Cultures and Cultural Production

«Ο ‘ανοικτός’ αρχαιολογικός χώρος ως εναλλακτικό μοντέλο διαχείρισης σε αστικό περιβάλλον: Ακαδημία Πλάτωνος και Λόφος Φιλοπάππου»

Καταπότη Δέσποινα, Σκουνάκη Ιουλία, Γκουμοπούλου Γεωργία

ΈρευναΗμερίδαΑποτελέσματα ΈρευναςΣύντομα ΒιογραφικάΔημοσιεύσεις

Συνοπτική Περιγραφή της Έρευνας

Εκκινώντας από μια καταρχήν περιγραφή των βασικών χαρακτηριστικών του κυρίαρχου μοντέλου διαχείρισης των αρχαιολογικών χώρων, το οποίο συμβατικά ονομάζεται «κλειστό», η έρευνα έχει ως στόχο αφενός να καταδείξει την ύπαρξη εξαιρέσεων στον κανόνα και αφετέρου να ανιχνεύσει τις δυνατότητες και προϋποθέσεις εφαρμογής στο ελληνικό αστικό περιβάλλον ενός διαφορετικού μοντέλου διαχείρισης των χώρων αυτών, το οποίο ορίζεται ως «ανοιχτό». Χρησιμοποιεί ως πεδίο έρευνας την πόλη της Αθήνας και, ειδικότερα, ως μελέτες περίπτωσης δύο ιδιάζοντες αρχαιολογικούς χώρους, την Ακαδημία Πλάτωνος και τον Λόφο Φιλοπάππου, οι οποίοι λειτουργούν ταυτόχρονα ως προστατευόμενοι τόποι προβολής της αρχαιολογικής κληρονομιάς και ως χώροι πρασίνου, περιπάτου και αναψυχής, με ελεύθερη πρόσβαση. Ο «υβριδικός» χαρακτήρας των χώρων τούς καθιστά παραδειγματικές εξαιρέσεις στον κανόνα και υπαγορεύει την αναγνώριση ύπαρξης ενός διακριτού ως προς το ηγεμονικό μοντέλου διαχείρισης των αρχαιολογικών χώρων, τη διερεύνηση της εννοιολογικής οριοθέτησής του, της ιστορικής διαδρομής και λειτουργίας του, με στόχο τη συγκρότηση ενός θεωρητικού πλαισίου για την κατανόηση, την αξιολόγηση και την περαιτέρω εφαρμογή του.

Η έρευνα συνιστά πρωτότυπη και καινοτόμο εργασία, καθώς συμβάλλει στην κάλυψη ενός σημαντικού κενού που υπάρχει στη διεθνή και εγχώρια βιβλιογραφία τόσο ως προς την αποσαφήνιση της έννοιας της «ανοικτότητας» όσο και ως προς τη χαρτογράφηση των τρόπων διαχείρισης των αρχαιολογικών χώρων στην Ελλάδα, τη συστηματοποίηση και ανάλυση των ιστορικών, αξιακών, χωρικών και διαχειριστικών παραμέτρων που υποδεικνύουν την ταυτότητα, μορφή και τις κοινωνικές λειτουργίες των χώρων αυτών. Με δεδομένο τον μεγάλο και διαρκώς αυξανόμενο αριθμό των αρχαιολογικών χώρων στη χώρα μας, το εν λόγω ερευνητικό εγχείρημα προκύπτει ως ανάγκη να διευρυνθεί ο προβληματισμός και οι επιλογές ως προς τις πρακτικές διαχείρισης και ανάδειξης τους, λαμβάνοντας υπόψη τις προκλήσεις που θέτει η σύγχρονη κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα των ελληνικών πόλεων καθώς και τα πληθυντικά οράματα και συμφέροντα των διαφόρων υποκειμένων που εμπλέκονται στην παραγωγή, το σχεδιασμό και τη χρήση των μνημειακών χώρων.

Μεθοδολογικά, η έρευνα εφαρμόζει μια διεπιστημονική προσέγγιση (μουσειολογική-πολεοδομική), προκειμένου να αναδειχτούν και να αναλυθούν επαρκώς τόσο η διάσταση της σχέσης με το «έξω», δηλαδή των αρχαιολογικών χώρων με το ευρύτερο αστικό περιβάλλον τους, όσο και εκείνη της λειτουργίας «εντός», αν και πως δηλαδή άνθρωποι και μνημεία συνδιαλέγονται μέσα σε ένα οριοθετημένο σύστημα και σε αναφορά με τους χωρικούς και νοηματικούς τρόπους «ανάγνωσης»/αφήγησης των μνημείων που έχει θέσει σε κάθε περίπτωση ο μουσειολογικός σχεδιασμός. Μέσα ακριβώς από την ανάγνωση ενός πλαισίου δυνατοτήτων λειτουργίας και διαχείρισης των αρχαιολογικών χώρων εντός αστικού ιστού με όρους «ανοικτότητας» και διαλόγου με το περιβάλλον τους, χωρικό και κοινωνικό, η έρευνα επιχειρεί εντέλει να εξάγει συμπεράσματα σχετικά με την ένταξη των χώρων στην καθημερινή ζωή της σύγχρονης πόλης και να συμβάλλει στην ανανέωση εννοιών και αρχών όπως «απόλυτη προστασία» (των μνημείων), «βιωσιμότητα», «συμμετοχικότητα», αλλά και ευρύτερα, αυτής καθαυτής της σημασίας των αρχαιολογικών-μνημειακών τόπων στη συγκρότηση ιστορικής γνώσης και συνείδησης και στην ποιοτική αναβάθμιση της αστικής καθημερινότητας.

Η έρευνα της ομάδας Καταπότη, Σκουνάκη και Γκουμοπούλου ενισχύθηκε οικονομικά από το ΚΕΑΕ με τη χρηματοδότηση του
Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση.

Ημερίδα

«Ανάδειξη και διαχείριση μνημείων στην Ελλάδα:
Σύγχρονες προσεγγίσεις και προοπτικές»

26 Οκτωβρίου 2018
Αμφιθέατρο «Ιωάννης Δρακόπουλος»
Πανεπιστήμιο Αθηνών (κεντρικό κτίριο, Πανεπιστημίου 30)

Η ημερίδα πραγματοποιείται στο πλαίσιο της έρευνας «Ο “ανοικτός αρχαιολογικός χώρος” ως εναλλακτικό μοντέλο διαχείρισης σε αστικό περιβάλλον: Ακαδημία Πλάτωνος και Λόφος Φιλοπάππου» που χρηματοδοτεί το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (ΚΕΑΕ) για το έτος 2018, με την υποστήριξη του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση.

 


Νότα Πάντζου (συντονίστρια), Άρης Αναγνωστόπουλος, Λένα Στεφάνου, Φωτεινή Βενιέρη, Δέσποινα Νάζου, Αγιάτις Μπενάρδου
Αλεξάνδρα Μπούνια, Μάνος Παπαδάκης, Γιώργος Καρατζάς, Στέλιος Λεκάκης, Ιουλία Σκουνάκη, Γεωργία Γκουμοπούλου

 

 

 

 

 

 

 

 

Ομιλητής: Μάνος Παπαδάκης
Ομιλητής: Στέλιος Λεκάκης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ομιλητής: Δημήτρης Πλάντζος
Ομιλήτρια: Ιουλία Σκουνάκη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δέσποινα Καταπότη
Ιουλία Σκουνάκη, Γεωργία Γκουμοπούλου

 

 

 

 

 

 

 

 


Πρόγραμμα Ημερίδας 

Α΄ ΕΝΟΤΗΤΑ

09:00–09:05  Άντα Διάλλα (Πρόεδρος ΔΣ ΚΕΑΕ, Σχολή Καλών Τεχνών)

Χαιρετισμός εκ μέρους του Κέντρου Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες

09:05–9:25    Δημήτρης Πλάντζος (Διευθυντής ΔΠΜΣ, Πανεπιστήμιο Αθηνών)

«”Εγώ και συ πάντα μαζί”: η ανάδειξη πέρα απ’ τη διαχείριση»

09:25–09:45    Αλεξάνδρα Μπούνια (Πανεπιστήμιο Αιγαίου, UCL Qatar)

«Πέρα από την υλικότητα: η διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και οι μεταβαλλόμενες έννοιες της αξίας»

 

Β΄ ΕΝΟΤΗΤΑ
Συντονισμός: Ανδρομάχη Γκαζή (Πάντειο Πανεπιστήμιο)

 

09:45–10:00 Στέλιος Λεκάκης (McCord Centre/Newcastle University, MONUMENTA)

«Η ταυτότητα της πολιτιστικής διαχείρισης στην Ελλάδα και η απουσία της θεωρίας»

10:00–10:15 Γιώργος Καρατζάς (Δρ., Μετσόβιο Πολυτεχνείο), Γιώργος Βήτος (Δρ., Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας)

«Από το “Πρόβλημα της Μορφής” στην ανάδειξη της αστικής κληρονομιάς της παλιάς πόλης της Ρόδου σήμερα»

10:15–10:30 Μάνος Παπαδάκης (ΔΠΜΣ), Γιώργος Βαβουρανάκης (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

«Ζητήματα αναγνωσιμότητας, οριοθέτησης και προσβάσεων στην Κνωσό. Από το θεωρητικό πλαίσιο προς μία ενδεικτική μελέτη περίπτωσης»

10:30–10:45 Ιουλία Σκουνάκη (KEAE), Γεωργία Γκουμοπούλου (KEAE, ΣΠΕ ΕΜΠ), Δέσποινα Καταπότη (KEAE, ΔΠΜΣ, Πανεπιστήμιο Αιγαίου)

«Ο “ανοικτός αρχαιολογικός χώρος” ως εναλλακτικό μοντέλο διαχείρισης σε αστικό περιβάλλον: Ακαδημία Πλάτωνος και Λόφος Φιλοπάππου»

10:45–11.10 Συζήτηση

 

Διάλειμμα

 

Γ΄ ΕΝΟΤΗΤΑ
Συντονισμός: Νότα Πάντζου (Πανεπιστήμιο Πατρών)

 

11:30–11:45 Φωτεινή Βενιέρη (Ιόνιο Πανεπιστήμιο)

«Το μουσειακό θέατρο: μια “νέα” ερμηνευτική στρατηγική»

11.45–12:00  Αγιάτις Μπενάρδου (Ερευνητικό Κέντρο «Αθηνά», Πανεπιστήμιο Γλασκώβης)

«Οι βυθιστικές τεχνολογίες ως μέθοδοι ανάδειξης ιστορικά φορτισμένων χώρων πολιτιστικής κληρονομιάς»

12:00–12:15    Νένα Γαλανίδου  (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Δέσποινα Νάζου (Πανεπιστήμιο Κρήτης)

«Στου “τουρισμού την ανοχή…”:  Αρχαιολογική κληρονομιά, καταγωγικοί μύθοι και πολιτιστικές πολιτικές στο Μεγανήσι, κεντρικό Ιόνιο Πέλαγος»

12:15–12:30 Ελένη Στεφάνου (Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο), Άρης Αναγνωστόπουλος (University of Kent, ΑΣΟΕΕ), Ευάγγελος Κυριακίδης (University of Kent)

«Ενεργοποίηση τοπικών κοινοτήτων και συμμετοχική διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς: στόχοι, περιορισμοί και προοπτικές μέσα από το παράδειγμα των Γωνιών Μαλεβιζίου»

12.3012.55 Συζήτηση

 

Διάλειμμα

 

13:15–14:00 Γενική Συζήτηση

Συντονισμός: Δέσποινα Καταπότη, Ιουλία Σκουνάκη, Γεωργία Γκουμοπούλου

 


Πρόγραμμα Ημερίδας (PDF)

Αφίσα Ημερίδας (PDF, JPG)

Βιογραφικά Συμμετεχόντων και Περιλήψεις Ανακοινώσεων (PDF)

Έρευνα: «Ο ‘ανοικτός’ αρχαιολογικός χώρος ως εναλλακτικό μοντέλο διαχείρισης σε αστικό περιβάλλον: Ακαδημία Πλάτωνος και Λόφος Φιλοπάππου»

Ερευνητική Ομάδα: Δέσποινα Καταπότη, Ιουλία Σκουνάκη, Γεωργία Γκουμοπούλου

Η έρευνα «Ο ‘ανοικτός’ αρχαιολογικός χώρος ως εναλλακτικό μοντέλο διαχείρισης σε αστικό περιβάλλον: Ακαδημία Πλάτωνος και Λόφος Φιλοπάππου» χρηματοδοτήθηκε από το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (ΚΕΑΕ) για το έτος 2018, με την υποστήριξη του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση.

Το κλειστό μοντέλο

Το κυρίαρχο μοντέλο διαχείρισης των αρχαιολογικών χώρων στην Ελλάδα προβλέπει ότι η προστασία και ανάδειξη των μνημείων γίνεται εντός σαφώς οριοθετημένου, περιφραγμένου και φυλασσόμενου χώρου, στον οποίο το κοινό έχει πρόσβαση υπό προϋποθέσεις και για χρήσεις που ορίζονται από μια αρχή. Ας το ονομάσουμε «κλειστό μοντέλο».

