Νέα & Δραστηριότητες

Ανακοίνωση αποτελεσμάτων Δημόσιας Πρόσκλησης για χρηματοδότηση ερευνών για το έτος 2020

3 Ιανουαρίου 2020

Το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (ΚΕΑΕ) έχει τη χαρά να ανακοινώσει τα αποτελέσματα της 5ης Δημόσιας Πρόσκλησης για την υποβολή ερευνητικών προτάσεων προς χρηματοδότηση για το έτος 2020.

 

Οι ερευνητικές προτάσεις που θα χρηματοδοτηθούν από το ΚΕΑΕ είναι οι εξής (σε αλφαβητική σειρά με βάση το επώνυμο του αιτούντος και οργανωμένες ανά κατηγορία ένταξης):

 

ΜΕΤΑΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΟΙ ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ

 

  • Βασιλειάδου Δήμητρα, Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Τίτλος: «To ανθρώπινο ράγισμα: Σεξουαλικά εγκλήματα στη μεσοπολεμική Ελλάδα»

Σύντομη Περίληψη: Η προτεινόμενη έρευνα εστιάζει σε μικρές, κατά βάση αγροτικές, κοινότητες και εξαστισμένα νησιωτικά κέντρα του Αιγαίου, για να αφηγηθεί μια κοινωνική ιστορία του βιασμού κατά τον ελληνικό Μεσοπόλεμο. Σε συνομιλία με την πλούσια διεθνή βιβλιογραφία, προκρίνει τη μελέτη του βιασμού ως κατηγορία του ποινικού νόμου, δικαστική υπόθεση, δημόσιο σκάνδαλο, ηθική παρεκτροπή από τις παραδεδομένες κοινωνικές αξίες και εξατομικευμένη εμπειρία. Σε ένα πρώτο επίπεδο, αναλύει περιστατικά που απασχόλησαν τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές των νησιών του Αιγαίου την υπό εξέταση περίοδο. Σε ένα δεύτερο, αλλά παράλληλο επίπεδο, χαρτογραφεί το ισχύον τότε ποινικό δίκαιο και τις διαφορετικές ερμηνείες του από Έλληνες νομικούς και δικαστές.

Ποινικά βουλεύματα, δικαστικά πρακτικά και νομικά κείμενα αξιοποιούνται εδώ συσχετικά, για να εντοπιστούν τα ίχνη που άφησαν επίσημες ιδεολογίες και λαϊκές αντιλήψεις στη δικαστική πρακτική για το συγκεκριμένο αδίκημα. Στηριγμένη σε αυτή την πρωτότυπη και «ζωντανή» πρώτη ύλη η μελέτη θέλει να διαβάσει κάτω από την επιφάνεια της τυποποιημένης νομικής γλώσσας και της διαμεσολαβημένης δικαστικής καταγραφής, και να προσδιορίσει τι ήταν αυτό που έκανε μια σεξουαλική επίθεση να προσλαμβάνεται (ή, συνηθέστερα, να μην προσλαμβάνεται) ως βιασμός. Μια από τις υποθέσεις εργασίας της έρευνας είναι ότι ασύμμετρες σχέσεις εξουσίας, όπως αυτές που βασίζονται στο φύλο, στην ηλικία και την κοινωνική τάξη, οι εκτιμήσεις της κοινότητας για το εκάστοτε συμβάν και την ηθική υπόληψη του θύματος, αλλά και οι κυρίαρχες κοινωνικές αξίες και πολιτισμικές αντιλήψεις, επηρέαζαν αποφασιστικά την τύχη μιας καταγγελίας για βιασμό. Η μελέτη ενδιαφέρεται, τέλος, να ιστορικοποιήσει τα νομικά και πολιτισμικά νοήματα του βιασμού μέσα από τους λόγους των ίδιων των υποκειμένων που εμπλέκονταν στη διαχείρισή του, όπως τους διασώζουν τα δικαστικά τεκμήρια. Αστυνόμοι, νομικοί, δικαστές, θύτες, θύματα και μάρτυρες όριζαν και έκριναν το συγκεκριμένο σεξουαλικό έγκλημα, διαγράφοντας την ευρύτερη σημασία του στη μεσοπολεμική Ελλάδα.

