The Study of the Human Past

«Πρόσφυγες από την Ελλάδα και τα Δωδεκάνησα στην Τουρκία κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (1941 – 1944)»

Λάμπρου Αλέξανδρος

ΈρευναΗμερίδαΑποτελέσματα ΈρευναςΣύντομο ΒιογραφικόΔημοσιεύσεις

Συνοπτική Περιγραφή της Έρευνας

Το θέμα της παρούσας ερευνητικής πρότασης είναι οι προσφυγικές ροές από την κατεχόμενη Ελλάδα και τα Δωδεκάνησα προς την Τουρκία μεταξύ των ετών 1941 και 1944. H πρόταση βασίζεται σε αρχειακή και βιβλιογραφική έρευνα σε Ελλάδα και Τουρκία, εμπνέεται από τη διεθνή βιβλιογραφία για προσφυγικές μετακινήσεις και εντάσσεται στην ιστορική έρευνα που μελετά τις πληθυσμιακές μετακινήσεις κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και μεταπολεμικά στην Ευρώπη. Έχοντας ως πρωταρχικό σκοπό να καλύψει ένα υφιστάμενο κενό στην ιστοριογραφία της περιόδου, η προτεινόμενη έρευνα θα προσφέρει μία περιεκτική παρουσίαση των προσφυγικών μετακινήσεων προς την Τουρκία, μέσα από ποσοτική και ποιοτική ανάλυση του φαινομένου καθώς και των κρατικών πολιτικών διαχείρισης των προσφύγων και από τα δύο κράτη. Η μελέτη των πολιτικών αυτών θα λαμβάνει υπ’ όψη τους ιδεολογικούς, οικονομικούς, στρατιωτικούς και διπλωματικούς περιορισμούς και ανησυχίες των δύο κρατών, καθώς και τις πρακτικές διακρίσεων που επιφύλασσαν έναντι των προσφύγων λόγω διαφορών κοινωνικού φύλου, κοινωνικών, εθνοτικών ταυτοτήτων και πολιτικών προτιμήσεων ανάμεσα στους πρόσφυγες.

Η έρευνα του κ. Λάμπρου ενισχύθηκε οικονομικά από το ΚΕΑΕ με τη χρηματοδότηση του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση.

 


 

Ημερίδα

«Πρόσφυγες από την Ελλάδα στη Μέση Ανατολή στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο»

Ιστορικό Αρχείο ΕΚΠΑ
(Σκουφά 45, Αθήνα)
Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2018

Η ημερίδα πραγματοποιείται στο πλαίσιο της μεταδιδακτορικής έρευνας «Πρόσφυγες από την Ελλάδα και τα Δωδεκάνησα στην Τουρκία κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (1941 – 1944)» του Δρ. Αλέξανδρου Λάμπρου, που χρηματοδοτεί το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες για το έτος 2018 με την υποστήριξη του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση.

 

 


Γιάννης Μούτσης, Γιάννης Μακριδάκης, Αλέξανδρος Λάμπρου
Καρίνα Λάμψα, Γιώργος Νιάρχος, Αλ. Λάμπρου

 

 

 

 

 

 

 


Πρόγραμμα Ημερίδας

10:00 Χαιρετισμός – Εισαγωγή

 

Συνεδρία Ι : Εμπειρίες και προεκτάσεις της προσφυγιάς στη Μέση Ανατολή.

10:20  ‘Οι συρματάδες της Μέσης Ανατολής και ο εμφύλιος πόλεμος στη Σάμο. Μία Ιστορία σε Συνέχειες.’

Δημήτρης Θρασυβούλου

10:40  ‘Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή’.

Γιάννης Μακριδάκης

11:00  ‘Έλληνες πρόσφυγες στην Κύπρο (1941-1945)’.

Γιάννης Μούτσης

11:30-11:45  Διάλειμμα

 

Συνεδρία ΙΙ: Μουσουλμάνοι και Εβραίοι πρόσφυγες στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

11:45  ‘Η έξοδος των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης στη δεκαετία του 1940.

