Research Centre for the Humanities (RCH)
EN / ΕΛ
Research Centre for the Humanities (RCH)

Νέα & Δραστηριότητες

Ανακοίνωση αποτελεσμάτων Δημόσιας Πρόσκλησης για χρηματοδότηση ερευνών για το έτος 2018

4 Δεκεμβρίου 2017

Το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (ΚΕΑΕ) έχει τη χαρά να ανακοινώσει τα αποτελέσματα της 3ης Δημόσιας Πρόσκλησης για την υποβολή ερευνητικών προτάσεων προς χρηματοδότηση για το έτος 2018.

Οι ερευνητικές προτάσεις που θα χρηματοδοτηθούν από το ΚΕΑΕ είναι οι εξής (σε αλφαβητική σειρά με βάση το επώνυμο του αιτούντος και οργανωμένες ανά κατηγορία ένταξης):

 

ΜΕΤΑΔΙΔΑΚΤΟΡΕΣ

  • Κωνσταντίνος Γκοτσίνας, Διδάκτωρ Ιστορίας, École des Hautes Études en Sciences Sociales

ΤΙΤΛΟΣ: «Ένα τελευταίο ποτήρι; Αλκοόλ και αντιαλκοολισμός στην Ελλάδα (1870-1940)»

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Η παρούσα μεταδιδακτορική έρευνα έχει ως αντικείμενο τη διάδοση του αλκοόλ και την ανάδυση της έννοιας του αντιαλκοολισμού στην ελληνική κοινωνία. Ως αφετηρία της παίρνει τη δεκαετία του 1870, κατά την οποία η αμπελοκαλλιέργεια πολλαπλασιάζεται θεαματικά στην Ελλάδα, διευρύνεται η συστηματική εγχώρια ποτοποιία και καταγράφεται αύξηση της κατανάλωσης του αλκοόλ. Ως καταληκτικό σημείο η μελέτη έχει τη δεκαετία του 1930, όταν τα κείμενα κατά του αλκοόλ πληθαίνουν και τα επιχειρήματα του σχετικού διαλόγου αποκρυσταλλώνονται.

Σκοπός της έρευνας είναι να καταγράψει την ιστορία των αλκοολούχων ποτών σε μια περίοδο που αυτά διεισδύουν στον δημόσιο χώρο και τις καταναλωτικές συνήθειες, να αναζητήσει τις ποικίλες και συχνά αποκλίνουσες αναπαραστάσεις τους, και να εξερευνήσει το περιεχόμενο, την εμβέλεια, αλλά και τα όρια του αντιαλκοολικού λόγου. Προκειμένου να απαντηθούν τα προαναφερθέντα ερωτήματα, θα επιστρατευτούν μια σειρά από πρωτογενείς πηγές και αρχεία, σε συνεχή διάλογο με την ελληνική και ξενόγλωσση βιβλιογραφία επί του θέματος, ώστε η έρευνα να λάβει υπόψη της τις πιο πρόσφατες μελέτες στο πεδίο του αλκοόλ και των ψυχοδραστικών ουσιών γενικότερα. Μέσα λοιπόν από τη μελέτη πηγών και βιβλιογραφίας, η έρευνα θα αναλύσει την αλληλεπίδραση κρατικού μηχανισμού, δρώντων υποκειμένων και φυσικών ή περιβαλλοντικών συνθηκών στην ανάπτυξη της οινοπαραγωγής και της ποτοποιίας, θα αναζητήσει καθημερινές πρακτικές με πρωταγωνιστή το αλκοόλ στην ελληνική κοινωνία του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, θα περιγράψει μορφές κοινωνικότητας όπου τα προϊόντα ζύμωσης και απόσταξης έπαιζαν καταλυτικό ρόλο, και θα ανιχνεύσει ακαδημαϊκά, εμπορικά και πολιτισμικά δίκτυα τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων.