Ο οπτικός επιτονισμός, και ταυτόχρονα η απομόνωση των μνημείων και αποσύνδεση τους από δραστηριότητες του καθημερινού βίου, είναι πρακτικές που μεταφέρουν και εγγράφουν στο χώρο μια κυρίαρχη, έως πρόσφατα, νεωτερική αντίληψη για τον παρελθόν ως «τετελεσμένο», ως μια χρονική οντότητα το πέρας της οποίας καταδεικνύεται και μέσα από την οριοθέτηση της στο φυσικό χώρο (ενδ. Olsen 2012: 215, βλ. επίσης Thomas 2004: 79, Díaz-Andreu και Champion 1996). Από τον 19ο αι. οι μεγάλοι αρχαιολογικοί χώροι της Μεσογείου αναγνωρίζονται ως αποκλειστικά πεδία έρευνας και παραγωγής επιστημονικού λόγου και, βέβαια, ως χώροι αναπαραστάσεων που «εικονοποιούν» και «τεκμηριώνουν» εθνικά και αποικιοκρατικά αφηγήματα (ενδ. Catapoti 2013, Catapoti και Relaki 2013, Χαμηλάκης 2012, Πλάντζος 2014: 104, 260–272, Sack 1986 Smith 2008, White 1973 Wylie 2005, Yalouri 2001). Σύμφωνα με το κυρίαρχο νεωτερικό παράδειγμα, ο αρχαιολογικός χώρος καθίσταται μια προστατευόμενη περιοχή ελεγχόμενης πρόσβασης (Carman 2005, Smith 2008, Stroulia and Buck-Sutton 2010: 3), με το κράτος και την επιστημονική κοινότητα να αναλαμβάνουν, και θεσμικά, τον κύριο ρόλο, όχι μόνο ως προς τη διάσωση των αρχαιοτήτων ως υλικών τεκμηρίων του παρελθόντος, αλλά και ως προς τον καθορισμό της ερμηνείας, των νοημάτων και των άυλων αξιών τους (Appadurai 2008, Catapoti 2013: 263-266, Hall 2008: 220, Nicholas και Hollowell 2007: 60, Pels 1997, Smith 2004: 68–74, 2008: 62–3).

Έτσι από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως και σήμερα υφίσταται ένα ιδιαίτερα συγκεντρωτικό σύστημα στη διαχείριση των μνημείων, με την Αρχαιολογική Υπηρεσία να έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο σχετικά με τους τρόπους χρήσης και ανάδειξης των αρχαιολογικών πόρων[1] (Vavouranakis 2018, Voudouri 2008). Το αποτέλεσμα είναι να καλλιεργείται κλίμα καχυποψίας και συνωμοσιολογίας μεταξύ της αρχαιολογικής κοινότητας και των τοπικών ή άλλων ενδιαφερόμενων κοινοτήτων («stakeholders»), ενώ τροφοδοτείται μια γνώριμη για τα ελληνικά δεδομένα κατάσταση, όπου το κράτος, η Αρχαιολογική Υπηρεσία εν προκειμένω, είναι ταυτόχρονα εχθρός αλλά και μοναδικός υπεύθυνος για καθετί που γίνεται ή δεν γίνεται. Με άλλα λόγια, επικρατεί μια «διπολικού» τύπου συνθήκη όπου, τη μια στιγμή, η Υπηρεσία καταγγέλλεται ως γραφειοκρατική, αντιαναπτυξιακή, συγκεντρωτική, μεροληπτική ή εθνοκεντρική, ενώ την άλλη, καλείται να προστατεύσει τους ευάλωτους, μη ανανεώσιμους και «ιερούς» αρχαιολογικούς πόρους από την αρχαιοκαπηλία, τον βανδαλισμό, την κακή ή υπερβολική χρήση (ενδ. Catapoti, Skounaki και Gkoumopoulou: υπό έκδοση, Fotiadis 2010, Alexopoulos και Fouseki 2013, Stroulia και Buck Sutton 2010, Πλάντζος 2018: 106). Από μία άλλη πλευρά, ασκείται κριτική στο «κλειστό μοντέλο» ότι ενεργοποιεί την οικονομική αξία των αρχαιολογικών πόρων, μετατρέποντας τους σε τουριστικό προϊόν (Catapoti 2013: 270, Hamilakis και Duke 2007, Holtorf 2005, Kehoe 2007, Lowenthal 2002, Silberman 2007: 179-182, Walsh 1992), ενώ την ίδια στιγμή οι τοπικές κοινότητες υποστηρίζουν και προωθούν αυτή την πολιτική, αναγνωρίζοντας τις αναπτυξιακές προοπτικές που ανοίγει για τον τόπο τους (Bianchi 2003, Boissevain 1996, Γαλάνη-Μουτάφη 2002; Urry 1990, Zarkia 1996).

Η γενική εικόνα που δημιουργείται, από μια κατάσταση και συζήτηση με μεγάλη έκταση και πολλές κατευθύνσεις, είναι ότι, από τη μια μεριά, το «κλειστό μοντέλο» φέρει το στίγμα ενός συγκεντρωτικού εργαλείου άσκησης διαχειριστικής πολιτικής, από την άλλη, αποδεικνύεται ανθεκτικό και λειτουργικό, αφού παράγει αξίες που κεφαλοποιούνται σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.

Η εννοια της ανοικτότητας

Η «ανοικτότητα», ως ιδέα και έννοια, εμφανίζεται στα περισσότερα πεδία των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών και των επιστημών του χώρου. Είναι μια μετανεωτερική αρχή που θεωρητικά έρχεται να θεραπεύσει «ασύμμετρες σχέσεις» (μεταξύ υποκειμένων αλλά και υποκειμένων και αντικειμένων) που διαμορφώνονται σε έναν χώρο, όπου «χώρος» μπορεί να είναι οποιοδήποτε θεματική περιοχή ή πεδίο μπορεί να προσδιοριστεί/γίνει αντιληπτό ως τέτοιος (open space, open text, open archive, open file, open art, «open schools for open societies», open museums, κ.ά.) (McComas 2014: 95).

Στο πεδίο της διαχείρισης της αρχαιολογικής κληρονομιάς που εξετάζεται εδώ, η ανοικτότητα καθίσταται σταδιακά ο «κοινός παρανομαστής» πολλών και διαφορετικών πρακτικών και ενεργειών, ένας όρος «ομπρέλα» που χρησιμοποιείται ευρέως με ποικίλα νοήματα (Catapoti 2013, Catapoti, Skounaki και Gkoumopoulou: υπό έκδοση).

Ήδη από τη δεκαετία του ’80 διατυπώνεται διεθνώς το αίτημα να «ανοίξουν» τα μνημεία στην κοινωνία. Από τη σκοπιά της λεγόμενης «δημόσιας αρχαιολογίας», αναζητούνται νέοι τρόποι επικοινωνίας με το κοινό και διάχυσης της αρχαιολογικής-ιστορικής γνώσης στους πολίτες (ενδ. Merriman 2004, Little 2012, Γαλανίδου 2012). Η «πολυφωνία» καθίσταται ζητούμενο και εκ μέρους μεγάλης μερίδας ερευνητών και επαγγελματιών του πεδίου της πολιτιστικής κληρονομιάς, όπου το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τα υλικά αντικείμενα στα υποκείμενα πρόσληψης. Tα μνημεία δεν αρκούσε να είναι «δημόσια», δηλαδή να εξασφαλίζει το κράτος ότι θα είναι προσβάσιμα στο κοινό και τους πολίτες του (με ελεγχόμενη ή μη πρόσβαση), αλλά έπρεπε να αναγνωριστεί η «ανοικτότητα» ως προς τα νοήματα και τη σημασία τους και να «εκδημοκρατιστούν» τα συστήματα διαχείρισής τους, άλλοτε επιλέγοντας τη διαμεσολαβημένη ενσωμάτωση των σημασιών ή αξιών που διαφορετικοί stakeholders προσδίδουν σε αυτά («αξιοκεντρικό μοντέλο διαχείρισης»), άλλοτε εξασφαλίζοντας την άμεση συμμετοχή των μη ειδικών, της «κοινωνίας των πολιτών» ή τοπικών κοινοτήτων στα πεδία του σχεδιασμού, των αποφάσεων και της διαχείρισης (ενδ. Carman 2002, Harrison 2013: 204 κ.εξ., Mathers κ.ά. 2005, Πούλιος 2015, Smith και Waterton 2009). Όλα αυτά στη θεωρία και στον επίσημο διεθνή θεσμικό λόγο (ενδ. Χάρτης της Μπούρα, 1999, Διακήρυξη της Βουδαπέστης για την Παγκόσμια Κληρονομιά, 2002, Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς, 1992, Nara+20 Document, 2014). Στην πράξη, σε κρατικό και τοπικό επίπεδο, η ανταπόκριση κάθε κοινωνίας και των θεσμών διακυβέρνησής στις παραπάνω κατευθύνσεις υπήρξε συγχρονικά και διαχρονικά διαφορετική.

Στην Ελλάδα, τις τελευταίες δεκαετίες καταγράφεται πλήθος πρωτοβουλιών που πήραν τόσο οι κρατικές αρμόδιες υπηρεσίες, όσο και ιδιωτικοί πολιτιστικοί φορείς, ανεξάρτητες ομάδες πολιτών και ερευνητών ανταποκρινόμενοι θετικά στην ιδέα του ανοίγματος των χώρων και μνημείων στην κοινωνία: κεντρικά σχεδιασμένες προτάσεις εναλλακτικής χρήσης των («κλειστών», ως επί το πλείστον) αρχαιολογικών χώρων, οι οποίοι καθίστανται το σκηνικό δράσεων πολιτιστικού-ψυχαγωγικού περιεχόμενο (π.χ. μουσικές συναυλίες, καλλιτεχνικές δράσεις); ενέργειες για την επανάχρηση μνημείων, όπως των αρχαίων θεάτρων; πρωτοβουλίες για εθελοντική συμμετοχή σε ανασκαφικά προγράμματα; πακέτα περιηγητικού-αρχαιολογικού τουρισμού. Υπό την ίδια οπτική, μπορεί να εξεταστεί και η ανάπτυξη πολυάριθμων ψηφιακών εφαρμογών (π.χ. πηγές ανοικτής πρόσβασης, αναπαραστάσεις και περιηγήσεις εικονικής και επαυξημένης πραγματικότητας, προβολή των μουσείων στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης), αλλά και τα «αρχαιολογικά πάρκα», τα οικομουσεία, τα Προγράμματα Ενοποίησης αρχαιολογικών χώρων, εφόσον εντάσσουν τόπους και μνημεία σε ευρύτερα χωρικά, τοπιακά και νοηματικά σύνολα, συνδέοντάς τα με την καθημερινότητα της πόλης και της υπαίθρου (Catapoti, Skounaki και Gkoumopoulou: υπό έκδοση, Silberman 2007).

Είναι ενδιαφέρον ότι πρωτοβουλίες λαμβάνονται τόσο από την Υπηρεσία, που θέλει να κινηθεί πέρα από το «κλειστό» modus operandi, αλλά με όρους που θέτουν οι ίδιοι οι αρχαιολόγοι (π.χ. τα μνημεία και οι χώροι ανοίγουν σε συγκεκριμένη ώρα, ημερομηνία και για συγκεκριμένες δραστηριότητες), όσο και από τον αστικό πληθυσμό ή συγκεκριμένες ομάδες, που μέσα από κινηματικές δράσεις διεκδικούν τη διεύρυνση των χώρων αναψυχής και εκπαίδευσης στην πόλη. Πολύ συχνά, τέτοιες προσπάθειες αποβλέπουν στη δημιουργία τουριστικής υπεραξίας ή εντάσσονται στον παραγωγικό κύκλο «βιομηχανιών της πληροφορίας και της εκπαίδευσης», που βασίζονται στην προσέλκυση μικρότερων ηλικιακών ομάδων και χρηματοδότησης ή στην επαγγελματική κατοχύρωση και ακαδημαϊκή προβολή.

Κοινό σημείο πολλών ερευνών και αναλύσεων τα τελευταία χρόνια (βλ. Catapoti 2013 για βιβλιογραφία) αποτελεί η διαπίστωση ότι το φαινόμενο της «αφθονίας» σε κατηγορίες, είδη, σημασίες και απόψεις στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν ερμηνεύεται μονοσήμαντα ως κοινωνική διάχυση ενός θεωρητικού προβληματισμού που προβάλλει τις αρχές της «ανοικτότητας» και του δημοκρατικού πλουραλισμού. Αλλά ότι αυτές υιοθετούνται και ανατροφοδοτούνται από διαφορετικές ιδεολογικές ατζέντες (Antoniadou κ.ά. 2018): από νεοφιλελεύθερες στρατηγικές προώθησης νέων προϊόντων έως και μικρής κλίμακας δράσεις πολιτικοποιημένων ομάδων που αντιτίθενται στην εμπορευματοποίηση, τον κοινωνικό αποκλεισμό ή τον θεσμικό ολοκληρωτισμό. Ήδη από τη δεκαετία του ’80, ο Jameson (1984) είχε μιλήσει για την «πλουραλιστική» λογική του ύστερου καπιταλισμού και πως αυτή ενισχύει τον κοινωνικό κατακερματισμό, καλλιεργεί την ατομικότητα, ρευστοποιεί και ανασυνθέτει κατηγορίες και περιοχές  (του χώρου, του χρόνου, του κοινωνικού, του πολιτικού, κ.ά), επανεπινοώντας διαρκώς νέα προϊόντα για νέες ταυτότητες και νέες υποκειμενικότητες (Harvey 1989, Anderson 1998, Catapoti 2013: 269-70). Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η διαρκής ανανέωση του «παρελθόντος» και του μνημειακού αποθέματος, το οποίο παράγεται, ελέγχεται, αξιολογείται και αξιοποιείται από πολλές θέσεις, και με πολλές διαφορετικές προθέσεις, εντός του φυσικού και ψηφιακού χώρου (από ειδικούς, ιδρύματα, επιχειρήσεις, μέσα μαζικής ενημέρωσης, τοπικές κοινότητες, επισκέπτες, κοκ) (ενδ. Anderson 1998, Appadurai 2008, Hamilakis και Duke 2007, Hazan 2007, Hodder 1999α, 1999β, Holtorf 2005, Lowenthal 2002). Εν συντομία, η «πολυφωνία» και διάρρηξη των ορίων οδηγεί ταυτόχρονα τόσο στον εκδημοκρατισμό όσο και στην εμπορευματοποίηση του παρελθόντος (Frank 2015: 25).