 

  • Κολοκυθά Χαρά, Δρ. Ιστορίας της Τέχνης, Πανεπιστήμιο της Northumbria, Newcastle-upon-Tyne

Τίτλος: «′Le Génie du Nord′ και Κοσμοπολιτισμός: Μία εναλλακτική θεώρηση της πολιτισμικής ιστορίας της δυτικής Ευρώπης του Μεσοπολέμου»

Σύντομη Περίληψη: Η έρευνα επικεντρώνεται στην εξέταση της τυπολογίας και πολιτισμικής διαπερατότητας του νορδισμού στην πολιτισμική σφαίρα της Δυτικής Ευρώπης του μεσοπολέμου. Ανιχνεύει το σύνολο των ιδεών που αναπτύχθηκαν γύρω από την προβληματική ιστορική τροχιά του νορδισμού, δίνοντας την απαραίτητη προσοχή σε ζητήματα νοήματος, πρόσληψης, ερμηνείας και ταυτότητας. Κεντρικός της στόχος είναι να θέσει τα θεμέλια για τη συγγραφή μιας εναλλακτικής πολιτισμικής ιστορίας της Δυτικής Ευρώπης, όπου ο νορδισμός δεν περιορίζεται στις ερμηνείες του εθνικισμού, του ρατσισμού και του τοπικισμού, αλλά πρεσβεύει έναν διακριτό υπερβατικό κοσμοπολιτισμό. Ο όρος ‘νορδικός’, που παραπέμπει ουσιαστικά στις σκανδιναβικές χώρες, χρησιμοποιείται εδώ για να περιγράψει την πολιτισμική ταυτότητα των βόρειων επαρχιών του Βελγίου και της Γαλλίας, όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο με τίτλο Le Génie du Nord του Φλαμανδού συγγραφέα André de Ridder το 1925. Ο De Ridder οραματίζεται την πνευματική αναγέννηση της Ευρώπης μέσω της σύστασης ενός Βόρειου κλασικισμού που συνδυάζει τον γαλλικό ορθολογισμό με τον φλαμανδικό εξπρεσιονισμό, ένας εκλεκτικός δυισμός κατά τον ορισμό του Edmond Picard. Η πτυχή αυτή του νορδισμού που καλλιεργήθηκε ως ξεχωριστός φαινότυπος στα δυτικοευρωπαϊκά καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά δίκτυα του μεσοπολέμου εμπίπτει σε ένα ευρύτερο πλέγμα πολιτιστικών τάσεων όπως ο παγγερμανισμός και ο γοτθισμός, τρέφοντας ωστόσο πτυχές κοσμοπολιτισμού. Η παρούσα έρευνα επιδιώκει να καλύψει κρίσιμα κενά στην ευρύτερη κατανόηση των τυπολογιών Βορρά/Νότου κατά την ανάπτυξη περιφερειακών και εθνικών ταυτοτήτων στην Ευρώπη μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με σημείο εκκίνησης την έκδοση του Le Génie du Nord το 1925, η οποία παρουσιάζει εμπεριστατωμένα και προγραμματικά την έννοια μιας ‘διάνοιας του Βορρά’, η έρευνα αυτή ακολουθεί μια τριμερή στρατηγική: 1. Εξετάζει την έννοια του Génie du Nord στο άμεσο πολιτιστικό της περιβάλλον, συνδυάζοντας την ανάλυση του κειμένου με την ταυτότητα του συγγραφέα του, 2. Διερευνά τη γενεαλογία του όρου στη Δυτική Ευρώπη από τα τέλη του 19ου έως τις αρχές του 20ου αιώνα, προσπαθώντας να εντοπίσει προγενέστερα πρότυπα σκέψης που γέννησαν αυτή την ιδέα και 3. Ερευνά το Nachleben του όρου στο μεσοπολεμικό και μεταπολεμικό Βέλγιο, τη Γαλλία, αλλά και τη Γερμανία.