Γιώργος Νιάρχος

12:10  ‘Η απόδραση των Εβραίων από την Ελλάδα (1941-1948)’.

Καρίνα Λάμψα

12:30  ‘Οι πολιτικές διαχείρισης των προσφύγων από το τουρκικό κράτος στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο’.

Αλέξανδρος Λάμπρου

12:50-13:30  Συζήτηση


Πρόγραμμα Ημερίδας (JPG)

Αφίσα Ημερίδας (JPG)

Βιογραφικά Ομιλητών (PDF) και Περιλήψεις Ανακοινώσεων (PDF)

Έρευνα: «Πρόσφυγες από την Ελλάδα και τα Δωδεκάνησα στην Τουρκία κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (1941 – 1944)»

Ερευνητής: Δρ. Αλέξανδρος Λάμπρου

Η έρευνα «Πρόσφυγες από την Ελλάδα και τα Δωδεκάνησα στην Τουρκία κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (1941 – 1944)» χρηματοδοτήθηκε από το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (ΚΕΑΕ) για το έτος 2018, με την υποστήριξη του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση.

Αξιοποιώντας αρχειακό υλικό, μαρτυρίες, και ιστορικές μελέτες από Ελλάδα και Τουρκία, η έρευνα μελέτησε τις προσφυγικές κινήσεις από την Ελλάδα και τα Δωδεκάνησα προς την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ένα πρώτο στάδιο της έρευνας ήταν η ‘χαρτογράφηση’ του φαινομένου, η οποία πραγματοποιήθηκε με την καταγραφή της γεωγραφικής κατανομής και χρονολογικής έκτασής του, τη δημιουργία στατιστικών στοιχείων για τον προσφυγικό πληθυσμό, όπως φύλο, ηλικία, εκπαιδευτική και επαγγελματική κατάσταση, αλλά και στοιχεία για την προέλευση, τη χρονική στιγμή της κίνησης στην Τουρκία, και την εγκατάσταση σε στρατόπεδα προσφύγων.

Ένα δεύτερο μέρος της έρευνας εστίασε στις πολιτικές διαχείρισης των προσφύγων από το τουρκικό κράτος και την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση.

Ακολουθεί μία συνοπτική περιγραφή των προσφυγικών κινήσεων και των πολιτικών διαχείρισης των προσφύγων της τουρκικής κυβέρνησης.

Οι πρόσφυγες από την Ελλάδα και τα Δωδεκάνησα

Η πρώτη μαζική κίνηση προσφύγων προς την Τουρκία λαμβάνει χώρα στη Θράκη μετά από την κατάρρευση του μετώπου τις πρώτες μέρες του Απριλίου. Η Ταξιαρχία Έβρου (περίπου 3.000 άνδρες) πέρασε στις 7 Απριλίου 1941 στην Τουρκία με στόχο να μεταφερθεί σε περιοχές της Ελλάδας που δεν είχαν καταληφθεί. Παράλληλα δεκάδες στρατιωτικοί και δημοσίοι υπαλλήλοι άρχισαν να περνάνε τα σύνορα στα νησιά, προκειμένου να διεκπεραιωθούν σε περιοχές της ‘ελεύθερης Ελλάδας’, αρχικά στην Κρήτη, και μετά, το Μάιο του 1941, στη Μέση Ανατολή. Τον ίδιο μήνα, περίπου 3.500 ‘πολιτικοί πρόσφυγες’, οι περισσότεροι στρατεύσιμοι άνδρες από τη Σάμο, πέρασαν στην Τουρκία. Η φυγή στρατιωτικών και στρατευσίμων συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής με την προτροπή της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, η οποία επιδίωκε να αυξήσει τις υπό τον έλεγχό της ένοπλες δυνάμεις στη Μέση Ανατολή.