Μελέτες Περίπτωσης: Λόφος Φιλοπάππου και Αλσοσ Ακαδημίας Πλάτωνος

Το «πλουραλιστικό τοπίο» δράσεων που περιγράφηκε παραπάνω ορίζει ασφαλώς ένα νέο ευρύχωρο πλαίσιο επικοινωνίας των αρχαιολογικών μνημείων και χώρων με το κοινό, καίτοι παραμένει ασαφές σε ποιο βαθμό επερωτά το ηγεμονικό «κλειστό μοντέλο διαχείρισης». Σε ερευνητικό επίπεδο η ανοικτότητα παραμένει μια έννοια εξαιρετικά ασαφής, η οποία σπάνια αναλύεται, οριοθετείται ή παραμετροποιείται.

Η έρευνα εστίασε στη σχέση ανοικτότητας και αρχαιολογικού χώρου: Για τι είδους ανοικτότητα ή ανοικτότητες μιλάμε στην περίπτωση των αρχαιολογικών χώρων, σε τι αφορά η πρόσβαση, ποιες μορφές ή διαβαθμίσεις έχει, και βέβαια τι συνεπάγεται όσον αφορά τον σχεδιασμό και τη διαχείριση των χώρων;

Η επιλογή της κατηγορίας του «αρχαιολογικού χώρου» δεν έγινε τυχαία, αλλά ως πρόθεση να καλυφθεί ένα σημαντικό κενό στην έρευνα που αφορά στους τρόπους διαχείρισης των αρχαιολογικών χώρων στην Ελλάδα, τους παράγοντες που καθορίζουν τη μορφή τους, τις πολλαπλές κοινωνικές λειτουργίες τους. Επακόλουθο της έλλειψης ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων είναι και η αισθητή απουσία κριτηρίων αξιολόγησης για τους τρόπους διαχείρισης των ιδιότυπων αυτών πολιτιστικών χώρων και, κατ’ επέκταση, συνεκτικών και τεκμηριωμένων προτάσεων για την παγίωση επιμέρους πρακτικών ή την αναμόρφωση, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, των διαχειριστικών μοντέλων τους. Ως πεδίο ενδιαφέροντος ορίστηκε η πόλη της Αθήνας και, ειδικότερα, ως μελέτες περίπτωσης το Αρχαιολογικό Άλσος της Ακαδημίας Πλάτωνα και ο Λόφος Φιλοπάππου.

Συγκεντρώθηκε και εξετάστηκε πρωτογενές αρχειακό και δευτερογενές βιβλιογραφικό υλικό που τεκμηριώνει σχεδιαστικά οράματα και ιστορικούς μετασχηματισμούς των δύο χώρων (νόμοι και αποφάσεις των φορέων διαχείρισης, μελέτες σχεδιασμού και ένταξης σε ευρύτερα πολεοδομικά σχέδια, μελέτες για την ιστορία των ανασκαφών και την ερμηνεία των αρχαιολογικών καταλοίπων, κείμενα τοπικών συλλόγων, κριτικές αναλύσεις). Διενεργήσαμε ημιδομημένες συνεντεύξεις σε βάθος με πρόσωπα που ενεπλάκησαν στις διαδικασίες σχεδιασμού και διαμόρφωσης των επιλεγμένων χώρων και με εργαζόμενους και εκπροσώπους των φορέων διαχείρισης. Επίσης, προχωρήσαμε σε συστηματική επιτόπια παρατήρηση στους χώρους λαμβάνοντας υπόψη συγκεκριμένες χρονικο-κοινωνικές μεταβλητές (ημέρα-νύχτα, καθημερινή/εργάσιμη-αργία, εξαιρετικές περιστάσεις, όπως η Καθαρά Δευτέρα για τον Λόφο Φιλοπάππου) με στόχο να ανιχνευθούν χρονικές και χωρικές πυκνώσεις επισκέψεων και κατηγορίες δραστηριοτήτων. Παράλληλα, καταγράψαμε επιμέρους χρήσεις και λειτουργίες, διαχειριστικές και μουσειολογικές παρεμβάσεις (μέσα προστασίας των αρχαιοτήτων, μέσα ερμηνείας-επικοινωνίας μνημείων και κοινού) τόσο εντός όσο και και εκτός του αρχαιολογικού τους ορίου, καθώς και τους τρόπους συσχέτισης των δύο χώρων με την κοινωνική φυσιογνωμία των γειτονιών που τους περιβάλλουν. Ερευνητική μας πρόθεση ήταν να διαπιστώσουμε τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο χωρικό σχεδιασμό και τα υποκείμενα πρόσληψης του: πώς δηλαδή διαμορφώνονται οι χώροι «από τα πάνω» και πώς εν συνεχεία επαναπροσδιορίζονται «από τα κάτω».

Η έρευνα επιβεβαίωσε την εμπειρικά περιεγραμμένη υπόθεση εργασίας, ότι οι δύο μελέτες περίπτωσης αφορούν δημόσιους χώρους, και συγκεκριμένα, κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους που διαθέτουν όμως κι άλλη μία χρήση αυτή των κοινόχρηστων χώρων πρασίνου – χρήση που κατοχυρώνεται και από το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας τους. Το γεγονός αυτό τους καθιστά de facto παραδειγματικές εξαιρέσεις στον κανόνα του «κλειστού μοντέλου». Εκτιμώντας ότι οι χώροι αυτοί αντιπροσωπεύουν ένα διαφορετικό μοντέλο ανάδειξης-διαχείρισης, περισσότερο «ανοιχτό», που αξιώνει τη συγκρότηση ενός θεωρητικού και μεθοδολογικού πλαισίου κατανόησης του, επιδιώξαμε να ερευνήσουμε με συστηματικό τρόπο πώς ακριβώς επιτελούν από κοινού τις δύο αυτές λειτουργίες («αρχαιολογικός χώρος-αστικό πάρκο»), πώς αυτές μπορούν να συνυπάρξουν και ποιες συνέπειες έχουν όσον αφορά την πρόσληψη και διαχείριση του χώρου και των μνημείων.

Αρχαιολογικό Άλσος της Ακαδημίας Πλάτωνος

Το Άλσος χωροθετείται σε μια περιοχή της Αθήνας[2] που χαρακτηρίζεται από τη συλλειτουργία ετερόκλητων χρήσεων γης και δραστηριοτήτων, με μεγάλες διαφοροποιήσεις στην κτηριακή πυκνότητα, στην ποιότητα του οικιστικού περιβάλλοντος και ύπαρξη αρκετών αστικών κενών. Στα όριά του αναπτύσσονται βιοτεχνικές χρήσεις από το θεσμοθετημένο ΒΙΟΠΑ (με αξιόλογα δείγματα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής) και περιοχές κατοικίας με ιστορικές γειτονιές-φορείς αστικής μνήμης. Ο αρχαιολογικός χώρος με το ειδικό βάρος που κατέχει στην αθηναϊκή ιστορική αφήγηση ως τόπος όπου κάποτε λειτούργησε η περίφημη φιλοσοφική Ακαδημία του Πλάτωνα φέρει συμβολική αξία με υπερτοπικά χαρακτηριστικά, γεγονός που τονίζεται ήδη στο πρώτο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας (ΡΣΑ) (Ν.1515/1985) αλλά και από την ένταξή του στο πρόγραμμα ενοποίησης της ΕΑΧΑ. Το όραμα για τον αρχαιολογικό χώρο και την ευρύτερη περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνα περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός «Υπερτοπικού Πόλου Πολιτιστικών Δραστηριοτήτων», της Ακαδημίας των Εθνών και της ίδρυσης του Αρχαιολογικού Μουσείου της Πόλεως Αθηνών στα πλαίσια ολοκληρωμένων μητροπολιτικών παρεμβάσεων (Γκουμοπούλου 2013, ΡΣΑ 2014, http://www.cityofathens.gr/node/9806). Παρ’ όλα αυτά, το Άλσος αναφέρεται άμεσα στη γειτονιά και λειτουργεί κυρίως σε επίπεδο τοπικής κλίμακας. Σε αυτό έχουν συμβάλει η κακή σύνδεση του χώρου με το δίκτυο ΜΜΜ και το κέντρο της Αθήνας, αλλά και η μη ολοκλήρωση του προαναφερθέντος κεντρικού «οράματος» (διακοπή του προγράμματος ενοποίησης που αφήνει «εκτός» την Ακαδημία Πλάτωνα, εκκρεμότητα κατασκευής του Μουσείου).

Οι ανασκαφές στο χώρο ξεκινούν το 1930 (και συνεχίζονται έως το 1939) με πρωτοβουλία του αρχιτέκτονα Π.Ζ. Αριστόφρων, ο οποίος οραματίζεται την αναβίωση της Πλατωνικής Ακαδημίας και με δικά του έξοδα απαλλοτριώνει μια τεράστια για την εποχή έκταση. Δεύτερος κύκλος ερευνών διεξάγεται με χρηματοδότηση της Αρχαιολογικής Εταιρείας την περίοδο 1956–1961. Μεταξύ των ευρημάτων, υπάρχουν κτιριακά κατάλοιπα που ερμηνεύονται ως μέρη του αθηναϊκού Γυμνασιακού συγκροτήματος που λειτουργούσε στο αρχαίο προάστιο της Ακαδημίας ή και της ίδιας της σχολής του Πλάτωνα («Παλαίστρα», «Τετράγωνο Περιστύλιο»), αλλά και οίκισμα των Προϊστορικών χρόνων που σχετίζεται με τη λατρεία του Ακάδημου, μυθικού ήρωα-οικιστή της περιοχής («Οικία του Ακαδήμου»). Η αρχαιολογική έρευνα συνεχίζεται με ευθύνη της Γ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (σημ. Εφορεία Αρχαιοτήτων Αθηνών) (αναλυτικά βλ. Παναγιωτόπουλος και Χατηζευθυμίου 2017).

Το 1937 γίνεται η πρώτη επίσημη θεσμοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου (Ν.809/1937-ΦΕΚ 325Α/17.08.1937). Έκτοτε, και ιδιαίτερα μεταπολεμικά, ο αρχαιολογικός χώρος διαρκώς συρρικνώνεται, καθώς επανέρχεται επιτακτικά η οικιστική ανάγκη. Το 1979 αποφασίζεται η δημιουργία και χρήση του ως αστικού άλσους (ΦΕΚ 720Δ/29.12.1979). Τη δεκαετία του ’90, η Αρχαιολογική Υπηρεσία επιβλέπει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα κατεδαφίσεων απαλλοτριωμένων κατοικιών και μόλις το 2000 ο χώρος αποκτά τον πρωτότυπο τίτλο «Αρχαιολογικό Άλσος» (ΦΕΚ 393Β/24.03.2000)[3]. Η ιδιότητα του κοινόχρηστου χώρου τονίζεται με την τοπιοτέχνηση και φύτευσή του από την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων και τη χωροθέτηση χρήσεων παιδικής χαράς, αθλητικών δραστηριοτήτων και άλλων κατασκευών υπαίθριας αναψυχής. Παράλληλα, για την «ενδυνάμωση» της μνημειακής ταυτότητας του χώρου τοποθετούνται ελεύθερα στο χώρο αρχαιολογικά μέλη που προέρχονται από διάφορες ανασκαφές στην Αθήνα, ενώ αναπτύσσονται επίσης και σειρά «μουσειακών υποδομών» με πληροφοριακό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα («Ψηφιακό Μουσείο» αφιερωμένο στον Πλάτωνα, κιόσκι και πινακίδες πληροφόρησης για τα μνημεία στο χώρο). Παρά την εκτεταμένη περίφραξη, το Άλσος παραμένει ανοικτό διαρκώς, με πολλές πύλες εισόδου-εξόδου.

Σε άμεση αναφορά με το Αρχαιολογικό Άλσος αναπτύσσεται ένα «κοινωνικό εργαστήριο»: συλλογικότητες που συζητούν και διοργανώνουν παρεμβάσεις μέσα και στα όρια του χώρου, για πληθώρα κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών θεμάτων. Παράλληλα, τόσο η ιδιαίτερα δραστήρια Επιτροπή Κατοίκων, όσο σχεδόν και όλες οι άλλες τοπικές ομάδες παρεμβαίνουν δυναμικά στο δημόσιο διάλογο διεκδικώντας την επέκταση των ορίων του αρχαιολογικού χώρου[4], την προστασία της φυσιογνωμίας του πάρκου, την αναβάθμισή του, τη σύνδεσή του με τον μνημειακό χώρο του Κεραμεικού. Στόχος, και αποτέλεσμα, είναι η οικειοποίηση και ενδυνάμωση του δημόσιου χαρακτήρα του χώρου, θεωρούμενου ως «κοινού αγαθού», σε αλληλεξάρτηση ή και κάποτε σε αντιπαράθεση με τους κεντρικούς σχεδιασμούς (Χαζάπης 2015). Γενικά, αν και δεν υφίσταται επίσημα κάποιο μοντέλο συν-διαχείρισης, αξίζει να αναφερθεί η καλή συνέργεια των υπευθύνων της τοπικής Εφορείας με τις περισσότερες συλλογικότητες, οι οποίες συνεχίζουν να υλοποιούν εκδηλώσεις και δράσεις στους προσβάσιμους χώρους (συχνά χωρίς κάποια «ειδική» άδεια).

Λόφος Φιλοπάππου (ή Δυτικοί Λόφοι)

Ο αρχαιολογικός χώρος περιλαμβάνει την ενότητα των τριών λόφων Μουσών, Πνύκας και Νυμφών, που αποτελούν το βραχώδη σχηματισμό στα δυτικά της Ακροπόλεως («Δυτικοί Λόφοι») (ΦΕΚ 387Β/5.7.1983). Έχει ωστόσο επικρατήσει η ονομασία «Λόφος Φιλοπάππου» λόγω της εξέχουσας θέσης και μορφής του ταφικού μνημείου του Γάιου Ιούλιου Αντιόχου Επιφανή Φιλόπαππου στο Λόφο των Μουσών, που το καθιστά διακριτό τοπόσημο.

