Cultures and Cultural Production

«Η αναγκαιότητα του ‘χρήσιμου ψεύδους’ στην Πλατωνική Πολιτεία»

Κακλαμάνου Ελένη

ΈρευναΗμερίδαΑποτελέσματα ΈρευναςΣύντομο ΒιογραφικόΔημοσιεύσεις

Συνοπτική Περιγραφή της Έρευνας

Ο Πλάτων στην Πολιτεία προχωρά στη διάκριση ανάμεσα σε «ψεύδη στην ψυχή» και «ψεύδη στα λόγια» και στην ενσωμάτωση των δεύτερων στην ιδανική πολιτεία του μέσα από τρεις περιπτώσεις χρήσιμης απάτης (382b-e). Διευκρινίζει ότι μόνο οι άρχοντες νομιμοποιούνται να κάνουν χρήση του ψεύδους, όταν πρόκειται για όφελος της πόλης (389b), όπως στην περίπτωση του γενναίου ψεύδους (414b-415d). Η παραχώρηση του δικαιώματος στους άρχοντες να εφευρίσκουν ψεύδη προς όφελος των αρχομένων έχει φαρμακολογικό χαρακτήρα (459c).

Ο Popper (1966) κατηγορεί τον Πλάτωνα για πολιτική ανηθικότητα εξαιτίας της χρήσης άνομων μέσων για τη διατήρηση της εξουσίας, όπως το ψεύδος, η οποία είναι συγκεντρωμένη σε μια μικρή τάξη. Σε μια πρόσφατη μελέτη, ο Schofield (2006) ισχυρίζεται οι περιπτώσεις ψεύδους δεν αντιφάσκουν με την προσπάθεια του Πλάτωνα να δημιουργήσει μια δίκαιη πόλη, αλλά αποτελούν μέρος της επιχειρηματολογίας του, ένα είδος πολιτικής ρητορικής, στην απόπειρά του να συστήσει τη δίκαιη πόλη.

Στόχος μου στην παρούσα έρευνα είναι να εξετάσω διεξοδικά τα «χρήσιμα ψεύδη» στην Πολιτεία, τη διαφορετική φύση τους αλλά και τις δυσκολίες που δημιουργεί στον Πλάτωνα η συμπερίληψή τους στην ιδανική πολιτεία του. Μέρος αυτής της έρευνας είναι η ανάλυση της έννοιας του ψεύδους, της απάτης και άλλων σχετικών εννοιών. Η προσφυγή στην ολοένα αυξανόμενη βιβλιογραφία αναφορικά με την έννοια του ψεύδους και της απάτης θα βοηθήσει στην αποσαφήνιση των ιδιαιτεροτήτων κάθε είδους ψεύδους. θα προσπαθήσω λοιπόν να δείξω ότι το ψεύδος στον Πλάτωνα δεν είναι μόνο θέμα ηθικό αλλά και γνωσιολογικό. Επιπλέον, σχετικά με το ερώτημα γιατί προτείνονται τα συγκεκριμένα ψεύδη και όχι κάποια άλλα προχωρώ στην παράλληλη μελέτη κειμένων την εποχής (ρητορική, ιστορία, τραγωδία). Μέρος του επιχειρήματος μου είναι ότι ο Πλάτων «δανείζεται» παραδείγματα ψεύδους από την αθηναϊκή ιστορία και τη δημοκρατική καθημερινότητά του και, μολονότι δίνει άλλο νόημα σε αυτά, τελικά τα παρουσιάζει σαν περιπτώσεις ψεύδους του κοινού νου.

Ο απώτατος στόχος της έρευνας είναι διπλός: α. να ολοκληρώσω τη συγγραφή ενός βιβλίου με κεντρικό άξονα τη φύση και το ρόλο ψεύδους στην πλατωνική Πολιτεία, και β. να οργανώσω ένα διεθνές συνέδριο, σε συνεργασία με το Τhe Trinity Plato Centre, Trinity College Dublin, όπου θα συζητηθούν τα γνωσιολογικά, ηθικά και πολιτικά θέματα που προκύπτουν από την έννοια του ψεύδους στο πλατωνικό corpus.

 

Η έρευνα της κ. Κακλαμάνου ενισχύθηκε οικονομικά από το ΚΕΑΕ με τη χρηματοδότηση του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση.

Ημερίδα

«Αλήθεια και Ψεύδος στην πλατωνική Πολιτεία»

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018
Ιστορικό Αρχείο ΕΚΠΑ
(Σκουφά 45, Κολωνάκι)

Η ημερίδα διοργανώνεται στα πλαίσια του ερευνητικού προγράμματος «Η αναγκαιότητα του χρήσιμου ψεύδους στην πλατωνική Πολιτεία» που χρηματοδοτήθηκε από το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (ΚΕΑΕ) για το έτος 2018, με την υποστήριξη του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση.