Προς τα τέλη του Δεκεμβρίου 1941 παρατηρήθηκε ξανά άφιξη στρατευσίμων αλλά και προσφύγων από τα νησιά. Αλλά η μαζική φυγή αμάχων ξεκίνησε το Φλεβάρη του 1942 και έλαβε μεγάλες διαστάσεις το Μάρτη και τον Απρίλη. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Χίου (άνω των 10.000) πέρασε μαζικά στα μικρασιατικά παράλια. Αποτέλεσμα της μαζικής αυτής εξόδου ήταν η  δημιουργία προσφυγικών κέντρων στη Μέση Ανατολή, στα οποία στα μέσα του 1943 διέμεναν 12.567 πρόσφυγες. Αν προσθέσουμε σε αυτόν τον αριθμό τους στρατιωτικούς και στρατευθέντες, καθώς και τους εξ Ελλάδας προσφύγες που διέμεναν εκτός προσφυγικών κέντρων, μέχρι και τα τέλη 1942 το σύνολο όσων διέφυγαν υπολογίζεται στις 20.000.

Καθ’όλο το 1943 συνεχίστηκε η φυγή αξιωματικών και στρατευσίμων από την Ελλάδα, κυρίως μέσω των νησιών σε μικρές ομάδες με καΐκια. Η εικόνα αυτή άλλαξε άρδην τους τελευταίους μήνες του 1943 με την μαζική έξοδο χιλιάδων στρατιωτών και προσφύγων από τη Σάμο και τα Δωδεκάνησα εξαιτίας των εκεί πολεμικών συγκρούσεων. Πιθανότατα όχι λιγότεροι από 10.000 πρόσφυγες κατέφυγαν στην Τουρκία και από εκεί στη Μέση Ανατολή. Έτσι το Φεβρουάριο του 1944 οι πρόσφυγες που διέμεναν στα προσφυγικά κέντρα σε Μέση Ανατολή και Αφρική ξεπέρασαν τις 20.000. Μία παράλληλη αύξηση έλαβε χώρα και στον αριθμό των στρατευμένων στις εξόριστες ελληνικές ένοπλες δυνάμεις.

Η φυγή προς Τουρκία και Μέση Ανατολή συνεχίστηκε και το επόμενο έτος 1944 με πάνω από 7.000 πρόσφυγες. Τέλος, μια τελευταία κίνηση αμάχου πληθυσμού λόγω έλλειψης τροφίμων, έλαβε χώρα την άνοιξη του 1945 από Ρόδο και Κω. Προκλήθηκε από το συμμαχικό αποκλεισμό των νησιών που βρίσκονταν ακόμα υπό γερμανικό έλεγχο και συνεχίστηκε ως την τελική τους συνθηκολόγηση το Μάιο του 1945. Με τις τελευταίες αυτές προσφυγικές κινήσεις το 1944-45, τα προσφυγικά κέντρα σε Μέση Ανατολή και Αφρική έφτασαν να φιλοξενούν τον Ιούνιο του 1944 σχεδόν 25.000 πρόσφυγες.

Οι πρόσφυγες αυτοί ήταν είτε χριστιανοί ορθόδοξοι είτε Εβραίοι. Με την έναρξη όμως της κατοχής στη Θράκη τον Απρίλιο και μέχρι και το φθινόπωρο του 1941 δώδεκα χιλιάδες μουσουλμάνοι πέρασαν στην Τουρκία. Τέλος, σχεδόν οι μισοί μουσουλμάνοι της Δωδεκανήσου (περίπου 4.000 από συνολικά περίπου 7.000) πέρασαν το 1944 και στην αρχή του 1945 ως πρόσφυγες στην Τουρκία.

Συνολικά, περίπου 50.000 χριστιανοί (και ένας μικρός αριθμός Εβραίων) και γύρω στις 15.000 με 20.000 μουσουλμάνοι από την Ελλάδα και τα Δωδεκάνησα πέρασαν στην Τουρκία μεταξύ 1941-1945. Οι χριστιανοί και Εβραίοι προωθήθηκαν στη Μέση Ανατολή, ενώ οι μουσουλμάνοι παρέμειναν στην Τουρκία, πολλοί δε εξ αυτών δεν επέστρεψαν ποτέ στις εστίες τους.