 

  • Μπουρλέσσας Παναγιώτης, Δρ. Αστικής Γεωγραφίας, Gran Sasso Science Institute (L’Aquila) & Scuola Universitaria Superiore Sant’Anna (Pisa)

Τίτλος: «Το ‘εικονικό τουριστικό βλέμμα’ μιας πόλης σε κρίση: Ψηφιακές γεωγραφίες και νέες εικονικά διαμεσολαβούμενες χωρικότητες της Αθήνας»

Σύντομη Περίληψη: Εν μέσω μιας πρωτοφανούς αύξησης του τουρισμού της Αθήνας, που προωθείται από τις Αρχές ως κυρίαρχο εργαλείο για την αντιμετώπιση των επώδυνων συμπτωμάτων της κρίσης, η παρούσα ερευνητική πρόταση επιχειρεί μια κριτική ανάλυση των νέων χωρικοτήτων που παράγουν στην πόλη οι ‘εικονικότητες’ του τουρισμού. Χωρίς να περιορίζεται στο επίπεδο της απλής αναπαράστασης, όπως συμβαίνει με κοινές απλουστευτικές προσεγγίσεις του ‘εικονικού’, η έρευνα προσεγγίζει τις νέες αυτές χωρικότητες ως επιτελούμενες από δύο ταυτόχρονες και αλληλεξαρτώμενες συνιστώσες: πρώτον, από την οπτικότητα, δηλαδή το τί και πώς καθίσταται ορατό/αόρατο, και διαμέσου ποιων κυκλωμάτων· και δεύτερον, από την υλικότητα, δηλαδή το ποια σώματα (ανθρώπινα και μη) εμπλέκονται και μέσω ποιων πρακτικών. Σε αντιστοιχία με αυτή τη θεωρητική αρχή, δυο βασικά ερωτήματα τίθενται. Πρώτον, πώς η Αθήνα ανακατασκευάζεται χωρικά μέσω ψηφιακών τουριστικών εικόνων: τί πόλη καθίσταται ‘ορατή’ και ‘αόρατη’ στο τουριστικό βλέμμα, και ποια είναι τα ψηφιακά κυκλώματα που χτίζουν αυτό το βλέμμα; Δεύτερον, πώς το τουριστικό βλέμμα τελικά ασκείται στον υλικό αστικό χώρο: ποιες ενσώματες πρακτικές συμπεριλαμβάνονται και ποιες νέες υποκειμενικότητες επιτελούνται μέσα από αυτές;

Σε θεωρητικό επίπεδο, η πρόταση εντοπίζεται στο ανερχόμενο πεδίο της Ψηφιακής/Εικονικής Γεωγραφίας και αντλεί από μεταδομικές προσεγγίσεις του τουρισμού και των χωρικοτήτων του, προκειμένου να προβεί σε μια κριτική καταγραφή, τόσο θεωρητική όσο και εμπειρική, που θα λειτουργήσει ως βάση για μελλοντική και εκτενέστερη μεταδιδακτορική έρευνα. Σε αυτή την κατεύθυνση, ο επίσημος ψηφιακός τουριστικός οδηγός της Αθήνας γίνεται κεντρικό αντικείμενο ανάλυσης, μέσω μιας συνδυαστικής μεθοδολογίας οπτικής και εθνογραφικής έρευνας. Πρώτον, μια οπτική ανάλυση του ιστότοπου ως ‘ψηφιακή διεπιφάνεια’ εικόνων αλλά και κειμένων, στοχεύει να δείξει πως η συγκεκριμένη εικονικότητα ανακατασκευάζει εξίσου τόσο τον χώρο στις πόλης όσο και το τουριστικό βλέμμα. Δεύτερον, μέσω εθνογραφικών μεθόδων ο ιστότοπος θα αναλυθεί ως ‘ψηφιακή πλατφόρμα’ μέσω της οποίας επισκέπτες και ντόπιοι συναντιούνται στον αστικό χώρο με σκοπό μια από κοινού, ενσώματη εμπειρία της Αθήνας. Συμμετοχική παρατήρηση των συναντήσεων και συνεντεύξεις με συμμετέχοντες θα δείξουν πως επιτελούνται χωρικά οι νέες, ψηφιακά διαμεσολαβημένες υποκειμενικότητες του ‘τουρίστα’ και του ‘ντόπιου’.