Σε αντιπαράθεση με το Άλσος της Ακαδημίας, εδώ έχουμε ένα σύνολο αρχαιολογικών χώρων με μεγάλη συμβολική σημασία, ιδιαίτερη τοπιακή αξία και, κυρίως, έντονη τουριστική προβολή. Το αρχαιολογικό τοπίο συνομιλεί και αλληλοσυμπληρώνεται με το φυσικό, αν και όχι ισότιμα σε όλες τις πλευρές του συμπλέγματος. Το κύριο ενδιαφέρον, τόσο από την πλευρά των χρηστών (τουριστών και περιπατητών) όσο και των φορέων διαχείρισης, εκδηλώνεται στην ανατολική πλευρά του Λόφου, η οποία οφείλει την ιδιαίτερη ταυτότητα της σε σημαίνουσες και «κεντρικά» προβεβλημένες αρχαιότητες (Πνύκα), αλλά και σε νεώτερα μνημειακά έργα, όπως το Αστεροσκοπείο και το έργο του Πικιώνη[5].

Η εικόνα και εμπειρία από τη δυτική πλευρά του Λόφου διαφοροποιείται σημαντικά: μοναδικό φυσικό περιβάλλον, «άγριο» για τα αστικά δεδομένα, και αρχαιολογικό τοπίο με ιδιαίτερη επικοινωνιακή δύναμη ως προς την αντίληψη στοιχείων της αρχαίας αθηναϊκής τοπογραφίας (της σύνδεσης Αθήνας-Πειραιά μέσω της Δια Κοίλης Οδού). Παρά ταύτα, διάφοροι παράγοντες συνεργούν ώστε η πλευρά αυτή να είναι ήσυχη και απομονωμένη, σχεδόν έρημη, με ό,τι θετικό και αρνητικό μπορεί να αναγνωρίσει κανείς σε μια τέτοια συνθήκη εντός αστικού περιβάλλοντος[6].

Εποπτικά παρατηρώντας την ιστορική στρωματογραφία του Λόφου αναγνωρίζουμε τη διαχρονική χρήση του ως ελεύθερου χώρου, τη σημασία του ως ιδιαίτερου φυσικού στοιχείου στο αθηναϊκό τοπίο, τον πολυδιάστατο λειτουργικό ρόλο του και την πολλαπλή διαχείρισή του. Κατά την αρχαιότητα υπήρξε τόπος κατοίκησης (Δήμοι Μελίτης, Κολυττού και Κοίλης). Κατά τον Μεσαίωνα και την Οθωμανική περίοδο, τόπος για καλλιέργειες και βοσκοτόπι. Τόπος περιηγητικού ενδιαφέροντος και αναπαραστάσεων στους Νεώτερους χρόνους. Τόπος καταστροφής κατά την Ελληνική Επανάσταση. Τόπος με νέα ταυτότητα και βαρύνουσα ιδεολογική φόρτιση με το πρώτο σχεδιαστικό όραμα των Κλεάνθη και Schaubert το 1833.[7] Τόπος αρχαιολογικής έρευνας, καταπάτησης, λατόμευσης μέχρι και τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα (με ορατά ακόμα τα ίχνη), καταφύγιο και σύμβολο της προσφυγικής ανέχειας (καταυλισμός του «Ασυρμάτου»), καταφύγιο πολιτιστικών μεγακατασκευών (θέατρο Δώρα Στράτου, 1963) και αυθαιρεσιών (θέατρο Μπαστιά, 1939-1997), εκθεσιακός χώρος για έργα μοντέρνας γλυπτικής (Παναθήναια, 1965). Σημαντικό κομμάτι του διασώθηκε χάρη στις εκτεταμένες δασώσεις ήδη από το 1900 (καθώς ο λόφος ήταν χέρσος), ενώ το αρχαιολογικό τοπίο του αναδείχτηκε με συστηματικό τρόπο στο πλαίσιο της Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων της Αθήνας (1997-2004). (Δακουρά-Βογιατζόγλου 2013, Νουκάκης κ.ά. 1998, Σιδέρης 2009, https://athenswesternhills.org/en/timeline/ ).

Καθώς εξελίσσονται οι σχεδιασμοί και τα έργα ανάδειξης των Δυτικών Λόφων, ξεσπάει αντιπαράθεση των κατοίκων των όμορων γειτονιών (Κουκάκι, Πετράλωνα), και κοινωνικοπολιτικών ομάδων που συντάσσονται μαζί τους, με την Εφορεία Αρχαιοτήτων (από το 2002 περίπου). Αιτία, η απόφαση της δεύτερης να κηρύξει τους Λόφους «οργανωμένο αρχαιολογικό χώρο» [8] με σύστημα ελεγχόμενης εισόδου, χωρίς εισιτήριο, αλλά με απαγόρευση της πρόσβασης κατά τη διάρκεια της νύχτας (ΦΕΚ 96Β/10.2.2004). Η αντιπαράθεση παίρνει «πολεμικό» χαρακτήρα, με τις τοπικές ομάδες να προβαίνουν σε δυναμικές ενέργειες κατεδάφισης της περίφραξης και τις δύο πλευρές να οδηγούνται επί μακρόν στα δικαστήρια[9]. Η απόφαση του ΣτΕ το 2015 (2034/2015) δικαιώνει το κίνημα κατοίκων να παραμένει ανοιχτός ο χώρος όλο το 24ωρο, με το σκεπτικό ότι οι πολίτες έχουν συνταγματικό δικαίωμα πρόσβασης και απόλαυσης των δημόσιων χώρων πολιτισμού, ότι το μέτρο απαγόρευσης νυχτερινής πρόσβασης στο σύνολο του αρχαιολογικού χώρου δεν κρίνεται πρόσφορο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων και ότι δεν εξετάστηκε η δυνατότητα λήψης «ηπιότερων μέτρων»[10].

Κύρια μέριμνά των τοπικών συλλογικοτήτων παραμένει η προστασία του δημόσιου χαρακτήρα του χώρου (π.χ. καταγγέλλουν αυθαιρεσίες ή προσφεύγουν στα δικαστήρια για καταπατήσεις του) και η αναβάθμιση του υφιστάμενου πρασίνου[11]. Η έλλειψη συνεργασίας και διαλόγου ωστόσο μεταξύ των ομάδων και των επίσημων φορέων οδηγεί σε μονομερείς ενέργειες εκ μέρους και των δύο πλευρών, που ανακυκλώνουν ένα κλίμα έντασης και συνωμοσιολογίας.

Το μεγαλύτερο τμήμα του Λόφου σήμερα είναι περιφραγμένο, αλλά η πρόσβαση είναι ελεύθερη από διάφορα σημεία εισόδου, επίσημα και ανεπίσημα. Ωστόσο, υπάρχουν και χώροι απολύτως κλειστοί και ελεγχόμενοι (ευρύτερος χώρος Αστεροσκοπείου). Τα γκράφιτι και βανδαλισμοί στα μνημεία, η υποβάθμιση του φυτικού περιβάλλοντος, ο κίνδυνος πυρκαγιάς, φαινόμενα κοινωνικής παραβατικότητας[12], είναι κάποια από τα ζητήματα που απαιτούν λύσεις. Το ερώτημα όμως είναι πως αυτά ιεραρχούνται. Στη βάση ποιου στρατηγικού οράματος και σχεδιασμού για τον χώρο (την ταυτότητα και τη λειτουργία του); Ποια υποκείμενα έχουν λόγο σε αυτόν και μέσα από ποιες διαδικασίες; Ποιοι φορείς έχουν τα μέσα, τη δυνατότητα και την ευθύνη της υλοποίησης (ή μη) αποφάσεων;

Ανοικτότητα και Αρχαιολογικοί Χώροι

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αποσαφήνιση της έννοιας της «ανοικτότητας» υπήρξε κομβικής σημασίας για την έρευνά μας. Προσπαθώντας να προσεγγίσουμε όσο το δυνατό πιο ευκρινώς την έννοια προχωρήσαμε στον προσδιορισμό ενός πλαισίου «κριτηρίων ανοικτότητας» (Catapoti, Skounaki και Gkoumopoulou: υπό έκδοση) που τα αντλήσαμε από τα ευρήματα τόσο της επιτόπιας παρατήρησης και έρευνας πεδίου όσο και από τη συσχέτισή τους με σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις και μεθοδολογίες του αστικού χώρου, της περιβαλλοντικής ψυχολογίας, της αστικής γεωγραφίας (ενδ. Stokols και Altman 1987, Canter 1977, Lynch 1960, Uzell 2009).

Ως κύριες εκδοχές/παράμετροι ανοικτότητας αναδείχθηκαν οι εξής:

  1. Χωρική ανοικτότητα: ελέγχεται η δυνατότητα πρόσβασης στον φυσικό αρχαιολογικό χώρο.
  2. Ανοικτότητα ως προς τη λειτουργία: ελέγχεται η δυνητικότητα ενσωμάτωσης διαφορετικών χρήσεων και λειτουργιών στον αρχαιολογικό χώρο (υφιστάμενες και εν δυνάμει χρήσεις).
  3. Ανοικτότητα ως προς την εμπειρία: με όρους περιβαλλοντικής ψυχολογίας, ελέγχονται αισθητηριακοί-αντιληπτικοί παράγοντες και μεταβλητές που καθιστούν τον αρχαιολογικό χώρο φιλόξενο/προσβάσιμο ή, αντίθετα, απωθητικό/κλειστό (π.χ. ο ήχος, το φως, η δυνατότητα θέασης, η μη επαφή με άλλους ανθρώπους, η σήμανση, η πολυπλοκότητα ή η συνοχή του χώρου, συναισθήματα όπως ο φόβος ή το αίσθημα ασφάλειας).
  4. Ανοικτότητα ως προς την ερμηνεία: εξετάζεται το εύρος των πληροφοριών και ερμηνευτικών εργαλείων που παρέχονται στο κοινό για να προσεγγίσει γνωσιακά τους μνημειακούς χώρους.
  5. Ανοικτότητα ως προς τη διαχείριση: πόσοι, ποιοι, σε ποιο βαθμό και πως συμμετέχουν σε διαδικασίες που καθορίζουν ή ρυθμίζουν ζητήματα του αρχαιολογικού χώρου, και διάκριση μεταξύ περισσότερο ή λιγότερο συγκεντρωτικών και συμμετοχικών συστημάτων διαχείρισης.

Στις παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε και την παράμετρο του «ψηφιακού», καθώς είναι περισσότερο από προφανές ότι επηρεάζει, αν όχι ανατρέπει τα ισχύοντα δεδομένα περί χωροχρονικής πρόσβασης, εμπειρίας και ερμηνείας. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι καθόλα «κλειστοί» στο φυσικό περιβάλλον αρχαιολογικοί χώροι (π.χ. Ακρόπολη) μπορούν να μετατραπούν σε απόλυτα «ανοικτούς» στο ψηφιακό, όπου το πλήθος των ελεύθερα προσβάσιμων μεταδεδομένων και απόψεων για αυτούς είναι ανεξάντλητο (βλ. Καταπότη και Βαβουρανάκης 2016). Η ανάγκη αναλυτικής και θεωρητικής εμβάθυνσης πάνω στο τρίπτυχο «ανοικτότητα–φυσικός–ψηφιακός αρχαιολογικός χώρος» συνιστά, θα λέγαμε, ερευνητική «παρακαταθήκη» αυτής της μελέτης, με την οποία θα επιδιώξουμε να αναμετρηθούμε στο κοντινό μέλλον.

Συμπεράσματα-Πορίσματα της έρευνας

Από την ανάλυση των στοιχείων της υφιστάμενης έρευνας, διαπιστώνεται ότι:

  1. Και οι δύο μελέτες περίπτωσης αποτελούν, σε μεγάλο βαθμό, «προϊόντα» θεσμικών και εκ των άνω σχεδιασμών και διαχειριστικών επιλογών της κεντρικής διοίκησης.
  2. Και οι δύο μελέτες περίπτωσης ενσωματώνουν αρκετές παραμέτρους ανοικτότητας: είναι αρχαιολογικοί χώροι ελεύθερα προσβάσιμοι και ενσωματώνουν πολλές διαφορετικές κοινωνικές λειτουργίες. Επίσης, στην πράξη η διαχείρισή τους απαιτεί τη συνεργασία φορέων: της Εφορείας Αρχαιοτήτων (υπεύθυνη για την προστασία και ανάδειξη του αρχαιολογικού κεφαλαίου) και του Δήμου Αθηναίων (υπεύθυνος για τη συντήρηση της χλωρίδας και πανίδας και των άλλων αστικών υποδομών, και την καθαριότητα). Στην περίπτωση του Λόφου λόγο έχει και η Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων για την κηρυγμένη κληρονομιά του Πικιώνη. Επίσης, εντός του Λόφου λειτουργεί το Θέατρο Ελληνικών Χορών και η Σχολή Δώρας Στράτου, ενώ στο Άλσος το Ψηφιακό Μουσείο για τον Πλάτωνα (συμπαραγωγή του Δήμου Αθηναίων και του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού).
  3. Εκτός από αξιοπρόσεκτο βαθμό «ανοικτότητας», ή μάλλον εξαιτίας αυτού ακριβώς, και οι δύο αρχαιολογικοί χώροι αποδεικνύονται ιδιαίτερα απαιτητικοί και σύνθετοι ως προς την καθημερινή διαχείριση και τη βιωσιμότητά τους.
  4. Εντός των ορίων τους το αίτημα για προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς συμπλέκεται με ένα άλλο, διακριτό κοινωνικό αίτημα, που διεκδικεί την ποιοτική αναβάθμιση της αστικής καθημερινότητας μέσα από τη διαφύλαξη ή δημιουργία περισσότερων ελεύθερων χώρων, και κυρίως χώρων πρασίνου. Η ταυτόχρονη ικανοποίηση των δύο παραπάνω κοινωνικών αναγκών γεννά αντιφάσεις, και ενίοτε συγκρουσιακές καταστάσεις.
  5. Η σημασία των αρχαίων μνημείων, της προστασίας και ανάδειξής τους, δεν αμφισβητείται ούτε απαξιώνεται από τις ενεργές συλλογικότητες (αντιθέτως), ούτε ανακύπτουν ζητήματα «δύσκολης κληρονομιάς».
  6. Ωστόσο, η κοινοχρησία ενός μεγάλου αρχαιολογικού χώρου σε ένα μητροπολιτικό κέντρο, όπως αυτό της Αθήνας, ασφαλώς δεν συνεπάγεται μόνο θετική, πληθυντική οικειοποίηση. Όπως και πολλοί άλλοι δημόσιοι χώροι, έτσι και οι ανοικτές «ετεροτοπίες ερειπίων» μπορεί ενίοτε να μετατρέπονται σε «δυστοπίες» της πυκνής, γρήγορα μεταβαλλόμενης και δύσκολα οριοθετούμενης αστικής πραγματικότητας.
  7. Το θεσμικό πλαίσιο διαχείρισης των αρχαιολογικών πόρων δεν προβλέπει διαδικασίες συμμετοχής σε διάλογο, διαβούλευση ή συναπόφασης των ενδιαφερόμενων συλλογικών υποκειμένων σχετικά με το παρόν και το μέλλον των χώρων, με αποτέλεσμα να συντηρείται ένα κλίμα αντιπαράθεσης (αν όχι «δίκης προθέσεων») μεταξύ της αρχαιολογικής κοινότητας και των τοπικών κοινοτήτων, αν και εντός και των δύο οι απόψεις και τα συμφέροντα ποικίλλουν. Επίσης, η ευθύνη για στρατηγικές επιλογές παραμένει αποκλειστικά στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, με τον Δήμο να εμφανίζεται ως «τεχνική υπηρεσία» υλοποίησης αποφάσεων, παρά το γεγονός ότι αφορούν δημόσιο αστικό κοινόχρηστο χώρο.

Ανοικτοί Αρχαιολογικοί Χώροι: Να υπάρχουν, Να μην υπάρχουν, Ή Πως να υπάρχουν

Η ποιοτική αναβάθμιση του αστικού πρασίνου στο λεκανοπέδιο της Αθήνας αποτέλεσε τον πυρήνα των κινημάτων πόλης από τη δεκαετία του ’90 έως και την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης, οπότε η ατζέντα των συλλογικών δράσεων άλλαξε σημαντικά (Gianniris 2016, Καβουλάκος 2009). Οι αρχαιολογικοί χώροι του κέντρου της Αθήνας, αποτέλεσμα μεγάλων ανασκαφικών προγραμμάτων που ξεκίνησαν τον 19ο αιώνα ισοπεδώνοντας οικιστικά συγκροτήματα για να δώσουν υπόσταση στο νεοκλασικό όραμα της εποχής (Πλάντζος 2014: 269, Sakka 2008), αποτελούν σήμερα αξιοπρόσεκτο τμήμα του συνολικού αδόμητου αστικού χώρου. Καθώς μάλιστα οι περισσότεροι εξ αυτών υπέστησαν συστηματική φύτευση, σημειώνονται στο αναθεωρημένο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο της πόλης ως «ελεύθεροι χώροι-αστικό πράσινο», αδιαφοροποίητα από άλλα πάρκα ή φυσικούς λόφους, αλλά και μεταξύ τους, ανεξάρτητα αν είναι ελεγχόμενης ή μη πρόσβασης.

Με αυτά ως δεδομένα, υβριδικοί αρχαιολογικοί χώροι όπως ο Λόφος Φιλοπάππου και το Πάρκο της Ακαδημίας Πλάτωνος αποτελούν εκ των πραγμάτων «κεφάλαιο» για τις πυκνοκατοικημένες γειτονιές του αστικού κέντρου. Ο ρόλος τους διαχρονικά παρουσιάζεται καθοριστικός για την καθημερινότητα της γειτονιάς και το φαντασιακό της πόλης που πυροδοτείται από έναν ιδανικό συνδυασμό υλικών και άυλων ποιοτήτων και αξιών: χρήσιμα και χρηστικά αστικά πάρκα από τη μία και τόποι πολιτισμού και μνήμης από την άλλη.

Αυτό που υπογραμμίζεται με την έρευνα είναι ότι ο «ανοικτός αρχαιολογικός χώρος» δεν είναι μια θεωρητική άσκηση, αλλά μια πραγματικότητα που ενέχει κεντρικό σχεδιασμό και πολιτική βούληση, και που δεν προέκυψε ως ιστορικό παράδοξο ή ατύχημα. Επιχειρώντας να την κατανοήσουμε (συγχρονικά και διαχρονικά), συστηματοποιώντας τα χαρακτηριστικά της και πλαισιώνοντας τη θεωρητικά, επιδιώκουμε να διερευνήσουμε την περαιτέρω εφαρμογή στο ελληνικό αστικό περιβάλλον ενός εναλλακτικού μοντέλου διαχείρισης αρχαιολογικών χώρων – όχι ως μοντέλο-συνταγή, αλλά ως δυνητικότητα που εξαρτάται και ενημερώνεται από διάφορους χωρικούς, υλικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς και αξιακούς παράγοντες.

Ο Λόφος Φιλοπάππου και το Άλσος της Ακαδημίας έφεραν στην επιφάνεια βαθιές δομικές ανεπάρκειες του ηγεμονικού μοντέλου διαχείρισης αρχαιολογικών χώρων, ιδιαίτερα στο πυκνό αστικό περιβάλλον της Αθήνας. Αφενός, ο Λόφος και το Άλσος καθίστανται τόποι συλλογικής και πολυδιάστατης οικειοποίησης και σημασίας – μια συνθήκη που επερωτά έντονα τη διαχρονικά παρούσα «ιδιοκτησιακή στάση» της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας ως προς τη διαχείριση των αρχαιολογικών πόρων (Vavouranakis 2018). Αφετέρου, ως κατηγορία ο «ανοικτός αρχαιολογικός χώρος» δεν ενσωματώνεται εύκολα σε εκείνη του «οργανωμένου αρχαιολογικού χώρου», καθώς φαίνεται να επερωτά θεμελιώδεις όρους της ταυτότητας του δεύτερου ως δημόσιου χώρου, και κυρίως την πρωτεύουσα λειτουργία του ως οριοθετημένου «μουσειακού» περιβάλλοντος, όπου το κοινό προσέρχεται για σκοπούς αρκετά ξεκάθαρους και με συμπεριφορές κοινωνικά οριοθετημένες. Αντίθετα, οι κοινόχρηστοι αρχαιολογικοί χώροι λειτουργούν περισσότερο ως πορώδη δίκτυα κοινωνικών σχέσεων παρά ως οριοθετημένες περιοχές, αφού υποδέχονται πολλούς διαφορετικούς χρήστες που τους χρησιμοποιούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, απρόβλεπτους και όχι εύκολα ελεγχόμενους. Σε αυτό το πλαίσιο, η Αρχαιολογική Υπηρεσία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα έργο και μια ευθύνη που υπερβαίνει το πλαίσιο αρμοδιοτήτων αλλά και δυνατοτήτων της.

Οι δύο μελέτες περίπτωσης τεκμηριώνουν, επίσης, την ανάγκη να εγκύψουμε εκ νέου και να εμβαθύνουμε στην έννοια της ανοικτότητας. Ο δημόσιος χώρος δεν είναι ένα ανεξάρτητο, αυτοτελές αντικείμενο. Είναι μια άνωθεν θέσμιση που οριοθετεί την ταυτότητα του χώρου (ως κοινόχρηστου, ελεγχόμενης πρόσβασης, ειδικής χρήσης, κοκ), αλλά οι αξίες και σημασίες αυτού επερωτώνται διαρκώς μέσα από τη δράση των συλλογικών υποκειμένων. “All spaces are socially regulated in some way”, με θεσμικό ή εθιμικό τρόπο, μας θυμίζει η Massey (2005: 152). Η ανοικτότητα λοιπόν δεν είναι αυταπόδεικτο κριτήριο εκδημοκρατισμού ενός χώρου, διότι ο χώρος είναι προϊόν ανθρώπινων και κοινωνικών σχέσεων άνισων και ασύμμετρων.

Αυτό που συνήθως προβάλλεται ως το πλέον αυτονόητο κριτήριο ανοικτότητας είναι η δυνατότητα φυσικής πρόσβασης στο χώρο. Όπως έδειξε η έρευνα, δεν είναι όμως το μόνο. Δεν αρκεί να αρθούν οι ρυθμίσεις ελεγχόμενης πρόσβασης για να καταστεί ένας αρχαιολογικός χώρος «ανοικτός». Ποιο ρόλο παίζει, για παράδειγμα, ο τρόπος που τα υποκείμενα προσλαμβάνουν και βιώνουν τον χώρο; Πόσο ανοικτός είναι ένας χώρος που δημιουργεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας; Ακόμη, πως συνυπάρχει η «ανοικτότητα στην εμπειρία» με την «ανοικτότητα στην ερμηνεία», και πως επιτυγχάνεται η δεύτερη; Έχει για παράδειγμα θέση στον ελεύθερης πρόσβασης χώρο της Πνύκας μια πιθανή αφήγηση για το πώς οι αρχαίοι Αθηναίοι εκμεταλλεύτηκαν το Δηλιακό Ταμείο για να υλοποιήσουν το φιλόδοξο οικοδομικό πρόγραμμα της Ακρόπολης; Πόση πληροφορία αντέχει ένας χώρος που φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως «ανοικτό κείμενο»; Από την άλλη μεριά, η εμμονική προσήλωση στη μνημειοποίηση των κλασικών καταλοίπων μοιάζει επίσης με «βάρος» που ο Λόφος δεν μπορεί πια να σηκώσει, με τους κατοίκους να ιεραρχούν διαφορετικά τα ορατά στοιχεία του ιστορικού παλίμψηστου, εστιάζοντας σε εκείνα που συνδέονται με βιώματα ή νεότερες συλλογικές μνήμες (Πλάντζος 2018: 106). Η κοινωνική συγκρότηση του υποκειμένου αλλά και το κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου τα υποκείμενα ενεργοποιούνται, είναι στοιχεία που σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν την αντίληψη περί «ανοικτότητας» ενός αρχαιολογικού χώρου (βλ. παραπάνω σχόλιο για «ανοικτότητα στον ψηφιακό χώρο»).

Μπορεί η «ανοικτότητα» να προσφέρει πολλά ως ιδέα και πρακτική στο έντονα περιοριστικό πλαίσιο που έθεσε το παραδοσιακό νεωτερικό παράδειγμα διαχείρισης των αρχαιολογικών πόρων, αφήνει όμως σε εκκρεμότητα ή γεννά νέα ζητήματα. Σε ένα «ανοικτό» σύστημα, όπως ο Λόφος και το Άλσος, που εξασφαλίζει δύσκολες ισορροπίες μεταξύ πολλών συλλογικών κοινοτήτων και αντικρουόμενων θέσεων, καμία πλευρά δεν φαίνεται πάντως να τάσσεται υπέρ κάποιας συνθήκης «απόλυτης ανοικτότητας».

Η διαχείριση της αρχαιολογικής κληρονομιάς συνιστά αναμέτρηση με μια πολύ-επίπεδη πραγματικότητα, την οποία κάθε πρόταση «ανοικτότητας» δεν μπορεί εύκολα να προσπεράσει, αλλά οφείλει να τη λάβει υπόψη της. Δύσκολα θα υποστήριζε σήμερα κάποιος ότι ο Λόφος Φιλοπάππου συνιστά την «κληρονομιά», τον υλικό και συμβολικό πόρο, κάποιας τοπικής κοινότητας. Η αρχαιολογική κληρονομιά μπορεί να έχει τοπική, υπερτοπική, εθνική ή και διεθνική διάσταση. Την ίδια στιγμή, το δεύτερο διατηρεί το δικαίωμα της διαχείρισης των αρχαιολογικών πόρων που βρίσκονται νόμιμα στη χωρική επικράτειά του, καθώς η πολιτιστική κληρονομιά, εκτός από πολιτισμικό φαινόμενο και, εσχάτως, «οικουμενική αξία», παραμένει μια νεωτερική θεσμική κατηγορία που συγκροτεί την εθνική ταυτότητα (Lekakis 2012, με βιβλιογραφία). Σε αυτό το πλαίσιο, το κράτος εξακολουθεί να νοείται ως μηχανισμός που διασφαλίζει τον δημόσιο χαρακτήρα της αρχαιολογικής κληρονομιάς, αφήνοντας περισσότερο χώρο σε διαφορετικές «από τα κάτω» οικειοποιήσεις και νοηματοδοτήσεις της και λιγότερο στην ιδιωτική εκμετάλλευση της.

Ένα δεύτερο στοιχείο, στο οποίο επίσης πρέπει να δοθεί προσοχή, είναι αυτό της προστασίας και της βιωσιμότητας των αρχαιολογικών χώρων. Τα αρχαία δεν είναι απεριόριστοι ή αυτο-ανανεούμενοι πόροι όπως, για παράδειγμα, μπορούν να είναι κάποια αντικείμενα της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς. Η επιτέλεση ηθών και εθίμων από τα μέλη μιας τοπικής κοινότητας είναι αυτό που τα καθιστά ζωντανά, που τα διατηρεί, ανανεώνοντας τη μορφή και το περιεχόμενό τους. Στην περίπτωση των αρχαιολογικών χώρων, όμως, η προστασία, συντήρηση και βιωσιμότητα τους εξαρτάται από το έργο πολλών ειδικοτήτων (αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων, συντηρητών κ.ά.) που συνεργάζονται στα πλαίσια ενός στιβαρού και λειτουργικού διαχειριστικού σχήματος.