 



Πρόγραμμα

15:45 – 16:20

Χαιρετισμός – Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες

Εισαγωγή: Το χρήσιμο ψεύδος στην πλατωνική Πολιτεία – Ελένη Κακλαμάνου

16.20 – 17.40  Πρώτη συνεδρία – Συντονισμός: Ελένη Περδικούρη

‘Tὸ ἀληθείας ἰδεῖν πεδίον οὗ ἐστιν’ (Φαίδρος, 248b6)’: το πεδίο της αλήθειας και του ψεύδους στην Πολιτεία και τον Πολιτικό του Πλάτωνα» – Στέφανος Δημητρίου

Ψεύδος και Αλήθεια στη Φιλελεύθερη Δημοκρατία – Φίλιππος Βασιλόγιαννης

17.40 – 18.10 Διάλειμμα

 

18.10 – 20.00  Δεύτερη συνεδρία – Συντονισμός: Σπύρος Ράγκος

Άγνοια, ψεύδος και επιθυμία στον Γοργία και στην Πολιτεία – Ξανθίππη Μπουρλογιάννη

Διαβαθμίσεις αλήθειας στην Πολιτεία – Θανάσης Γκατζάρας

Ο φαρμακολογικός χαρακτήρας της αλήθειας – Βασιλική Δημουλά

Badiou/Πλάτων: Αλήθεια και Έρωτας – Κωνσταντίνος Ηροδότου

20.00 – 20.30  Συζήτηση – Συμπεράσματα

Συμμετέχοντες:

Φίλιππος Βασιλόγιαννης (Νομική Σχολή, ΕΚΠΑ), Θανάσης Γκατζάρας (Ακαδημία Αθηνών), Στέφανος Δημητρίου (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Βασιλική Δημουλά (ΑΠΚΥ), Κωνσταντίνος Ηροδότου (ΚΕΑΕ/EΠοΦι, ΕΚΠΑ), Ξανθίππη Μπουρλογιάννη (Ακαδημία Αθηνών), Ελένη Περδικούρη (Παν. Πατρών), Σπύρος Ράγκος (Παν. Πατρών), Ελένη Κακλαμάνου (ΚΕΑΕ).


Αφίσα Ημερίδας (JPG)

Πρόγραμμα Ημερίδας (PDF)

Έρευνα: «Η αναγκαιότητα του ‘χρήσιμου ψεύδους’ στην πλατωνική Πολιτεία»

Ερευνήτρια: Ελένη Κακλαμάνου

Η έρευνα «Η αναγκαιότητα του «χρήσιμου ψεύδους» στην πλατωνική Πολιτεία»χρηματοδοτήθηκε από το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (ΚΕΑΕ) για το έτος 2018, με την υποστήριξη του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση.

Ι. Εισαγωγή

Ο Πλάτων στην Πολιτεία σκιαγραφεί τη διάκριση ανάμεσα στα «ψέματα στην ψυχή» και στα «ψέματα στα λόγια» και προχωρά στην ενσωμάτωση των δεύτερων στην πολιτική και κοινωνική ζωή της πολιτείας που δημιουργεί στα λόγια, μέσα από 3 περιπτώσεις χρήσιμου ψέματος (382b-e). Ταυτόχρονα, διευκρινίζει ότι μόνο οι άρχοντες νομιμοποιούνται να κάνουν χρήση αυτών των αποδεκτών περιπτώσεων ψέματος, όταν το κάνουν προς όφελος της πόλης στο σύνολό της (389b). Η παραχώρηση του δικαιώματος στους άρχοντες να εφευρίσκουν ψέματα προς όφελος των αρχομένων έχει φαρμακολογικό χαρακτήρα (459c).

Σε αυτές τις θέσεις έχει ασκηθεί πολλή και σφοδρή κριτική. Κυριότερη είναι η κριτική που έχει ασκήσει ο Popper (1966) που κατηγορεί τον Πλάτωνα για πολιτική ανηθικότητα εξαιτίας της χρήσης άνομων μέσων, όπως είναι το ψέμα, για τη διατήρηση της εξουσίας που είναι συγκεντρωμένη στα χέρια μιας μικρής τάξης. O Schofield (2006) ισχυρίζεται ότι οι περιπτώσεις ψεύδους δεν είναι αντίθετες με την προσπάθεια του Πλάτωνα να δημιουργήσει μια δίκαιη πόλη, αλλά αποτελούν μέρος της επιχειρηματολογίας του, ένα είδος πολιτικής ρητορικής, στην προσπάθειά του να συστήσει τη δίκαιη πόλη.