Παρά την αυξανόμενη διάδοση ψηφιακών μέσων και πλατφορμών που πια επηρεάζουν τις τουριστικές εμπειρίες και πρακτικές διαμεσολαβώντας τες, οι εικονικότητες του τουρισμού και οι επακόλουθες χωρικότητές τους δεν έχουν λάβει επαρκές επιστημονικό ενδιαφέρον. Ειδικά όσον αφορά συνθήκες οικονομικής λιτότητας όπου ο τουρισμός, συχνά χωρίς επίσημο αντίλογο, προωθείται ως πανάκεια για ανάκαμψη από την κρίση, όπως στην περίπτωση της Αθήνας, κρίνονται απαραίτητες εμπεριστατωμένες καταγραφές των τρόπων με τους οποίους οι εικονικότητες της ψηφιακής τεχνολογίας όχι μόνο αναπαριστούν αλλά παράγουν εμπράκτως και υλικά νέες αστικές χωρικότητες και υποκειμενικότητες. Ορμώμενη από την ‘ψηφιακή στροφή’ στη διεθνή Ανθρωπογεωγραφία, και επιχειρώντας μια επιστημολογική τομή του πεδίου με τις Κριτικές Σπουδές Τουρισμού, η προτεινόμενη έρευνα φιλοδοξεί να επιτύχει μια κριτική ανάλυση των κοινωνικών, πολιτισμικών και, τελικώς, πολιτικών συνιστωσών μιας εύθραυστης αστικής χωρικότητας που αναδιαμορφώνεται από διάφορα ψηφιακά μέσα, όπως εκείνα του τουρισμού. Υπό αυτό το πρίσμα, η Αθήνα γίνεται παραδειγματική περίπτωση αναφορικά με τις οπτικές και υλικές αλλαγές που τουριστικοί ψηφιακοί τόποι προκαλούν στις πόλεις —αλλαγές που, συνδεόμενες με γενικότερες χωρο-κοινωνικές δυναμικές, φέρουν βαρύνουσα σημασία σε καιρούς ραγδαίων κοινωνικών αλλαγών.

 

  • Στεργίου Γιάννα, Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Εδιμβούργου

Τίτλος: «Η οικονομική σκέψη στην αρχαϊκή Ελλάδα: η περίπτωση του Πινδάρου και του Βακχυλίδη»

Σύντομη Περίληψη: Στόχος της έρευνάς μου είναι να προσφέρω μια νέα προσέγγιση στις επινίκιες ωδές του Πινδάρου και του Βακχυλίδη βασισμένη σε μια μεθοδολογία που προέρχεται από την οικονομική ανθρωπολογία και τη μαρξιστική λογοτεχνική θεωρία. Μέσο βιοπορισμού και των δύο ποιητών, του Πινδάρου και του Βακχυλίδη, ήταν η κατά παραγγελία σύνθεση επινίκιων ωδών προς τιμή νικητών σε αθλητικούς αγώνες (Ίσθμια, Πύθια, Ολυμπιακούς και Νέμεα). Οι νικητές προέρχονταν πάντοτε από την τάξη των αριστοκρατών και πολύ συχνά ήταν τύραννοι. Η αριστοκρατική κοινωνία είχε αρχίσει να απομακρύνεται σημαντικά από το ομηρικό πρότυπο, καθώς η κοινωνία στην οποία ζούσαν είχε μία ρευστή οικονομική δομή, στην οποία συνυπήρχε μία μορφή ενσωματωμένης οικονομίας με στοιχεία οικονομίας της αγοράς. Η ευρεία χρήση νομισμάτων, όσο και η νέα τάξη των εμπόρων που άρχισε να κάνει την εμφάνισή της, μετέβαλαν σημαντικά την παλαιά κατάσταση. Είναι σημαντικό να δούμε τα ποιήματα μέσω αυτού του διπλού συστήματος, προκειμένου να αντιληφθούμε την ιδεολογική τους απόκλιση και να ανιχνεύσουμε τον τρόπο προσαρμογής τους στη νέα πραγματικότητα. Η ποίηση του Βακχυλίδη μένει προσκολλημένη στην παλαιά οικονομία,όπως αυτή εκφράζεται στον Όμηρο και άρα ακολουθεί τους κανόνες της οικονομίας δώρων. Για τον Βακχυλίδη ο πλούτος του πάτρωνα,όπως επίσης και το ίδιο το ποίημα δεν είναι πράγματα, αλλά η έκφραση των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων με αφορμή τα αντικείμενα. Για τον Πίνδαρο όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά, καθώς ο ποιητής φαίνεται να έχει προσαρμοστεί στην νέα κατάσταση, στην οποία το χρήμα είναι αυτό που ορίζει και διαμορφώνει τις ανθρώπινες σχέσεις.