Σε τελική ανάλυση, δεν μπορεί να υπάρξει ένα ανοικτό μοντέλο διαχείρισης, γιατί δεν υπάρχει μία εκδοχή ανοικτότητας. Η χωρική και λειτουργική ανοικτότητα είναι κάτι που εντέλει όλοι, και οι θεσμικοί φορείς, επιδιώκουν να έχουν οι αρχαιολογικοί χώροι σήμερα, στον έναν ή τον άλλο βαθμό.  Ωστόσο, δεν έχουν όλοι οι αρχαιολογικοί χώροι τις ίδιες ανάγκες και δυνατότητες. Για παράδειγμα, αρχαιολογική έρευνα σε αφύλακτους χώρους δεν είναι εφικτή, ούτε χώροι κατάσπαρτοι με ερείπια μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές περιβάλλον κοινοχρησίας. Ούτε, επίσης, μπορεί να αποκλειστεί η τουριστική αξιοποίηση των μνημειακών χώρων, όταν μάλιστα αυτή προκύπτει ως συλλογικό ζητούμενο.

Μπορούν οι αρχαιότητες να εντάσσονται σε ελεύθερα προσβάσιμους, πολυλειτουργικούς δημόσιους χώρους χωρίς να κινδυνεύει να χαθεί η έννοια της προστασίας των μνημείων; Και εδώ δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Ενδεχομένως όμως επιτυγχάνεται περισσότερο ενισχύοντας την προσβασιμότητα, την πολυλειτουργικότητά και συνδιαχείρισή τους, παρά περιορίζοντάς την:  επιδιώκοντας, δηλαδή, ότι οι ανοικτοί αρχαιολογικοί χώροι θα παραμένουν κυρίως δημόσιοι χώροι ζωντανοί, με διαρκή παρουσία και συλλογικό ενδιαφέρον εκ μέρους των πολιτών, και βέβαια, των κατοίκων της γειτονιάς. Παράλληλα, για να παραμένουν συλλογικοί χώροι ιδιαίτερης και «θετικής εμπειρίας», χρειάζεται να γίνονται επιλογές και να προκύπτουν κάποια όρια στις χρήσεις: πως αντιμετωπίζουμε τα γκράφιτι στα μνημεία, πως συνδυάζουμε το πράσινο με την ανάδειξη των μνημείων, ποιες χρήσεις συμβιώνουν με το ιδιαίτερο πολιτιστικό και περιβαλλοντικό τοπίο τους και ποιες το διαρρηγνύουν καταλυτικά. Όλα αυτά, και πολλά άλλα, είναι ζητήματα «ανοικτά» και υπό διαπραγμάτευση, αλλά αν είναι να υπάρξουν «ανοικτοί αρχαιολογικοί χώροι» θα πρέπει να τους αναγνωριστεί μια ιδιαίτερη ταυτότητα δημόσιου χώρου, που δεν είναι ούτε εκείνη του «κοινόχρηστου πάρκου» ούτε και του «μουσειακού-μνημειακού χώρου», και να αποκτήσουν μια δομή διαχείρισης που τους καθιστά βιώσιμους, λειτουργικούς και δημοκρατικά ελεγχόμενους.

Οι αρχαιολογικοί χώροι μπορεί να προέκυψαν μέσα από μια διαδικασία καταστροφής και απαλλοτριώσεων, αλλά εξασφάλισαν ζωτικό ελεύθερο (και εν συνεχεία πράσινο) χώρο στην Αθήνα και σε άλλες ελληνικές πόλεις μεγάλης και μεσαίας κλίμακας (και συνεχίζουν, αν και σε μικρότερο βαθμό). Το ζητούμενο είναι να τους ξαναδούμε ως μέρος του δημόσιου χώρου και του δημόσιου λόγου. Η μορφολογική και λειτουργική συνθετότητα των ανοικτών αρχαιολογικών χώρων που εξετάσαμε, αλλά και η κοινωνική του αστικού περιβάλλοντος στο οποίο εντάσσονται, υποδεικνύει την ανάγκη να περάσουμε από μια κλειστή διαχειριστική δομή σε μία περισσότερο σύνθετη και συμμετοχική, με διαδικασίες διαβούλευσης και συνυπευθυνότητας μεταξύ περισσότερων συλλογικών υποκειμένων. Η έρευνα οδηγεί στην αναζήτηση ενός συστήματος διαχείρισης περισσότερο ευέλικτου και ανοικτού, αλλά ταυτόχρονα όχι άνισου και, κατά συνέπεια, όχι θεσμικά ανοχύρωτου και κοινωνικά μη ελεγχόμενου.

 

Ευχαριστίες

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε θερμά τις αρχαιολόγους Βούλα Μπαρδάνη, Τάνια Χατζηευθυμίου, Μαρία Ντούρου και τον Μανώλη Παναγιωτόπουλο, την αρχιτέκτονα μηχανικό και ομότιμη καθηγήτρια ΕΜΠ Μπούκη Μπαμπάλου-Νουκάκη, τον αρχιτέκτονα-πολεοδόμο και καθηγητή ΕΜΠ Κωνσταντίνο Σερράο, τον αντιδήμαρχο Δήμου Αθηναίων Ανδρέα Βαρελά, για τις γνώσεις και εμπειρίες που μοιράστηκαν μαζί μας σχετικά με τους αρχαιολογικούς χώρους της Ακαδημίας Πλάτωνος και του Φιλοπάππου και τις περιβάλλουσες γειτονιές, καθώς βέβαια και όλους τους συναδέλφους/σες, κατοίκους, συλλογικότητες, φίλους/ες που μας έδωσαν πληροφορίες κι αντάλλαξαν μαζί μας ιδέες, απόψεις κι εμπειρίες σχετικά με τα αντικείμενα της έρευνάς μας. Επίσης, το Διιδρυματικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Διαχείριση Μνημείων: Αρχαιολογία, Πόλη και Αρχιτεκτονική» που φιλοξένησε στο χώρο του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών την Ημερίδα «Ανάδειξη και διαχείριση μνημείων στην Ελλάδα: Σύγχρονες προσεγγίσεις και προοπτικές» (26/10/2018) και όσους/ες έλαβαν μέρος σε αυτήν, συμβάλλοντας στην επιτυχία της. Ευχαριστούμε, τέλος, το ΚΕΑΕ και το Ίδρυμα Λάτση, γιατί χωρίς την υποστήριξή τους η έρευνα δύσκολα θα είχε βρει δρόμο υλοποίησης. Ό,τι κατορθώσαμε, είπαμε και γράψαμε, και ό,τι παραλείψαμε, βαραίνει αποκλειστικά εμάς.  

 

 

 

 


Βιβλιογραφικές αναφορές

Ελληνικές

Γαλανή-Μουτάφη, Β. (2002). Έρευνες για τον τουρισμό στην Ελλάδα και την Κύπρο. Μια ανθρωπολογική προσέγγιση. Αθήνα: Προπομπός.

Γαλανίδου, Ν. (επιμ.) (2012). Μιλώντας στα παιδιά για το παρελθόν: Μια διεπιστημονική προσέγγιση. Αθήνα: Καλειδοσκόπιο.

Γκουμοπούλου, Γ. (2013). «Σχεδιάζοντας στα «κενά» της πόλης. Η εμπειρία μιας μελέτης-Παρουσίαση της μελέτης πολεοδομικού ανασχεδιασμού γειτονιάς Ακαδημίας Πλάτωνος. (Διάλεξη σε μεταπτυχιακό μάθημα: Όψεις του Αστικού Τοπίου στο Δημόσιο Χώρο). ΕΜΠ, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών-Τομέας Πολεοδομίας-Χωροταξίας. Αθήνα. (Ανακτήθηκε 17 Σεπτεμβρίου 2018 από http://courses.arch.ntua.gr/108623.html ).

Δακουρά – Βογιατζόγλου, Ο. (2013). Αναδιφώντας την ιστορία των Δυτικών Λόφων. Στο: Σ. Οικονόμου και Μ. Δόγκα-Τόλλη (επιμ.), Αρχαιολογικές Συμβολές, Τόμος Β: Αττική – Α’ και Γ’ Εφορείες Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, 193-212. Αθήνα: Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.

Καβουλάκος, Κ-Ι. (2009). Προστασία και διεκδίκηση δημόσιων χώρων: Ένα κίνημα της πόλης στην Αθήνα του 21ου αιώνα. Στο: Δ. Εμμανουήλ, Ε. Ζακοπούλου, Ρ. Καυτατζόγλου, κ.ά. (επιμ.), Κοινωνικοί και Χωρικοί Μετασχηματισμοί στην Αθήνα του 21ου Αιώνα, 387-426. Αθήνα: ΕΚΚΕ.

Καταπότη, Δ. και Βαβουρανάκης, Γ. (2016). Parthenon 2.0. Στο: Κρ. Πετροπούλου και Τ. Ραμαντιέ, Αστικές γεωγραφίες: Τοπία και καθημερινές διαδρομές, 196-207. Αθήνα: Καππόν.

Νουκάκης, Α. κ.ά. (1998). Μελέτη συνολικής ανάδειξης αρχαιολογικού χώρου Φιλοπάππου. Αρχιτέκτονες. Περιοδικό του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών Πανελληνίας Ένωσης Αρχιτεκτόνων (ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ), Τεύχος 12 – περίοδος Β’, Νοέμβριος –Δεκέμβριος, 41-43.

Παναγιωτόπουλος, Μ. και Χατζηευθυμίου, Τ. (2017). Επιστροφή στην Ακαδημία. Περιοδική έκδοση «Αρχαιολογία» 123, 58-77.

Πικιώνη, Α. (επιμ.) (2001). Δημήτρη Πικιώνη Έργα Ακροπόλεως. Αθήνα: Ίνδικτος.

Πλάντζος, Δ. (2018). Διεκδικώντας το τοπίο: αντικρουόμενες προσεγγίσεις στη χρήση του Φιλοπάππου. Στο: Α. Λουκάκη και Δ. Πλάντζος (επιμ.), Τέχνη – Χώρος – Όψεις Ανάπτυξης στην Ελλάδα της κρίσης, 95-115. Αθήνα: Λειμών.

Πλάντζος, Δ. (2014). Αρχαιολογίες του κλασικού. Αναθεωρώντας τον εμπειρικό κανόνα. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

Πούλιος, Ι. (2015). Διαχείριση υλικής πολιτισμικής κληρονομιάς, τοπική κοινωνία και βιώσιμη ανάπτυξη. Στο: Ι. Πούλιος (επιμ.) Πολιτισμική διαχείριση, τοπική κοινωνία και βιώσιμη ανάπτυξη, 32-54. Ελληνικά Ακαδημαϊκά Συγγράμματα και Βοηθήματα.

Σιδέρης, Τ. (2009). Λόφοι Μουσών – Πνύκας – Νυµφών: Μία εναλλακτική προσέγγιση για την προστασία και την ανάδειξη ενός αρχαιολογικού χώρου µέσα στο αστικό τοπίο. Στο: Πρακτικά 3ου Εθνικού Συνεδρίου «Ήπιες επεμβάσεις για την προστασία των ιστορικών κατασκευών: Νέες τάσεις σχεδιασμού», ΤΕΕ – Τμ. Κεντρικής Μακεδονίας, Υπουργείο Πολιτισμού – Εφορεία Νεώτερων Μνημείων Κεντρικής Μακεδονίας, 9-11 Απριλίου 2009, Θεσσαλονίκη. (Ανακτήθηκε 15 Νοεμβρίου 2018 από http://library.tee.gr/digital/m2301_2400/m2394/m2394_contents.htm ).

Φιλιππάκης, Κ. (2010). Ο Μεγάλος Περίπατος – μια κριτική παρουσίαση. Μεταπτυχιακή εργασία. ΕΜΠ, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών-Τομέας Πολεοδομίας-Χωροταξίας. (Ανακτήθηκε 15 Νοεμβρίου 2018 από http://courses.arch.ntua.gr/fsr/134537/Filippakis.pdf ).

Χαζάπης, A. (2015). Οράματα και σχεδιασμοί για την πόλη. Το παράδειγμα της Ακαδημίας Πλάτωνος. Εισήγηση στο 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, 24-27 Σεπτεμβρίου 2015, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΤΜΧΠΠΑ) Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Βόλος.

Χαϊδοπούλου-Βρυχέα, M. (2016). Η υπεράσπιση του βιωμένου χώρου. Καθημερινότητα και κοινωνικά κινήματα πόλης/περιφέρειας. Στο: Χρ. Πετροπούλου, Α. Βιτοπούλου, και Χ. Τσαβδάρογλου (επιμ.), Κοινωνικά Κινήματα Πόλης και Περιφέρειας/Urban and Regional Social Movements, 94-104. Θεσσαλονίκη: Ερευνητική Ομάδα/Research Group «Αόρατες Πόλεις/Invisible Cities» (No Copyright). (Ανακτήθηκε 1 Αυγούστου 2018 από https://aoratespoleis.files.wordpress.com/2016/03/ursm2.pdf).

Χαμηλάκης, Γ. (2012): Το έθνος και τα ερείπιά του. Αρχαιότητα, αρχαιολογία και εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα, Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

 

Ξενόγλωσσες

Alexopoulos, G. και Fouseki, K. (2013). Introduction: Managing archaeological sites in Greece. Conservation and Management of Archaeological Sites, 15:1 (February), 1-12.

Anderson, P. (1998). The Origins of Postmodernity. London: Verso.