 H διαχείριση των προσφύγων και η δημογραφική πολιτική της Τουρκίας

Σταθερός στόχος της Τουρκίας ήταν η αύξηση του μουσουλμανικού και τουρκικού και η αντίστοιχη μείωση του μη-μουσουλμανικού πληθυσμού. Ο στόχος αυτός εξυπηρετήθηκε μέσα από διάφορες πολιτικές δημογραφικής μηχανικής – εγκατάσταση μουσουλμάνων από τα Βαλκάνια και τον Καύκασο, εκτοπισμός και αναγκαστική εσωτερική μετανάστευση, ανταλλαγές πληθυσμών, εθνοκάθαρση, αφαίρεση ιθαγένειας, αφομοίωση μη-Τούρκων ή/και μη-τουρκόφωνων μουσουλμάνων. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, η Τουρκία επιχείρησε να διαχειριστεί τους πρόσφυγες στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η διαχείριση των προσφύγων από τις τουρκικές αρχές διέφερε μεταξύ των δύο κύριων πληθυσμιακών κατηγοριών προσφύγων από την Ελλάδα και τα Δωδεκάνησα: τους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους. Η θρησκευτική και εθνοτική ταυτότητα αποτελούσαν τα κριτήρια, βάσει των οποίων καθορίζονταν διαφορετικές προσφυγικές ομάδες και κρατικές πολιτικές απέναντί τους.

Το 1941 οι ελληνικές αρχές στην Τουρκία προσπάθησαν να στείλουν στη Μέση Ανατολή τους υπό περιορισμό έλληνες στρατιωτικούς, οι οποίοι βρίσκονταν στην Τουρκία. Από την πλευρά της η τουρκική κυβέρνηση αποδεχόταν την αποστολή στη Μέση Ανατολή όσων στρατιωτικών και στρατευσίμων είχαν σκόπιμα δηλώσει ότι ήταν πολίτες. Με αυτό τον τρόπο η Τουρκία αποδεχόταν στρατιωτικούς ως πρόσφυγες και μπορούσε νομότυπα να τους διεκπεραιώσει στη Μέση Ανατολή, καθώς γνώριζε ότι η βρετανική και η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση τους δεχόταν. Η τουρκική κυβέρνηση αποδέχτηκε τον εφοδιασμό τους με διαβατήρια απο το προξενείο Σμύρνης και την αποστολή τους στην Αίγυπτο. Σε αντίθετη περίπτωση όφειλε να τους κρατήσει (και να τους συντηρήσει) μέχρι το τέλος του πολέμου. Έτσι λοιπόν απέφευγε την ευθύνη και τα έξοδα συντήρησής τους, ενώ ταυτόχρονα βοηθούσε την αγγλική και ελληνική κυβέρνηση αποκτώντας έτσι διαπραγματευτικό πλεονέκτημα έναντί τους.

Κάποιοι όμως από τους στρατιώτες και τους δημοσίους υπαλλήλους είχαν έρθει με τις οικογένειές τους και ζητούσαν να μεταφερθούν και αυτές στη Μέση Ανατολή. Οι αγγλικές αρχές όμως, υπό πίεση την περίοδο αυτή στη Μέση Ανατολή, αρχικά αποδέχονταν μόνο γυμνασμένους στρατιώτες. Οι τουρκικές αρχές από τη δική τους πλευρά ζητούσαν τη γρήγορη αποστολή των προσφύγων εκτός Τουρκίας, ενώ οι γερμανικές διπλωματικές υπηρεσίες διαμαρτύρονταν η Τουρκία, παρότι ουδέτερη, διευκόλυνε την μεταφορά στρατιωτών εμπόλεμων χωρών μέσω του εδάφους της. Οι τουρκικές αρχές προσπάθησαν σε αρκετές περιπτώσεις να επαναπροωθήσουν μέρος των προσφύγων στα νησιά, χωρίς όμως απτό αποτέλεσμα. Τελικά κατόπιν συμφωνίας με τις αγγλικές αρχές τα γυναικόπαιδα το 1941 προωθήθηκαν το 1941 στην Παλαιστίνη. Μέχρι και την αποστολή τους στη Μέση Ανατολή, ένα μέρος από τους πρόσφυγες έμεινε για μικρό διάστημα (από λίγες εβδομάδες έως λίγους μήνες) σε διάφορες πόλεις της δυτικής Τουρκίας – Denizli, Nazilli, Balıkesir, Akhisar, Manisa, Afyon, Aydın. Τη διαχείρισή τους ανέλαβε το τουρκικό Υπουργείο Προνοίας σε συνεργασία με την Ερυθρά Ημισέληνο.