H άποψη ότι ο πινδαρικός κόσμος είναι από οικονομικής πλευρά όμοιος με τον ομηρικό, όπως υποστηρίζεται στο σημαντικότερο βιβλίο για την οικονομία του Πινδάρου (Leslie Kurke, The Traffic in Praise: Pindar and the Poetics of Social Economy. Myth and Poetics Series. Ithaca: Cornell University Press, 1991) δε φαίνεται να είναι απολύτως εφαρμόσιμη στις πινδαρικές ωδές. Θεωρώ ότι στην ποίηση του Πινδάρου δεν εξαλείφονται τα χαρακτηριστικά του εμπορεύματος, που αποδίδονται στις επί πληρωμή ωδές, με την επιφανειακή παρουσίασή τους ως δώρα, αλλά μάλλον καταδεικνύεται αυτή τη συνύπαρξη της οικονομίας της αγοράς και της οικονομίας δώρων. Υποστηρίζω ότι μια ολιστική άποψη μιας πλήρως ενσωματωμένης οικονομίας ισχύει μόνο για τον Βακχυλίδη. Η ποίησή του είναι πιο υπάκουη στις ιδεολογικές αρχές της ελίτ που αποστρεφόταν την τάξη των εμπόρων. Παράλληλα θα διερευνήσω τις αιτίες που ωθούν τον Βακχυλίδη να μένει σιωπηλός για τις νέες οικονομικές συνθήκες που βίωνε. Η ανάλυση των ωδών αφιερωμένων στον πανίσχυρο Ιέρωνα και στους Εμμενίδες, που υμνούν τόσο ο Πίνδαρος όσο και ο Βακχυλίδης, θα αναδείξει τη λειτουργία της ποίησης ως ιδεολογικό μηχανισμό προπαγάνδας για λογαριασμό της αριστοκρατικής τάξης. Το πιο κρίσιμο ερώτημα όμως αφορά στην ίδια τη λειτουργία της ποίησης και πώς αυτή κατορθώνει την αυτονομία της ακόμη κι όταν είναι επί πληρωμή και χρησιμοποιείται ως εργαλείο προπαγάνδας.

 

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ

 

  • Κουρούτζας Χρήστος, Δρ. Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
  • Τρουμπέτα Σεβαστή, Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στην έδρα «Παιδική ηλικία και διαφορά (Diversity Studies)», University of Applied Sciences Magdeburg-Stendal, Γερμανία
  • Παρασκευόπουλος Δημήτρης, Δρ. Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Τίτλος:  «Οικογενειακή Επανένωση Μετά Θάνατον – Οι Νεκροί Περάτες Συνόρων ως «Βιολογικοί Θανατο-πολίτες»»

Σύντομη Περίληψη: Η παρούσα έρευνα αφορά στη διαδικασία ταυτοποίησης των νεκρών προσφύγων και μεταναστών μέσω της λήψης DNA, προκειμένου να παραδοθούν τα εν λόγω σώματα στις οικογένειες τους. Τη διαδικασία αυτή την θεωρούμε οικογενειακή επανένωση και διατυπώνουμε το ακόλουθο κεντρικό ερευνητικό ερώτημα: Σε ποιο βαθμό το γενετικό κριτήριο για την οικογενειακή επανένωση συμβάλει στη δημιουργία νέων μεταθανάτιων προσφυγικών και μεταναστευτικών υποκειμενικοτήτων, δεδομένου ότι σε αυτή τη διαδικασία, η οικογένεια και το άτομο δεν ορίζονται με κοινωνικούς αλλά με γενετικούς όρους. Αντλώντας από τις θεωρητικές έννοιες «βιολογική ιδιότητα του πολίτη» (Novas and Rose 2011) και «ιδιότητα του θανατο-πολίτη» (Simpson and Sariola 2013), προτείνουμε τον όρο «βιολογική ιδιότητα του θανατο-πολίτη» με τον οποίο περιγράφουμε τη συγκρότηση ενός μεταθανάτια βιολογικά καθορισμένου κοινωνικού υποκειμένου.