 

  • Κωνσταντίνος Ηροδότου, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, Paris 8

ΤΙΤΛΟΣ: «Αδαμάντιος Κοραής – Προς μια διανοητική βιογραφία: Το ιατρικό του έργο»

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ: H σχετική με τον Κοραή βιβλιογραφία σχεδόν αγνόησε το ιατρικό του έργο. Η παρούσα μεταδιδακτορική έρευνα επικεντρώνεται σε αυτή την παράλειψη. Το πρωταρχικό ερώτημα είναι μάλλον απλό: Ήταν ο Κοραής γιατρός; Η βιβλιογραφία μέχρι σήμερα απαντά «μάλλον όχι». Η έρευνα έχει ως στόχο τη μελέτη των ιατρικών διατριβών του Κοραή, που βρίσκονται έξω από τον «κανόνα». Η Pyretologiae Synopsis είναι η μεγαλύτερη σε έκταση διατριβή του έτους 1786. Το έργο αυτό, στο οποίο παραπέμπουν συχνά οι συνάδελφοι και οι καθηγητές του Κοραή, συνιστά μια απόπειρα χαρτογράφησης της «economia animalis» με άξονα τον «πυρετό», σε μια εποχή όπου η μελέτη των παθών και των επιθυμιών έρχεται στο προσκήνιο, με αποκορύφωμα βέβαια τον Sade. H δεύτερη διατριβή του Κοραή, Medicus Hippocraticus, θα μελετηθεί στο πλαίσιο του μεταρρυθμιστικού προγράμματος της Société Royale de Médecine, η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με το Πανεπιστήμιο του Montpellier.

 

  • Κωνσταντίνα Κάλφα, Διδάκτωρ Αρχιτεκτονικής, ΕΜΠ

ΤΙΤΛΟΣ: «Προς μια εναλλακτική ιστοριογραφία της (νεοελληνικής) αρχιτεκτονικής, 1945-67»

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Η προτεινόμενη ιστορική έρευνα επιχειρεί μια εναλλακτική ιστοριογραφία της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής. Εστιάζει στην περίοδο 1945-1967 κατά την οποία γενικά θεωρείται ότι η αρχιτεκτονική στην Ελλάδα έχασε τη δυνατότητα απεύθυνσης της στις μάζες και στο αντικείμενο της κατοικίας των πολλών, και η πολεοδομία στάθηκε ανίσχυρη να επιβάλλει τους σχεδιασμούς της. Η πολεοδόμηση και η αστική κατοίκηση προσχώρησαν σε ένα καθεστώς “αυτόματης πολεοδομίας” όπου φάνηκε ότι οι ειδικοί στα ζητήματα σχεδιασμού του χώρου είχαν ελάσσονα ρόλο.

Βασική υπόθεση της έρευνας είναι να επανεξετάσει κριτικά αυτόν τον ρόλο που έχει αποδοθεί στους “ειδικούς” του χώρου στην Ελλάδα, επικεντρώνοντας σε δύο σημαίνοντες αρχιτέκτονες-πολεοδόμους, που στην κρίσιμη περίοδο που μελετάται, υπήρξαν και δημόσιοι λειτουργοί: στον Κωνσταντίνο Δοξιάδη, ένα από τα βασικά πρόσωπα της ανασυγκρότησης (πρώτα ως Υφυπουργός Ανοικοδόμησης, Γενικός Διευθυντής Ανοικοδομήσεως, και στη συνέχεια ως Συντονιστής Ανασυγκρότησης και υπηρεσιακός Υφυπουργός του Υπουργείου Συντονισμού), και στον Προκόπη Βασιλειάδη, που με την διάσπαση του Υπουργείου Οικισμού και Ανοικοδομήσεως σε Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων (1954) κατά μια έννοια διαδέχεται τον Δοξιάδη στα θέματα οικισμού (στην Διεύθυνση Μελετών της Υπηρεσίας Οικισμού του ΥΔΕ). Από την μια, στον Δοξιάδη αποδίδεται το ΚΗ’ Ψήφισμα (το οποίο εξάλλου δημόσια υποστήριξε ο ίδιος σθεναρά), που θεωρείται ότι δημιούργησε ευνοϊκό κλίμα για την οικοδόμηση με ιδιωτικά κεφάλαια, από την άλλη, ο Προκόπης Βασιλειάδης φαίνεται να έχει παίξει ρόλο, όπως υποθέτει η έρευνα βάσει συγκεκριμένων ευρημάτων, στην εισαγωγή των συντελεστών δόμησης (που είναι παράγοντας δημιουργίας υπεραξίας για το ελληνικό μοντέλο αυτόματης πολεοδόμησης). Ειδική σημασία για την έρευνα θα έχει η πολιτική της αυτο-βοήθειας στη στέγαση, που ακολουθήθηκε από τον Δοξιάδη για την επίλυση των έκτακτων και εκτεταμένων προβλημάτων στέγασης κυρίως του αγροτικού πληθυσμού που, όπως φαίνεται, ακολουθεί το πνεύμα ευρύτερων γεωπολιτικών στρατηγικών στέγασης. Χαρακτηριστικά, όπως αποκαλύπτει η έρευνα, όταν το 1955, ο Jacob Crane, ο οποίος περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, διαμόρφωσε και εφάρμοσε την Αμερικανική πολιτική βοήθειας στη στέγαση και ο οποίος διατηρούσε στενές επαφές με το Δοξιάδη, κλήθηκε από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος να διατυπώσει απόψεις για το στεγαστικό πρόβλημα της χώρας, θεώρησε το ελληνικό μοντέλο ανοικοδόμησης ιδιωτικών κατοικιών πραγματικό φαινόμενο και πρότεινε τη συνέχιση του.