Από το Σεπτέμβριο του 1941 υπήρχαν πληροφορίες για έξοδο γυναικοπαίδων και υπερηλίκων. Τουρκικές αρχές δήλωσαν ότι θα τους επαναπροωθήσουν εφόσον δεν επρόκειτο να σταλούν άμεσα σε Μέση Ανατολή, μέτρο το οποίο ο έλληνας πρέσβης θεώρησε σκληρό, αλλά επιβεβλημένο για να ανασταλή το προσφυγικό «ρεύμα». Τον Οκτώβριο οι τουρκικές αρχές προσπάθησαν να κλείσουν τα σύνορα, απαγόρευσαν τη θεώρηση διαβατηρίων τράνζιτ, ενώ αυξήθηκαν και οι επαναπροωθήσεις.

Με την μαζική έξοδο του 1942, οι πρώτες αντιδράσεις του τουρκικού κρατικού μηχανισμού ήταν να σταματήσει την έξοδο με ενίσχυση μέτρων ασφαλείας – περισσότερους αστυνομικούς και στρατιώτες στις παραλίες, επαναπροωθήσεις, καταπολέμιση δικτύων μετακίνησης προσφύγων. Ταυτόχρονα μέσω διπλωματικής πίεσης επιχείρησαν να επιταχύνουν την διεκπεραίωσή τους. Οι επαναπροωθήσεις και τα μέτρα ασφαλείας όμως δεν απέφεραν αποτέλεσμα. Σε αντίθεση με τον  Έβρο, οι αρχές δεν μπορούσαν να αποτρέψουν την αποβίβασή τους. Ήταν αναγκασμένες να τους αποδεχθούν και κατόπιν προσπαθούσαν να τους προωθήσουν στη Μέση Ανατολή, σε συνεργασία με βρετανικές και ελληνικές αρχές.

Ένα μέσο για να αντιμετωπιστεί η έξοδος του πληθυσμού των νησιών, πέραν των νουθεσιών προς τους πεινασμένους νησιωτικούς πληθυσμούς, ήταν η διανομή τροφίμων από την Τουρκία. Στην διανομή τροφίμων ως λύση του προσφυγικού κατάληξαν όλες οι εμπλεκόμενες αρχές – βρετανικές, τουρκικές και ελληνικές, αλλά όταν πια η διανομή άρχισε να έχει αποτελέσματα χιλιάδες είχαν ήδη φύγει.

Έτσι το καλοκαίρι του 1942 πάνω από 7.000 πρόσφυγες συγκεντρώθηκαν στον Τσεσμέ διαμένοντας σε σκηνές και κρατικά κτήρια. Κάποιοι από τους πρόσφυγες χρειάστηκαν να μείνουν στην Τουρκία για κάποιες βδομάδες ή και για λίγους μήνες καθώς η μεταφορά τους στη Μέση Ανατολή δεν έλαβε χώρα αμέσως. Ο στόχος της τουρκικής κυβέρνησης ήταν η όσο πιο γρήγορη αποστολή των προσφύγων στη Μέση Ανατολή μέσω διαπραγματεύσεων με τις βρετανικές αρχές. Το προσφυγικό λοιπόν αποτέλεσε εξ αρχής διακρατικό ζήτημα. Για την Τουρκία, αφ’ενός αποτελούσε ένα οικονομικό βάρος, αφ’ετέρου όμως λειτουργούσε και ως ένα μέσο πίεσης έναντι των συμμαχικών δυνάμεων, οι οποίες επιθυμούσαν να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικά τους πρόσφυγες, ίσως και ως μέσο αντίστασης σε άλλες απαιτήσεις των συμμάχων.