Antoniadou, S., Vavouranakis, G., Poulios, I., Raouzaiou, P. (επιμ.) (2018). Culture and Perspective at Times of Crisis. State Structures, Private Initiative, and the Public Character of Heritage. Oxford: Oxbow.

Appadurai, A. (μαζί με τους Chadha, A., Hodder, I., Jacman, T. και C. Witmore) (2008). The globalization of archaeology and heritage. A discussion with Arjun Appadurai. Στο: G. Fairclough, R. Harrison, J.H. Jameson Jr. και J. Schofield (επιμ.), The Heritage Reader, 209–218. London: Routledge.

Bianchi, R.V. (2003). Place and power in tourism development: tracing the complex articulations of community and locality. Pasos 1:1, 13-32. (Ανακτήθηκε 10 Οκτωβρίου 2018 από http://www.pasosonline.org/Publicados/1103/PS020103.pdf ).

Boissevain, J. (επιμ.) (1996). Coping with Tourists: European Reactions to Mass Tourism. Oxford: Berghan Books.

Canter, D. (1977). The Psychology of Place. London: Architectural Press.

Carman, J. (2005). Against Cultural Property: Archaeology, heritage and ownership.
London: Duckworth.

Carman, J. (2002): Archaeology and heritage. An introduction, London/New York: Continuum.

Catapoti, D. (2013). To own or to share? The crisis of the past at the onset of the 21st century. Στο: M. Relaki και D. Catapoti (επιμ.), An Archaeology of Land Ownership, 260-290. London/New York: Routledge.

Catapoti, D. και Relaki, M. (2013). An archaeology of land ownership: Introducing the debate. Στο: M. Relaki και D. Catapoti (επιμ.), An Archaeology of Land Ownership, 1-20. London/New York: Routledge.

Catapoti, D., Skounaki, I., Gkoumopoulou, G. (υπό έκδοση). What links «heritage», «openness» and the ««commons»» in an urban environment? Some thoughts on the archaeological parks of Philopappos Hill and Plato’s Academy in Athens. Στο: S. Lekakis (επιμ.), Cultural heritage in the realm of the commons. London: Ubiquity Press (αναμένεται το 2019).

Díaz-Andreu, M. και Champion, T. (επιμ.) (1996). Nationalism and Archaeology in Europe. London: University College London Press.

Fotiadis, M. (2010). There is a blue elephant in the room. From state institutions to citizen indifference. Στο: A. Stroulia και S.B. Sutton (επιμ.), Archaeology in Situ. Sites, Archaeology, and Communities in Greece, 447-456. Plymouth: Lexington Books.

Frank, S. (2015). Seminar I: Urban Commons and Urban Heritage, Input for the Urban Heritage Seminar Series, University of Gothenburg, 23rd August 2013. Στο: H. Benesch, F. Hammami, I. Holmberg και E. Uzer, Heritage as Common(s) – Common(s) as Heritage, 19–29. Gothenburg/Stockholm: Makadam Publishers.

Gianniris, E. (2016). The urban social movement of Open Spaces in Athens, Greece. Στο: Χρ. Πετροπούλου, Α. Βιτοπούλου, και Χ. Τσαβδάρογλου (επιμ.), Κοινωνικά Κινήματα Πόλης και Περιφέρειας/Urban and Regional Social Movements, 200-204. Θεσσαλονίκη: Ερευνητική Ομάδα/Research Group «Αόρατες Πόλεις/Invisible Cities» (No Copyright). (Ανακτήθηκε 1 Αυγούστου 2018 από https://aoratespoleis.files.wordpress.com/2016/03/ursm2.pdf).

Hall, S. (2008). Whose heritage? Un-settling ‘the heritage’, re-imagining the postnation. Στο: G. Fairclough, R. Harrison, J.H. Jameson Jr. and J. Schofield (επιμ.), The Heritage Reader, 219–228. London: Routledge.

Hamilakis, Y. και Duke, P. (επιμ.) (2007). Archaeology and Capitalism: From ethics to politics. Walnut Creek, CA: Left Coast Press.

Harrison, R. (2013). Heritage. Critical Approaches. Abingdon: Routledge.

Harvey, D. (1989). The Condition of Postmodernity. Oxford: Basil Blackwell.

Hazan, S. (2007). A crisis of authority: New lamps for old. Στο: F. Cameron και S. Kenderdine (επιμ.), Theorizing Digital Cultural Heritage: A Critical Discourse, 133–147. Cambridge, MA: MIT Press.

Hodder, I. (1999a). The Archaeological Process. An introduction. Oxford: Blackwell.

Hodder, I. (1999b). A response to Yannis Hamilakis. Journal of Mediterranean Archaeology 12:1, 83–85.

Holtorf, C. (2005). From Stonehenge to Las Vegas. Archaeology as popular culture. Walnut Creek, CA: Altamira Press.

Jameson, F. (1984). Postmodernism, or the cultural logic of Late Capitalism. New Left Review I/146, 53–92.

Kehoe, A. (2007). Archaeology within marketing capitalism. Στο: Y. Hamilakis και P.
Duke (επιμ.), Archaeology and Capitalism: From ethics to politics, 169–178. Walnut Creek, CA: Left Coast Press.

Lekakis, St. (2012). The cultural property debate. Στο: T.J. Smith και D. Plantzos (επιμ.), A Companion to Greek Art, 683-697. Malden, MA και Oxford: Wiley-Blackwell.

Little, J.B. (2012). Public Benefits of Public Archaeology. Στο: R. Skeates, C. McDavid και J. Carman, The Oxford Handbook of Public Archaeology, 395-413. New York: Oxford University Press.

Lowenthal, D. (2002). The past as a theme park. Στο: T. Young και R. Riley (επιμ.), Theme Park Landscapes: Antecedents and variants, 11–24. Washington, DC: Dumbarton Oaks Press.

Lynch, K. (1960). The image of the city. Cambridge, MA: MIT Press.

Massey, D. (2005). For Space. London/Thousand Oaks/New Delhi: Sage Publications.

Mathers, C., Darvill, T., Little, B.J. (επιμ.) 2005. Heritage of Value, Archaeology of Renown. University Press of Florida.

McComas. W.F (2014). Scientific Openness. Στο: W.F McComas (επιμ.), The Language of Science Education. The Netherlands: Sense Publishers.4

Merriman, N. (επιμ.) 2004: Public Archaeology. London/New York: Routledge.

Nicholas, G. και Hollowell, J. (2007). Ethical challenges to a postcolonial archaeology: The legacy of scientific colonialism. Στο: Y. Hamilakis και P. Duke (επιμ.), Archaeology and Capitalism: From ethics to politics, 59–82. Walnut Creek, CA: Left Coast Press.

Olsen, B. J. (2012). Symmetrical archaeology. Στο: Ι. Hodder (επιμ.), Archaeological Theory Today. Second edition, 208–228. Cambridge: Polity Press.

Pels, P. (1997). The anthropology of colonialism: Culture, history and the emergence
of Western governmentality. Annual Review of Anthropology 26, 163–183.

Sack, R.D. (1986). Human Territoriality: Its theory and history. Cambridge: Cambridge University Press.

Sakka, N. (2008). The Excavation of the Ancient Agora of Athens: The Politics of Commissioning and Managing the Project. Στο: D. Damaskos και D. Plantzos (επιμ.), A Singular Antiquity:
Archaeology and Hellenic Identity in Twentieth-Century Greece, 111–124. Αθήνα: Μουσείο Μπενάκη.

Silberman, N.A. (2007). ‘Sustainable’ heritage? Public archaeological interpretation
and the marketed past. Στο: Y. Hamilakis και P. Duke (επιμ.), Archaeology and Capitalism: From ethics to politics, 179–194. Walnut Creek, CA: Left Coast Press.

Smith, L. (2004). Archaeological Theory and the Politics of Cultural Heritage. London: Routledge.

Smith, L. (2008). Towards a theoretical framework for archaeological heritage management. Στο: G. Fairclough, R. Harrison, J.H. Jameson Jr. και J. Schofield (επιμ.), The Heritage Reader, 62–74. London: Routledge.

Smith, L. και Waterton, E. (2009). Heritage, Communities and Archaeology. London/New York: Bloomsbury.

Stokols D. και Altman I. (επιμ.) (1987). Handbook of environmental psychology. New York: John Wiley και Sons.

Stroulia, A. και Buck-Sutton, S. (2010). Archaeological sites and the chasm between past and present. Στο: A. Stroulia και S.B. Sutton (επιμ.), Archaeology in Situ. Sites, Archaeology, and Communities in Greece, 3-50. Plymouth: Lexington Books.

Thomas, J. (2004). Archaeology and Modernity. London: Routledge.

Urry, J. (1990). The Tourist Gaze: Leisure and Travel in Contemporary Societies. London: Sage Publications.

Uzzell, D. (2009). Where is the discipline in heritage studies? A view from environmental psychology. Στο: M.L.S. Sorensen και J. Carman (επιμ.), Heritage Studies: methods and approaches, 326-333. London: Routledge.

Vavouranakis, G. (2018). Archaeological Resource Management in Greece: state, private, public and common. Στο: S. Antoniadou, I. Poulios, G. Vavouranakis και P. Raouzaiou (επιμ.), Culture and Perspective at Times of Crisis. State Structures, Private Initiative, and the Public Character of Heritage. Oxford: Oxbow.

Walsh, K. (1992). The Representation of the Past. Museums and heritage in the postmodern world. London: Routledge.

White, Η. (1973). Metahistory. The historical imagination of nineteenth-century Europe. Baltimore: John Hopkins University Press.

Wylie, A. (2005). The promises and perils of stewardship. Στο: L. Meskell και P. Pels
(επιμ.), Embedding Ethics: Shifting boundaries of the anthropological profession.
(pp. 47–68). Oxford: Berg.

Yalouri, Ε. (2001). The Acropolis. Global Fame, Local Claim. Oxford/New York: Berg.

Zarkia, C. (1996). Philoxenia receiving tourists –but not guests– on a Greek island. Στο: J. Boissevain (επιμ.), Coping with Tourists: European Reactions to Mass Tourism. Oxford: Berghan Books.


 

[1] Στο σύγχρονο νομικό ελληνικό πλαίσιο ορίζεται ότι όλα τα αρχαία ακίνητα μνημεία που χρονολογούνται έως το ιστορικό ορόσημο του 1453 «ανήκουν στο Δημόσιο κατά κυριότητα και νομή και είναι πράγματα εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτα χρησικτησίας» (Ν. 3028/2002).

[2] Πρόκειται για τη συνοικία Ακαδημία Πλάτωνα της 4ης Δημοτικής Κοινότητας σε γειτνίαση με το Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας. 

[3] Παράλληλα με τις διαδικασίες θεσμοθέτησής του ως αρχαιολογικού και κοινόχρηστου χώρου πρασίνου, το 2002 (Ν. 3057/2002, ΦΕΚ 239Α/10.10.2002,§2, άρθρο 80) καθορίσθηκε εντός των ορίων του και ο χώρος ανέγερσης του Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών με μέγιστη επιτρεπόμενη δόμηση 30.000 τ.μ.

[4] Άξια μνείας η πρωτοβουλία που ξεκίνησε το 2008 και οδήγησε στην απαλλοτρίωση ιδιωτικής έκτασης και την ένταξή της στον αρχαιολογικό χώρο (θεσμικά έχει ολοκληρωθεί, αλλά εκκρεμεί ακόμα η οικονομική υλοποίησή της με κίνδυνο την ακύρωσής της).

[5] Το σχεδιαστικό όραμα του Δημήτρη Πικιώνη, που ο ίδιος υλοποίησε με προσωπικό κόπο και φροντίδα και «κόντρα» στο κυρίαρχο μοντερνιστικό πνεύμα της εποχής του,  αποτέλεσε τομή για τον χώρο του Φιλοπάππου. Στο ανατολικό τμήμα του δημιούργησε ένα ιδιαίτερο «χειροποίητο» έργο, δίνοντας μορφή σε μια ιδέα περί «ελληνικότητας», όπου το αρχαίο συνομιλεί με το λαϊκό, το νεότερο και το σύγχρονο, και το φυσικό αττικό τοπίο (σύνθεση/κολάζ αρχαίων σπολίων με νεοκλασικά στοιχεία, βυζαντινά και της λαϊκής παράδοσης) (ενδ. Πικιώνη 2001, Πλάντζος 2018, Ομιλία Δ. Αντωνακάκη: http://www.eikastikon.gr/kritikesparousiaseis/antonakakis.html). Από το σύνολο του έργου, σήμερα αναδεικνύεται εκείνο που ενισχύει το «νεοκλασικό όραμα», δηλαδή ο Περίπατος και το Άνδηρο (με θέα τον Παρθενώνα), και λιγότερο το Αναπαυτήριο δίπλα στην εκκλησία του Λουμπαρδιάρη, το οποίο έχει εγκαταλειφθεί και δεν λειτουργεί πια ως καφενείο.

[6] Η αρχική «Μελέτη Συνολικής Ανάδειξης Αρχαιολογικού Χώρου Φιλοπάππου» (στο πλαίσιο της ΕΑΧΑ) αναγνώριζε την ανάγκη να ανοίξει το δυτικό τμήμα του Λόφου χωρικά και λειτουργικά προς τις γειτονιές (αίροντας το διαχωριστικό «παραπέτασμα» της περιφερειακής οδού), ώστε να αποκτήσει «ζωή». Η ιδέα δεν έτυχε αποδοχής ή, πάντως, δεν βρήκε ποτέ εφαρμογή. Βλ. Νουκάκης κ.ά. 1998.

[7] Ήδη στο πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας προτείνεται να αφεθεί αδόμητη όλη η περιοχή εντάσσοντάς την στον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο γύρω από την Ακρόπολη.