Η παρούσα έρευνα εξετάζει τα αποκαλούμενα «χρήσιμα ψέματα» στην Πολιτεία, τη διαφορετική φύση τους αλλά και τις δυσκολίες που δημιουργεί στον Πλάτωνα η συμπερίληψή τους στην ιδανική πολιτεία του.

Θα προσπαθήσω να καταδείξω ότι η συζήτηση που αφορά στο δίπολο αλήθεια-ψέμα στην Πολιτεία, θέτει σε νέα θεμέλια το ζήτημα του ορισμού του δεύτερου. Ο Πλάτων θέτει το ερώτημα «τι είναι ψέμα» και απαντά με τη διαμόρφωση μιας νέας εννοιακής κατηγορίας που είναι τα χρήσιμα ψεύδη. Βασική παράμετρος εδώ είναι η διαφορά ανάμεσα στην εκούσια και την ακούσια παραβίαση της αλήθειας, καθώς ορίζει αυστηρά τις συνθήκες που πρέπει να πληρούνται για να ψεύδεται ο Α στον Β. Αυτό γίνεται με όρους γνώσης.

Η προσφυγή στην ολοένα αυξανόμενη βιβλιογραφία αναφορικά με την έννοια του ψεύδους και της απάτης θα βοηθήσει στην αποσαφήνιση των ιδιαιτεροτήτων αυτής της νέας κατηγορίας και της προσπάθειας μου να δείξω ότι το ψέμα στην Πολιτεία είναι ένα κατεξοχήν γνωσιολογικό ζήτημα. Το ζήτημα της ηθικής έπεται αυτού. Πρόσβαση στο ψέμα έχουν μόνο όσοι έχουν γνώση, συνεπώς δημιουργείται μια ασυμμετρία με όρους γνώσης, που μπορεί να εξεταστεί, στη συνέχεια, με όρους ηθικής, π.χ. αδικία κτλ.

ΙΙ. Το πεδίο δράσης: Ψεύδος και πολιτική.

H Χάνα Άρεντ στην περίφημη μελέτης της για τη σχέση αλήθειας και πολιτικής υποστήριξε ότι οι άρρηκτοι  δεσμοί μεταξύ των δύο μπορούν να διαγνωστούν όχι μόνο στις περιπτώσεις των ολοκληρωτικών καθεστώτων αλλά και στις δημοκρατίες, όπου θεμελιώδη χαρακτηριστικά της αρμονικής συνύπαρξης μεταξύ αρχόντων και αρχομένων είναι η εμπιστοσύνη και η αλήθεια.[1] Η Άρεντ βέβαια δεν ισχυρίζεται ότι οι πολιτικοί εκ των πραγμάτων λένε ψέματα, όπως συχνά λέμε στην καθημερινότητα ή όπως παρουσιάζονται σε ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του 1960, όπως για παράδειγμα στις μορφές του Γκρούεζα ή του Γκόρτσου. Το ψέμα  δεν είναι συστατικό στοιχείο της πολιτικής. Ωστόσο, η  πολιτική και η άσκησή της βρίσκονται σε έναν αέναο ανταγωνισμό με την αλήθεια, και η επικράτηση της μίας σημαίνει αναπόφευκτα τον περιορισμό του πεδίου  της άλλης.

Η αλήθεια, με τη συνηθισμένη έννοια του όρου, δεν υποτάσσεται σε επιθυμίες, θελήσεις συγκεκριμένων ατόμων ή πολιτικών ομάδων. Η αλήθεια έχει τη δική της αυτόνομη δύναμη, στην οποία η πολιτική δεν θέλει να υποκύψει και καταφεύγει αναγκαστικά στη μεταμφίεση του ψέματος σε αλήθεια. Επειδή, επομένως, οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν συνειδητά και επίσημα να δέχονται το ψέμα στη θέση της αλήθειας, είναι αναγκαίο να καλύπτεται η πολιτική πράξη με ψέματα, δηλαδή με αναφορές και αιτιολογήσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Ίσως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τα τελευταία χρόνια είναι η επέμβαση των αποκαλούμενων συμμαχικών δυνάμεων στο Ιράκ για τη ανατροπή του Saddam  Hussein και την  καταστροφή των, υποτιθέμενων, όπλων μαζικής καταστροφής που είχε την κατοχή του. Η «αλήθεια» που παρουσιάστηκε στους πολίτες και στα κοινοβούλια των χωρών που έλαβαν μέρος ή έδωσαν την έγκρισή τους για τη πολεμική επιχείρηση, καθιστούσε την επέμβαση επιβεβλημένη προκειμένου να διαφυλαχτεί η ασφάλεια της παγκόσμιας κοινότητας.