Οι στόχοι και ο σκοπός της προτεινόμενης έρευνας είναι οι εξής: α) να διερευνήσουμε τους τρόπους σύμφωνα με τους οποίους η βιολογία λειτουργεί ως πιστοποιητικό και επιτρέπει την επανένωση των νεκρών προσφύγων και μεταναστών με τη βιολογική τους οικογένεια, β) να εξετάσουμε την κατασκευή της μεταθανάτιας ταυτότητας των προσφύγων και μεταναστών ως μια ειδική μορφή υποκειμενικοποίησης, στην οποία εμπλέκονται τόσο τα εν ζωή μέλη της οικογένειάς τους, όσο οι κρατικές αρχές που είναι υπεύθυνες για την ταυτοποίηση των νεκρών σωμάτων, και γ) να επανεξετάσουμε τις επίκαιρες κοινωνιολογικές συζητήσεις σχετικά με τη βιολογική/γενετική ιδιότητα του πολίτη και την ιδιότητα του θανατο-πολίτη και να επεκτείνουμε τις εν λόγω συζητήσεις τοποθετώντας την εστίαση σε ένα ζήτημα που δεν έχει μελετηθεί, δηλαδή στα ίδια τα μέλη των οικογενειών, μέσα από την επεξεργασία της έννοιας της βιολογικής ιδιότητας του θανατο-πολίτη.

Η έρευνα βασίζεται στην ποιοτική μεθοδολογία των κοινωνικών επιστημών και συνδυάζει την ποιοτική ανάλυση αρχειακού υλικού με το εθνογραφικό πεδίο. Τα ευρήματα της εμπειρικής έρευνας θα αξιολογηθούν μέσω της κριτικής ανάλυσης λόγου. Η εμπειρική έρευνα θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα και το νησί της Λέσβου.

 

  • Σπουρδαλάκης Μιχάλης, Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας, ΕΚΠΑ
  • Γούσης Κωνσταντίνος, ΥΔ Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο του Roehampton, Λονδίνο
  • Πρέπη Άλκηστη, ΥΔ Αστικού και Χωροταξικού Σχεδιασμού, ΕΜΠ

Τίτλος: «Η Κατάσταση των Ασυνόδευτων Ανηλίκων στο κέντρο της Αθήνας: Μια Διεπιστημονική Προσέγγιση του Θεσμικού Πλαισίου»