Συμβάλλοντας σε μια γενικότερη ιστοριογραφική στροφή στην μελέτη της ιστορίας της αρχιτεκτονικής, η οποία έχει αρχίσει να ενδιαφέρεται για αντικείμενα που παραδοσιακά έχουν ταξινομηθεί ως μη-αρχιτεκτονικά, αλλά και για τον ρόλο του αρχιτέκτονα ως σύμβουλου-ειδικού σε ένα παγκόσμιο δίκτυο δια-πολιτισμικών συνεργασιών (και όχι μόνο ως δημιουργού-σχεδιαστή), η έρευνα φιλοδοξεί να αναδείξει τον ιστορικό ρόλο της αρχιτεκτονικής στην ανάδυση συστημάτων που λειτουργούν αυτόνομα, ξέχωρα από αυτήν αλλά μπορούν να την καθορίζουν. Μελετώντας πρωτότυπα αρχεία, εν πολλοίς ανεξερεύνητα στην υφιστάμενη βιβλιογραφία, επιχειρεί να εννοήσει την νεότερη αρχιτεκτονική στην Ελλάδα ως διαπλεκόμενη με άλλες ευρύτερες εκδηλώσεις της κουλτούρας και σε αποφάσεις που δεν έχουν απλώς να κάνουν με τον φυσικό σχεδιασμό του χώρου.

 

  • Δανάη Καρυδάκη, Διδάκτωρ Ιστορίας, Birkbeck College, University of London

ΤΙΤΛΟΣ: «Το Νησί των Απόκληρων: η Ιστορία του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Λέρου (1957-1995)»

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Ο σκοπός της παρούσας μεταδιδακτορικής έρευνας είναι να παραγάγει την πρώτη συστηματική ιστορική καταγραφή του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου της Λέρου, από την ίδρυσή του το 1957, έως και το 1995, όταν ολοκληρώθηκε το πρώτο στάδιο αποασυλοποίησης της Λέρου χάρη στη δράση της Ομάδας της Λέρου. Μέχρι στιγμής, οι προσπάθειες για να παραχθεί μια τέτοια καταγραφή έχουν λάβει χώρα μόνο από επαγγελματίες ψυχικής υγείας και όχι από ιστορικούς. Συνεπώς, η πρώτη συστηματική ιστορική καταγραφή του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου της Λέρου, όχι μόνο είναι σημαντική αυτή καθαυτή, αλλά και θα αποτελέσει αναπόσπαστο συμπλήρωμα της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής ιστορίας της Ελλάδας στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα αλλά και της ίδιας της ιστορίας της ευρωπαϊκής ψυχιατρικής. Υπό αυτό το πρίσμα, αυτή η έρευνα επιδιώκει να αντλήσει δεδομένα από ένα εύρος πρωτογενών και δευτερογενών πηγών ούτως ώστε να παράσχει ένα αφήγημα που θα επικεντρώνεται γύρω από τις εξής τρεις θεματικές: α) Ποιες ήταν οι πρακτικές και οι συνθήκες διαβίωσης στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο της Λέρου σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, ποιες είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές με άλλα ελληνικά ψυχιατρικά νοσοκομεία της εποχής και πώς συνέβαλλε η Ομάδα της Λέρου στην μεταρρύθμιση της ελληνικής ψυχιατρικής; β) Πώς εντάσσεται το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο της Λέρου μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό, πολιτισμικό και πολιτικό πλαίσιο της ιστορίας της Ελλάδας τον 20ο αιώνα; γ) Τι έχει να προσθέσει η ιστορία του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου της Λέρου και της Ομάδας της Λέρου σε μια συγκριτική ιστορία της ευρωπαϊκής ψυχιατρικής;

