που υπάρχουν πολλές ενδείξεις πως οι ερευνητές προσπαθούν να αντιμετωπίσουν αυτές τις αρνητικές καταστάσεις, χρειάζεται ακόμα να γίνει πολλή δουλειά σε αυτό το μέτωπο. Πάντως, σε αντίθεση με αυτό το δυσμενές πλαίσιο και τα προβλήματα που τις στοιχειώνουν, οι ανθρωπιστικές επιστήμες έχουν επανειλημμένα αποδείξει πως αποτελούν δομικό στοιχείο για την παιδεία των πολιτών σύμφωνα με τις αρχές του Διαφωτισμού, για την εκπαίδευση των διδασκόντων, για την ευρύτερη κοινωνική συνοχή στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας, για τις συζητήσεις ως προς το παρελθόν των κοινωνιών, για το άνοιγμα νέων ερευνητικών οριζόντων.

Στην Ελλάδα σήμερα δεν παρατηρείται μία συστηματική προσπάθεια να διαμορφωθούν ή να αξιολογηθούν στρατηγικές για το μέλλον των ανθρωπιστικών επιστημών και, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν παρατηρούνται ούτε κάποιες συντονισμένες προσπάθειες να χρηματοδοτηθούν ερευνητικές δραστηριότητες στους τομείς των ανθρωπιστικών επιστημών. Πρόκειται για μια κατάσταση σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη από την οικονομική κρίση, δεδομένου πως η υποχρηματοδότηση υπήρχε και προγενέστερα. Την ίδια στιγμή, νέα και πολυάριθμα διδακτορικά εξαιρετικής ποιότητας ολοκληρώνονται κάθε χρόνο από Έλληνες φοιτητές που σπουδάζουν είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό. Αν δεν αντιμετωπιστεί σύντομα το πρόβλημα της σχεδόν ανύπαρκτης χρηματοδότησης, ολοένα και περισσότεροι ερευνητές θα αποθαρρύνονται από το να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Έτσι, δεν θα ήταν παράλογο να υποστηριχτεί πως υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να υπονομευτεί δραματικά ο ρόλος των ανθρωπιστικών επιστημών, κάτι που θα επιφέρει απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον της ίδιας της κοινωνίας μας. Η ίδρυση του Κέντρου Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες στοχεύει να αντιμετωπίσει τουλάχιστον κάποια από αυτά τα προβλήματα.