[8] «Ως οργανωμένος αρχαιολογικός χώρος (ΟΑΧ) ορίζεται αυτός που ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου και αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης μέριμνας για την ανάδειξη και προβολή του. Οργανωμένος αρχαιολογικός χώρος μπορεί να είναι και ένας ανασκαφικός χώρος. ‘Ένας αρχαιολογικός χώρος χαρακτηρίζεται ως οργανωμένος με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού μετά από γνώμη του Συμβουλίου». Ο Υπουργός και οι κατά περίπτωση αρμόδιοι φορείς του ΥΠΠΟ αποφασίζουν για τους όρους και προϋποθέσεις επίσκεψης του κοινού, για τις πολιτιστικές ή άλλες εκδηλώσεις που μπορούν να πραγματοποιούνται εντός των ΟΑΧ, για την πρόσβαση ειδικών επιστημόνων σε κινητά μνημεία που φυλάσσονται σε αποθηκευτικούς χώρους, για την παραγωγή, αναπαραγωγή και διάδοση αντιγράφων ή απεικονίσεων (για άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή εμπορικό σκοπό), ενώ με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Πολιτισμού καθορίζεται το ύψος του αντιτίμου που καταβάλλεται από το κοινό για την επίσκεψη των οργανωμένων χώρων  (3028/2002, Άρθρο 46 και 4447/2016, Άρθρο 27).

[9] «… στην περίπτωση του κινήματος ενάντια στην περίφραξη του λόφου του Φιλοπάππου στην Αθήνα, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι τα κίνητρα για την κινητοποίηση συνδέονταν με τις πρακτικές που είχαν αναπτυχθεί σε σχέση με το λόφο, όπως οι χρονοχώροι βόλτας, αλλά και με αναμνήσεις, βιώματα και γενικότερες αναπαραστάσεις για το Φιλοπάππο ως ανοικτό χώρο. H πρακτική δηλαδή της κινητοποίησης μπορεί να εκληφθεί ως «απόδειξη» ότι ο συγκεκριμένος χρονοχώρος αποτελεί σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητάς της γειτονιάς, έστω και με διαφορετικούς τρόπους για τον καθένα και την καθεμία». (Χαϊδοπούλου-Βρυχέα 2016: 95).

[10] Όλες σχεδόν οι μελέτες που έγιναν στο πλαίσιο της Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων και της δημιουργίας του Μεγάλου Περιπάτου περιλάμβαναν προτάσεις άρσης της λογικής της απλής περίφραξης, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη χωρική και οπτική προσβασιμότητα στους επιμέρους μνημειακούς χώρους, αλλά ελάχιστες συμπεριλήφθηκαν στο στάδιο της εφαρμογής (Φιλιππάκης 2010: 12). Τη διαφύλαξη της «ανοικτής συνθήκης» υποστήριξε και η ομάδα της Μελέτης για τον Λόφο, βλ. Νουκάκης κ.ά. 1998.

[11] Τον Δεκέμβριο 2008 υλοποιείται πραγματογνωμοσύνη σχετικά με την κατάσταση της βλάστηση στου Φιλοπάππου σε συνέχεια έκκλησης της συντονιστικής Επιτροπής Κατοίκων Φιλοπάππου προς ειδικούς επιστήμονες. Στην τεχνική έκθεση επισημαινόταν η κακή κατάσταση του φυτικού υλικού και η ανάγκη άμεσης αποκατάστασής του. Για λεπτομέρειες: https://filopappou.wordpress.com/2008/12/12/1-3/. Κάτοικοι προβαίνουν με δική τους πρωτοβουλία σε φυτεύσεις και έργα συντήρησης (π.χ. πότισμα, κλάδεμα).

[12] Τα τελευταία έτη καταγράφονται βίαια περιστατικά, όπως ληστείες περιπατητών (που σε μια περίπτωση οδήγησαν στον τραγικό θάνατο ενός νέου ανθρώπου το καλοκαίρι του 2019). Δεν υπάρχει ωστόσο μελέτη που να τεκμηριώνει ότι η συχνότητα και η ένταση του φαινομένου υπερβαίνει άλλων περιοχών του αστικού κέντρου ή ανάλογης έκτασης και φυσιογνωμίας χώρων του λεκανοπεδίου. Ενδεικτικά: https://www.news247.gr/koinonia/to-pepromeno-enos-fonoy-me-archaiofylakes-se-rolo-parkadoroy.6643641.html , https://insidestory.gr/article/filopappou-apofaseis-skia-enos-thanatou


Για το πλήρες κείμενο της έρευνας, συνοδευόμενο από οπτικό υλικό, πατήστε εδώ.

Η Δέσποινα Καταπότη αποφοίτησε από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών το 1995. Ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές (ΜΑ in Archaeology & Prehistory) στο Τμήμα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Sheffield το 1997 και τη διδακτορική της διατριβή στο ίδιο πανεπιστήμιο το 2005. Είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Πολιτισμικής Θεωρίας και Ψηφιακού Πολιτισμού στο Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα και η διδασκαλία της επικεντρώνονται στην κριτική θεωρία, τη μελέτη της μνήμης καθώς και την ιστορία και φιλοσοφία της επιστήμης της αρχαιολογίας. Τα τελευταία χρόνια διερευνά τη σχέση των ψηφιακών τεχνολογιών, των μέσων κοινωνικών δικτύωσης και του ευρύτερου πεδίου της πολιτιστικής κληρονομιάς, με απώτερο στόχο την κριτική αποτίμηση της επίδρασης και συμβολής της «ψηφιακότητας» στη διαχείριση και ανάδειξη του παρελθόντος. Το 2013, συνεπιμελήθηκε με τη Δρα Μαρία Ρελάκη το συλλογικό τόμο An Archaeology of Land Ownership (London: Routledge), ενώ έχει δημοσιεύσει σειρά επιστημονικών άρθρων αναφορικά με τη σχέση αρχαιολογίας και μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τη διαμόρφωση μνημονικών δικτύων και κοινοτήτων στον κυβερνοχώρο καθώς και το σχεδιασμό υβριδικών μοντέλων διαχείρισης πολιτιστικής κληρονομιάς.


 Η Ιουλία Σκουνάκη είναι αρχαιολόγος-μουσειολόγος, υποψήφια διδάκτορας στο Τμήμα Πολιτιστικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακών τίτλων «Κλασικής Αρχαιολογίας» (Πανεπιστήμιο Κρήτης) και σπουδών «Αρχαιολογικής Κληρονομιάς και Μουσείων» (University of Cambridge/Darwin College). Η ερευνητική της δραστηριότητα αφορά κυρίως στα πεδία της «δημόσιας αρχαιολογίας και ιστορίας» (public archaeology-history), της πολιτιστικής διαχείρισης και της μουσειολογίας, με έμφαση στο θεσμό του αρχαιολογικού χώρου. Η επαγγελματική της δραστηριότητα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συμμετοχή σε μελέτες που αφορούν τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, τη διαχείριση και ανάδειξη μνημείων, μνημειακών χώρων και μουσειακών συλλογών.

 

 


Η Γεωργία Γκουμοπούλου είναι αρχιτέκτονας μηχανικός – πολεοδόμος (ΕΜΠ, ΜΔΕ) και υποψήφια διδάκτορας του Τομέα Πολεοδομίας-Χωροταξίας της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ. Η ακαδημαϊκή της έρευνα αφορά την αναγνώριση του ρόλου των «αστικών κενών» ως ειδικών υπαίθριων ελεύθερων χώρων με μια ιδιαίτερη «δυναμική» κι ως πεδία δράσεων κοινωνικών, πολιτισμικών σχέσεων και φυσικών διεργασιών. Ως υποψήφια διδάκτορας συμμετέχει επικουρικά στη διδασκαλία προπτυχιακών και μεταπτυχιακών μαθημάτων της Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ που σχετίζονται με θέματα Αστικού Σχεδιασμού και Περιβάλλοντος. Ως ερευνήτρια συνεργάζεται με εργαστήρια ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, ερευνητικές/επιστημονικές ομάδες, τη MONUMENTA και είναι μέλος του Σπουδαστηρίου Πολεοδομικών Ερευνών ΕΜΠ. Συμμετέχει σε ερευνητικά προγράμματα συνεργασίας (ΕΜΠ-LUH, IKYDA15, HeKriS17), οργανώνει εκπαιδευτικά εργαστήρια/workshops κι εκθέσεις ενώ επιστημονικά άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε διεθνή και ελληνικά πρακτικά συνεδρίων, περιοδικές και συλλογικές εκδόσεις. Ως ελεύθερος επαγγελματίας (από το 2001), συνεργάζεται με γραφεία αρχιτεκτονικών και πολεοδομικών μελετών, φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης, επιστημονικά ινστιτούτα, συμμετέχει και συμβάλλει σε επαγγελματικά σεμινάρια, ημερίδες, εκθέσεις κι αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς κι έχει βραβευμένο, υλοποιημένο και μη έργο.

 

 

 


  • Γκουμοπούλου, Γ. και Χαζάπης, Α. (2017). ’Προσεγγίζοντας την πολλαπλότητα του τόπου μέσα από συλλογικές πρακτικές στην πόλη’. Πρακτικά 2ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Marketing και Branding Tόπου. Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, 31 Μαρτίου-2 Απριλίου, Λάρισα.
  • Σερράος, Κ., Ασπρογέρακας, Β., Γκουμοπούλου, Γ., Χαζάπης, Α. και Βουλέλλης, (2017). ‘Civil society and institutional practices towards democratization of urban planning: case studies on three German cities’. Πρακτικά 3ου Διεθνούς Συνεδρίου Changing Cities: Spatial, Design, Landscape & Socio-economic Dimensions, ειδική ενότητα “Bottom up planning initiatives in the urban space. A vehicle for a further democratization of the urban planning procedure?”. Εργαστήριο Μορφολογίας Αστικού Χώρου, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, 26-30 Ιουνίου, Σύρος.
  • Γκουμοπούλου, Γ. (2016). ‘Τhe complexity of metropolitan development: New approaches and methodological tools’. Στο Serraos, K. & Greve, T. eds. Metropolitan Interventions Athens 2021: From the Idea to the Implementations. Exchange of experiences, Hamburg, Vienna, Munich, Athens. Αθήνα: Εκδόσεις Προπομπός, σελ. 75-81.
  • Σερράος, Κ., Χανιώτου, Ε., Γκουμοπούλου, Γ., Πρέντου, Π. (2015). ‘Πόλη και Θάλασσα: Ένα Τριεθνές Εργαστήριο Αστικού Σχεδιασμού. ENSAPLV(Γαλλία), MEÜ (Τουρκία), ΕΜΠ (Ελλάδα)’. Πρακτικά 4ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Πολεοδομίας Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης. Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, 24-27 Σεπτεμβρίου, Βόλος.
  • Γκουμοπούλου, Γ. (2014). ‘Η έννοια της συμμετοχής στο πρόγραμμα της Monumenta: Καταγραφή και ανάδειξη των κτηρίων του 19ου και 20ου αιώνα στην Αθήνα’. Πρακτικά 2ου Διεθνούς Συνεδρίου Προφορικής Ιστορίας: Η μνήμη αφηγείται την πόλη. Προφορικές μαρτυρίες για το παρελθόν και το παρόν του αστικού χώρου, ενότητα: “Μαρτυρίες για τους τόπους και τους ανθρώπους της πόλης”. Ένωση Προφορικής Ιστορίας και Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, 6-9 Μαρτίου, Ίδρυμα Μιχ. Κακογιάννη.
  • Γκουμοπούλου, Γ. και Ματαλιωτάκη, Β. (2013). ‘Συμμετοχή και πράσινο γειτονιάς’. Building Green Magazine, Τεύχος 27, σελ. 38-41
  • Γκουμοπούλου, Γ. και Ματαλιωτάκη, Β. (2013). “Συμμετοχικός σχεδιασμός και διαχείριση αστικού πρασίνου σε επίπεδο γειτονιάς. Πεδία δράσεων σε ‘πάρκα τσέπης’ και ‘σχολικούς κήπους’”. Πρακτικά επιστημονικής ημερίδας ΕΣΕΦΥ: Διαχείριση Αστικών Οικοσυστημάτων, 6ο Διεθνές Συνέδριο EcoBuilding, 5 Οκτωβρίου, Αθήνα.
  • Κοσμάκη, Π., Σερράος, Κ., Γκουμοπούλου, Γ., Μαυρομμάτη, Σ., Πάγκας, Ν. (2008). ‘Προκαταρκτικές επισημάνσεις για την ανασυγκρότηση του οικισμού της Νέας Φιγαλείας μετά τις πυρκαγιές του 2007’. Έκδοση του ερευνητικού προγράμματος “Άξονες χωροταξικής και οικιστικής οργάνωσης των πυρόπληκτων περιοχών: πιλοτική διερεύνηση των προοπτικών ανασυγκρότησης των Δήμων Αλιφείρας, Ανδρίτσαινας, Ζαχάρως και Φιγαλείας του Ν. Ηλείας”. Αθήνα: Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ, σελ.139-147.
  • Γκουμοπούλου, Γ. (2007). ‘Ασωπός ποταμός: Πραγματικότητα και δυνατότητες προστασίας και περιβαλλοντικής ανάδειξής του’. Ηλεκτρονικό περιοδικό Monumenta -Τεύχος 2 ‘Η δύναμη του νερού’ (14 Δεκ. 2007). Διαθέσιμο στο: https://www.monumenta.org/article.php?IssueID=3&lang=gr&CategoryID=3&ArticleID=150.
  • Γκουμοπούλου, Γ. (2007). ‘Ελεύθεροι χώροι πρασίνου στην πόλη. Η περίπτωση των παιχνιδοτόπων’. Ηλεκτρονικό περιοδικό Monumenta–Τεύχος 1 ‘Αστικός χώρος και αστικό πράσινο’. (28 Φεβ. 2007). Διαθέσιμο στο:https://www.monumenta.org/article.php?IssueID=2&lang=gr&CategoryID=3&ArticleID=38.