 

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ

  • Ελένη Κακλαμάνου, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, Trinity College Dublin, University of Dublin

ΤΙΤΛΟΣ: «Η αναγκαιότητα του ‘χρήσιμου ψεύδους’ στην Πλατωνική Πολιτεία»

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Ο Πλάτων στην Πολιτεία προχωρά στη διάκριση ανάμεσα σε «ψεύδη στην ψυχή» και «ψεύδη στα λόγια» και στην ενσωμάτωση των δεύτερων στην ιδανική πολιτεία του μέσα από τρεις περιπτώσεις χρήσιμης απάτης (382b-e). Διευκρινίζει ότι μόνο οι άρχοντες νομιμοποιούνται να κάνουν χρήση του ψεύδους, όταν πρόκειται για όφελος της πόλης (389b), όπως στην περίπτωση του γενναίου ψεύδους (414b-415d). Η παραχώρηση του δικαιώματος στους άρχοντες να εφευρίσκουν ψεύδη προς όφελος των αρχομένων έχει φαρμακολογικό χαρακτήρα (459c).

Ο Popper (1966) κατηγορεί τον Πλάτωνα για πολιτική ανηθικότητα εξαιτίας της χρήσης άνομων μέσων για τη διατήρηση της εξουσίας, όπως το ψεύδος, η οποία είναι συγκεντρωμένη σε μια μικρή τάξη. Σε μια πρόσφατη μελέτη, ο Schofield (2006) ισχυρίζεται οι περιπτώσεις ψεύδους δεν αντιφάσκουν με την προσπάθεια του Πλάτωνα να δημιουργήσει μια δίκαιη πόλη, αλλά αποτελούν μέρος της επιχειρηματολογίας του, ένα είδος πολιτικής ρητορικής, στην απόπειρά του να συστήσει τη δίκαιη πόλη.

Στόχος μου στην παρούσα έρευνα είναι να εξετάσω διεξοδικά τα «χρήσιμα ψεύδη» στην Πολιτεία, τη διαφορετική φύση τους αλλά και τις δυσκολίες που δημιουργεί στον Πλάτωνα η συμπερίληψή τους στην ιδανική πολιτεία του. Μέρος αυτής της έρευνας είναι η ανάλυση της έννοιας του ψεύδους, της απάτης και άλλων σχετικών εννοιών. Η προσφυγή στην ολοένα αυξανόμενη βιβλιογραφία αναφορικά με την έννοια του ψεύδους και της απάτης θα βοηθήσει στην αποσαφήνιση των ιδιαιτεροτήτων κάθε είδους ψεύδους. θα προσπαθήσω λοιπόν να δείξω ότι το ψεύδος στον Πλάτωνα δεν είναι μόνο θέμα ηθικό αλλά και γνωσιολογικό. Επιπλέον, σχετικά με το ερώτημα γιατί προτείνονται τα συγκεκριμένα ψεύδη και όχι κάποια άλλα προχωρώ στην παράλληλη μελέτη κειμένων την εποχής (ρητορική, ιστορία, τραγωδία). Μέρος του επιχειρήματος μου είναι ότι ο Πλάτων «δανείζεται» παραδείγματα ψεύδους από την αθηναϊκή ιστορία και τη δημοκρατική καθημερινότητά του και, μολονότι δίνει άλλο νόημα σε αυτά, τελικά τα παρουσιάζει σαν περιπτώσεις ψεύδους του κοινού νου.