Οι πρόσφυγες αρχικά μεταφέρονταν με καΐκια στην Κύπρο και από τον Ιούνιο 1942 και σιδηροδρομικώς στη Συρία μέχρι και το Φλεβάρη του 1943. Έκτοτε η αντιμετώπιση των προσφύγων ήταν διαφορετική, καθώς οι υποδομές για την διαχείριση τους είχαν πλέον τεθεί στην Μέση Ανατολή. Οι πρόσφυγες λοιπόν του 1943-45 προωθήθηκαν στην Μέση Ανατολή μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και οι τουρκικές αρχές δεν χρειάστηκε να εμπλακούν στη διαχείρισή τους.

 

Μουσουλμάνοι από Θράκη και Δωδεκάνησα

Με την έναρξη του Πολέμου, η τουρκική κυβέρνηση απαγόρευσε την είσοδο προς εγκατάσταση ατόμων τουρκικής καταγωγής από τα νησιά του Αιγαίου και της Μεσογείου καθώς και από τη βουλγαρική και ελληνική Θράκη. Πρόκειται για έκφραση της πολιτικής βούλησης της Τουρκίας να κρατήσει το μουσουλμανικό πληθυσμό της Θράκης στις εστίες του.

Αντιμέτωπη το 1941 με το τετελεσμένο γεγονός των 12.000 μουσουλμάνων προσφύγων από τη Θράκη, η τουρκική κυβέρνηση αποφάσισε πολύ γρήγορα τον Αύγουστο του 1941 ότι όλοι οι τούρκοι πρόσφυγες που δεν μπορούσαν να αποσταλούν πίσω στην ελληνική και βουλγαρική θράκη και τα νησιά γίνονταν αποδεκτοί ως πρόσφυγες. Η κυβέρνηση εγκατέστησε χιλιάδες δίνοντας τους γη και κατοικία για να μπορέσουν να συντηρήσουν τον εαυτό τους. Επιπλέον, από τον Αυγούστου 1941 μέχρι και τα μέσα του 1942 χιλιάδες Θρακιώτες πρόσφυγες του 1941 έλαβαν την τουρκική υπηκοότητα. Βλέπουμε λοιπόν ότι μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από την φυγή τους από Ελλάδα και σε αντίθεση με την γνωστή βούληση της Τουρκίας να διατηρήσει τη μειονότητα στη Θράκη, οι μουσουλμάνοι Θρακιώτες πρόσφυγες του 1941 πήραν υπηκοότητα, κατοικία και γη.

Οι δωδεκανήσιοι μουσουλμάνοι όμως, οι οποίοι κατέφυγαν στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια του πολέμου, δεν αντιμετωπίστηκαν με τον ίδιο τρόπο. Σχεδόν οι μισοί μουσουλμάνοι της Δωδεκανήσου (4.000 από 7.000) πέρασαν ως πρόσφυγες στην Τουρκία. Οι τουρκικές αρχές τους εγκατέστησαν στο νόμο Μούγλας από όπου τους απαγόρευσε την έξοδο. Ο στόχος των τουρκικών αρχών ήταν να μπορούν εύκολα και γρήγορα να μεταφέρουν τους πρόσφυγες αυτούς στις εστίες τους, όπως και έγινε μέχρι τα τέλη 1945, όταν η μεγάλη τους πλειοψηφία επέστρεψε με σαφή προτροπή των τουρκικών αρχών.