Σύντομη Περίληψη: Η προτεινόμενη έρευνα επιχειρεί να διερευνήσει βάσει της αρχής του Βέλτιστου Συμφέροντος του Παιδιού τη δυνατότητα διασφάλισης του μέγιστου δυνατού επιπέδου προστασίας για τους ασυνόδευτους ανήλικους (Α.Α.) στο κέντρο της Αθήνας. Εστιάζοντας στο μεγαλύτερο Δήμο της Ελλάδας, η έρευνα στοχεύει στο να “μεταφράσει” την εν λόγω αρχή σε συγκεκριμένες πρακτικές σε επίπεδο νόμου, πολιτικών και αστικής διακυβέρνησης αλλά και ως πλαίσιο συνεργασίας και παρέμβασης. Αξιοποιώντας τη διεπιστημονικότητα της ερευνητικής μας ομάδας, στο πρώτο μέρος θα εξεταστεί η εθνική νομοθεσία, η νομολογία και η καθημερινή πρακτική και ο βαθμός εναρμόνισής τους με τις υποχρεώσεις του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Συνδυάζοντας, μέσω της μεθόδου του κριτικού νομικού στοχασμού, την καθημερινότητα που αντιμετωπίζουν οι επαγγελματίες στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με την αρχή του Βέλτιστου Συμφέροντος του Παιδιού, θα επιχειρήσουμε να επανεξετάσουμε τα κενά που σημειώνονται μεταξύ θεωρίας και πράξης, βασιζόμενοι στην τοπική και διεθνή εμπειρία για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων των Α.Α. υπό το πρίσμα του καινοτόμου νομικού εργαλείου του στρατηγικού νομικού σχεδιασμού. Στο δεύτερο μέρος, ο Δήμος Αθηναίων θα εξεταστεί βάσει του ρόλου που τα μητροπολιτικά κέντρα καλούνται, πλέον, να αναλάβουν στο ευρύτερο πλαίσιο μετασχηματισμού των διεθνών προτύπων διακυβέρνησης. Συνεπώς, θα εξεταστούν, μέσω της ανάλυσης περιεχομένου, 5 αναπτυξιακά σχέδια για το κέντρο της Αθήνας, με κριτήριο τόσο την ευρύτητα των ζητημάτων που πραγματεύονται, όσο και τα αποτελέσματα που φαίνεται να έχουν μέχρι σήμερα. Στα σχέδια αυτά θα μελετηθεί συγκεκριμένα το πώς προσεγγίζεται το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα, το πώς χαράσσονται οι κατευθύνσεις του Δήμου σχετικά με αυτό και θα διερευνηθεί το εάν και σε ποιο βαθμό γίνεται ξεχωριστή μνεία στους Α.Α. Επιδιώκοντας τη βαθύτερη κατανόηση του σύγχρονου τοπίου διακυβέρνησης και των αλληλοσυνδέσεων μεταξύ των αρμόδιων, για τους Α.Α., φορέων, θα διεξάγουμε ημι-δομημένες συνεντεύξεις με κοινωνικούς λειτουργούς και δικηγόρους εργαζόμενους σε ΜΚΟ, καθώς και με στελέχη του Δήμου Αθηναίων με αρμοδιότητες στο μεταναστευτικό πεδίο. Η προτεινόμενη έρευνα στοχεύει στη σύνταξη έκθεσης με συγκεκριμένες προτάσεις που θα συζητηθούν και θα εμπλουτιστούν μέσω σχετικής ημερίδας η οποία θα επιδιώξουμε να συμπεριλάβει ερευνητές, φορείς (Δήμος Αθηναίων, ΜΚΟ, κ.λπ.) καθώς και εκπροσώπους των μεταναστευτικών και προσφυγικών κοινοτήτων, δημιουργώντας το πλαίσιο για έναν εποικοδομητικό διάλογο μεταξύ ακαδημαϊκής κοινότητας, εμπειρογνωμόνων και βασικών παραγόντων του πεδίου. Η διεπιστημονικότητα της ομάδας μας δίνει τη δυνατότητα να συνδυάσουμε τις νομικές πρακτικές με την ιεράρχηση του Βέλτιστου Συμφέροντος του Παιδιού συνολικά στις πολιτικές για την πόλη, ως αναπόσπαστο κομμάτι του Δικαιώματος στην Πόλη. Η προσέγγιση αυτή εμπλουτίζει την ευρύτερη συζήτηση για τον στρατηγικό νομικό σχεδιασμό, τον αστικό σχεδιασμό και την κοινωνική μέριμνα και μπορεί να συμβάλλει στην εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών, ενάντια σε χωρικούς και κοινωνικούς αποκλεισμούς. Η Τελική Έκθεση που θα διαμορφωθεί στη συνέχεια της ημερίδας, πρόκειται να προσκομιστεί στους αρμόδιους φορείς ώστε να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο τόσο στο πεδίο της πρακτικής όσο και στο επίπεδο της χάραξης πολιτικών.

 

***

Θα θέλαμε να συγχαρούμε τις επιτυχούσες και τους επιτυχόντες, καθώς και να ευχαριστήσουμε θερμά όλες τις ερευνήτριες και τους ερευνητές που μας τίμησαν με την αίτησή τους.

 

Στις αρχές του 2020, στο site του Κέντρου θα δημοσιευτεί η 6η Δημόσια Πρόσκληση για υποβολή ερευνητικών προτάσεων προς χρηματοδότηση για το έτος 2021.