Ο απώτατος στόχος της έρευνας είναι διπλός: α. να ολοκληρώσω τη συγγραφή ενός βιβλίου με κεντρικό άξονα τη φύση και το ρόλο ψεύδους στην πλατωνική Πολιτεία, και β. να οργανώσω ένα διεθνές συνέδριο, σε συνεργασία με το Τhe Trinity Plato Centre, Trinity College Dublin, όπου θα συζητηθούν τα γνωσιολογικά, ηθικά και πολιτικά θέματα που προκύπτουν από την έννοια του ψεύδους στο πλατωνικό corpus.

 

  • Αλέξανδρος Λάμπρου, Διδάκτωρ Ιστορίας, Leiden University

ΤΙΤΛΟΣ: «Πρόσφυγες από την Ελλάδα και τα Δωδεκάνησα στην Τουρκία κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (1941 – 1944)»

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Το θέμα της παρούσας ερευνητικής πρότασης είναι οι προσφυγικές ροές από την κατεχόμενη Ελλάδα και τα Δωδεκάνησα προς την Τουρκία μεταξύ των ετών 1941 και 1944. H πρόταση βασίζεται σε αρχειακή και βιβλιογραφική έρευνα σε Ελλάδα και Τουρκία, εμπνέεται από τη διεθνή βιβλιογραφία για προσφυγικές μετακινήσεις και εντάσσεται στην ιστορική έρευνα που μελετά τις πληθυσμιακές μετακινήσεις κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και μεταπολεμικά στην Ευρώπη. Έχοντας ως πρωταρχικό σκοπό να καλύψει ένα υφιστάμενο κενό στην ιστοριογραφία της περιόδου, η προτεινόμενη έρευνα θα προσφέρει μία περιεκτική παρουσίαση των προσφυγικών μετακινήσεων προς την Τουρκία, μέσα από ποσοτική και ποιοτική ανάλυση του φαινομένου καθώς και των κρατικών πολιτικών διαχείρισης των προσφύγων και από τα δύο κράτη. Η μελέτη των πολιτικών αυτών θα λαμβάνει υπ’ όψη τους ιδεολογικούς, οικονομικούς, στρατιωτικούς και διπλωματικούς περιορισμούς και ανησυχίες των δύο κρατών, καθώς και τις πρακτικές διακρίσεων που επιφύλασσαν έναντι των προσφύγων λόγω διαφορών κοινωνικού φύλου, κοινωνικών, εθνοτικών ταυτοτήτων και πολιτικών προτιμήσεων ανάμεσα στους πρόσφυγες.

 

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ

  • Δέσποινα Καταπότη (Επίκουρη Καθηγήτρια Θεωρίας Πολιτισμού και Ψηφιακού Πολιτισμού, Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου), Ιουλία Σκουνάκη (Υποψήφια Διδάκτωρ Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου), Γεωργία Γκουμοπούλου (Υποψήφια Διδάκτωρ Πολεοδομίας και Χωροταξίας, ΕΜΠ)

ΤΙΤΛΟΣ: «Ο ‘ανοικτός’ αρχαιολογικός χώρος ως εναλλακτικό μοντέλο διαχείρισης σε αστικό περιβάλλον: Ακαδημία Πλάτωνος και Λόφος Φιλοπάππου»

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Εκκινώντας από μια καταρχήν περιγραφή των βασικών χαρακτηριστικών του κυρίαρχου μοντέλου διαχείρισης των αρχαιολογικών χώρων, το οποίο συμβατικά ονομάζεται «κλειστό», η έρευνα έχει ως στόχο αφενός να καταδείξει την ύπαρξη εξαιρέσεων στον κανόνα και αφετέρου να ανιχνεύσει τις δυνατότητες και προϋποθέσεις εφαρμογής στο ελληνικό αστικό περιβάλλον ενός διαφορετικού μοντέλου διαχείρισης των χώρων αυτών, το οποίο ορίζεται ως «ανοιχτό». Χρησιμοποιεί ως πεδίο έρευνας την πόλη της Αθήνας και, ειδικότερα, ως μελέτες περίπτωσης δύο ιδιάζοντες αρχαιολογικούς χώρους, την Ακαδημία Πλάτωνος και τον Λόφο Φιλοπάππου, οι οποίοι λειτουργούν ταυτόχρονα ως προστατευόμενοι τόποι προβολής της αρχαιολογικής κληρονομιάς και ως χώροι πρασίνου, περιπάτου και αναψυχής, με ελεύθερη πρόσβαση. Ο «υβριδικός» χαρακτήρας των χώρων τούς καθιστά παραδειγματικές εξαιρέσεις στον κανόνα και υπαγορεύει την αναγνώριση ύπαρξης ενός διακριτού ως προς το ηγεμονικό μοντέλου διαχείρισης των αρχαιολογικών χώρων, τη διερεύνηση της εννοιολογικής οριοθέτησής του, της ιστορικής διαδρομής και λειτουργίας του, με στόχο τη συγκρότηση ενός θεωρητικού πλαισίου για την κατανόηση, την αξιολόγηση και την περαιτέρω εφαρμογή του.