Παρατηρείται, συνεπώς, μία διαφοροποίηση στην αντιμετώπιση των δύο μουσουλμανικών κοινοτήτων. Ενώ το τουρκικό κράτος εγκατέστησε τους Θρακιώτες αμέσως δίνοντας τους υπηκοότητα και γη το 1941-42, το 44-45 επαναπροώθησε τους Δωδεκανήσιους αμέσως μετά την κατάληψη των νήσων από τους συμμάχους. Και ενώ και για τις δύο κοινότητες η επίσημη τουρκική πολιτική ήταν της διατήρησής τους στις εστίες τους, στην πράξη μονάχα η διαχείριση των Δωδεκανησίων έχει ξεκάθαρα αυτόν το στόχο. Πιθανότατα οι τουρκικές αρχές θεώρησαν ότι η επιστροφή των προσφύγων θα ήταν αδύνατη σε μία υπό βουλγαρική κατοχή Θράκη και στη συγκυρία του πολέμου στα τέλη του 1941 το ενδεχόμενο αυτό φαινόταν μάλλον μακρινό. Το 1944-5 αντίθετα, ο πόλεμος είχε κριθεί και τα Δωδεκάνησα δεν είχαν ακόμα επιδικαστεί στην Ελλάδα αλλά διοικούνταν από τις αγγλικές δυνάμεις. Η επιστροφή λοιπόν των προσφύγων φαινόταν και ήταν πιο εύκολη, αλλά ταυτόχρονα συμβάδιζε και με όποιες ελπίδες είχε η Τουρκία για κάποιο ρόλο στην τύχη των Δωδεκανήσων, λόγω πληθυσμού, εγγύτητας με τις ακτές της, και του Οθωμανικού παρελθόντος των νήσων.

Αρχειακές Πηγές

Γενικά Αρχεία του Κράτους/Αρχείο Μέσης Ανατολής.

Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο Υπουργείο Εξωτερικών

Τουρκικά Κρατικά Αρχεία (T.C. Cumhurbaşbakanlığı Devlet Arşivleri)

Αρχείο τουρκικής Ερυθράς Ημισελήνου (Türk Kızılay Arşivi)

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Αργυρόπουλος, Περικλής, Απομνημονεύματα, 2 Τόμοι (Αθήνα, 1971).

Καλβοκορέσης, Λ. Μ., Χρονικόν κατοχής Χίου παρά των Γερμανών 1941-1944 (Αθήνα, 1958).

Λάμψα, Καρίνα, Ιακώβ Σιμπή, Η Διάσωση (Αθήνα: Καπόν, 2014).

Μακριδάκης, Γιάννης, Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Αφηγήσεις 1941-1946 (Αθήνα: Εστία, 2010).

Μιχαηλίδης, Ιάκωβος, Παιδιά του Οδυσσεά: Έλληνες Πρόσφυγες στη Μέση Ανατοή και την Αφρική 1941-1946 (Αθήνα: Μεταίχμιο, 2018).

Akça, Bayram , “II. Dünya Savaşı Yıllarında Ege Adaları’ndan Batı Anadolu Sahillerine Sığınan Mülteciler Meselesi”, Muğla Üniversitesi Sosyal Bilimler Enstitüsü Dergisi, no. 24, 2010, 1-11.

 

Ο Αλέκος Λάμπρου σπούδασε ανθρωπολογία και ιστορία (Προπτυχιακός τίτλος 2000, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης), σύγχρονη ιστορία της Μέσης Ανατολής (Μεταπτυχιακός τίτλος Πανεπιστημίο Manchester 2001), και τουρκική ιστορία (Διδακτορικός τίτλος, Πανεπιστήμιο Leiden 2009). Διδάσκει σύγχρονη ελληνική ιστορία και συγκριτική ελληνο-τουρκική ιστορία στη σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αγκύρας. Δίδαξε σύγχρονη τουρκική ιστορία στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης (2010-11). Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στην μελέτη της κοινωνική ιστορία σε Ελλάδα και Τουρκία, των σχέσεων κοινωνίας-κράτους, του κεμαλικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων και κοινωνικής μηχανικής, και των προσφυγικών ροών από Ελλάδα και Δωδεκάνησα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

 

 

 

Επιλεγμένες δημοσιεύσεις:

  • Lamprou, Alexandros, Nation-Building in Modern Turkey: The People’s Houses, the State, and the Citizen 1932-1951, London: I.B. Tauris, 2015
  • Lamprou, Alexandros, “Negotiating gender identities during mixed-gender activities: amateur theatre in the 1930s and 1940s in Turkey”, British Journal of Middle Eastern Studies 42/4 (2015), 618–637
  • Lamprou, Alexandros, “Nationalist mobilization and state-society relations: the People’s House’s campaign for Turkish in Izmir, June – July 1934”, Middle Eastern Studies 49/5 (2013), 824-39.