Η έρευνα συνιστά πρωτότυπη και καινοτόμο εργασία, καθώς συμβάλλει στην κάλυψη ενός σημαντικού κενού που υπάρχει στη διεθνή και εγχώρια βιβλιογραφία τόσο ως προς την αποσαφήνιση της έννοιας της «ανοικτότητας» όσο και ως προς τη χαρτογράφηση των τρόπων διαχείρισης των αρχαιολογικών χώρων στην Ελλάδα, τη συστηματοποίηση και ανάλυση των ιστορικών, αξιακών, χωρικών και διαχειριστικών παραμέτρων που υποδεικνύουν την ταυτότητα, μορφή και τις κοινωνικές λειτουργίες των χώρων αυτών. Με δεδομένο τον μεγάλο και διαρκώς αυξανόμενο αριθμό των αρχαιολογικών χώρων στη χώρα μας, το εν λόγω ερευνητικό εγχείρημα προκύπτει ως ανάγκη να διευρυνθεί ο προβληματισμός και οι επιλογές ως προς τις πρακτικές διαχείρισης και ανάδειξης τους, λαμβάνοντας υπόψη τις προκλήσεις που θέτει η σύγχρονη κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα των ελληνικών πόλεων καθώς και τα πληθυντικά οράματα και συμφέροντα των διαφόρων υποκειμένων που εμπλέκονται στην παραγωγή, το σχεδιασμό και τη χρήση των μνημειακών χώρων.

Μεθοδολογικά, η έρευνα εφαρμόζει μια διεπιστημονική προσέγγιση (μουσειολογική-πολεοδομική), προκειμένου να αναδειχτούν και να αναλυθούν επαρκώς τόσο η διάσταση της σχέσης με το «έξω», δηλαδή των αρχαιολογικών χώρων με το ευρύτερο αστικό περιβάλλον τους, όσο και εκείνη της λειτουργίας «εντός», αν και πως δηλαδή άνθρωποι και μνημεία συνδιαλέγονται μέσα σε ένα οριοθετημένο σύστημα και σε αναφορά με τους χωρικούς και νοηματικούς τρόπους «ανάγνωσης»/αφήγησης των μνημείων που έχει θέσει σε κάθε περίπτωση ο μουσειολογικός σχεδιασμός. Μέσα ακριβώς από την ανάγνωση ενός πλαισίου δυνατοτήτων λειτουργίας και διαχείρισης των αρχαιολογικών χώρων εντός αστικού ιστού με όρους «ανοικτότητας» και διαλόγου με το περιβάλλον τους, χωρικό και κοινωνικό, η έρευνα επιχειρεί εντέλει να εξάγει συμπεράσματα σχετικά με την ένταξη των χώρων στην καθημερινή ζωή της σύγχρονης πόλης και να συμβάλλει στην ανανέωση εννοιών και αρχών όπως «απόλυτη προστασία» (των μνημείων), «βιωσιμότητα», «συμμετοχικότητα», αλλά και ευρύτερα, αυτής καθαυτής της σημασίας των αρχαιολογικών-μνημειακών τόπων στη συγκρότηση ιστορικής γνώσης και συνείδησης και στην ποιοτική αναβάθμιση της αστικής καθημερινότητας.

 

 

Θα θέλαμε να συγχαρούμε τους επιτυχόντες καθώς και να ευχαριστήσουμε θερμά όλους τους ερευνητές που μας τίμησαν με την αίτησή τους.

Στις αρχές του 2018, στο site του Κέντρου θα δημοσιευτεί η 4η Δημόσια Πρόσκληση για υποβολή ερευνητικών προτάσεων προς χρηματοδότηση για το έτος 2019.