Ο Sir  John Chilcot υποστήριξε ότι μολονότι ο Tony Blair, ο τότε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, δεν ήταν ειλικρινής σε σχέση με τις αποφάσεις που οδήγησαν στην πολεμική εμπλοκή, ωστόσο υπήρξε συναισθηματικά ειλικρινής (sincere truthful) σε σχέση με αυτά τα γεγονότα, δηλαδή στηρίχθηκε τόσο στο συναίσθημα όσο και σε μια συγκεκριμένη ερμηνεία των γεγονότων προκειμένου να λάβει τις αποφάσεις του. Μολονότι είπε κάτι που αποδείχτηκε ότι ήταν ψέμα, και συνεπώς οι πολίτες στηριζόμενοι σ’ αυτό σχημάτισαν μια ψευδή πεποίθηση, αυτό κρίθηκε ως ωφέλιμο από τον ίδιο. Επιχειρηματολόγησε υπέρ μιας σημαντικότερης από την αλήθεια συνθήκης μεταξύ κυβερνόντων και κυβερνούμενων και αυτή είναι η ασφάλεια των δεύτερων.[2]

Και ενώ οι πράξεις και τα κίνητρα του Tony Blair μπορούν να γίνουν αντικείμενο σφοδρής κριτικής, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ανάγκη μιας κοινωνίας για  ασφάλεια. Αυτό, το έχει εκφράσει με τον πιο ρητό τρόπο ο Σπινόζα στην Πολιτική Πραγματεία του. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι κάθε πολιτεία είχε δικαίωμα να μην αναγνωρίζει κανένα ανώτερο νόμο από της ασφάλεια της δικής της επικρατείας.  Μια τέτοια αρχή θα μπορούσε να τοποθετηθεί στη θέση της δικαιοσύνης ή και της αλήθειας, της ατομικής ή συλλογικής ελευθερίας. Σε διαφορετικό πλαίσιο, ο Πλάτων  στον διάλογο Πολιτεία θα ισχυριστεί ότι τα ψέματα, μεταξύ άλλων, προς τους εχθρούς, εσωτερικούς ή εξωτερικούς, είναι καλοδεχούμενα στο βαθμό που συνεισφέρουν στη σωτηρία και την προστασία της πόλης.

Στην πλατωνική Καλλίπολη, οι πολίτες συμφωνούν και συναινούν να ζουν υπό τη διοίκηση των αρχόντων (431c-432a), ενώ η ομόνοια μεταξύ των πολιτών μπορεί να εξασφαλίσει την ευτυχία στον πολίτη και την πόλη.   Βασική προϋπόθεση της δημιουργίας της πόλης είναι η ίση μετοχή των ατόμων στην ευτυχία και την ευημερία της πόλης: «όταν θεμελιώνουμε την πόλη δεν προσβλέπουμε στην ευτυχία αποκλειστικά μιας τάξης αλλά, στο βαθμό που είναι δυνατό, ολόκληρης της πόλης» (420b5-8). Και ενώ η εμπιστοσύνη και η αλήθεια εμφανίζονται ως ουσιώδη στοιχεία της σχέσης αρχόντων και αρχομένων, ο Πλάτων μάλλον ξαφνιάζει τον ακροατή ή αναγνώστη του, ας μη λησμονούμε ότι το  ζητούμενο είναι ο ορισμός της δικαιοσύνης, με την αποδοχή συγκεκριμένων περιπτώσεων ψεύδους.

Οι περιπτώσεις  εμφανούς αποδοχής και κατ’ επέκταση νομιμοποίησης του ψεύδους στην πόλη είναι: α) η αποδοχή των ψεύτικων ιστοριών στην εκπαίδευση των φυλάκων (376e-412b), β) η διάκριση ανάμεσα σε «ψεύδη στην ψυχή» και «ψεύδη στα λόγια» και η ενσωμάτωση των τελευταίων στην κοινωνική και πολιτική ζωή μέσα από τρεις περιπτώσεις χρήσιμης απάτης: ψεύδη στους εχθρούς, ψεύδη στους φίλους που βρίσκονται σε κατάσταση  άνοιας ή μανίας, ψεύδη για το μακρινό παρελθόν (382b-e) γ) η διευκρίνιση ότι μόνο οι άρχοντες νομιμοποιούνται να κάνουν χρήση του ψεύδους, όταν πρόκειται για όφελος της πόλης, εν είδη φαρμάκου (389b), δ) η περίπτωση του γενναίου ψεύδους (414b-415d) και τέλος, ε) η παραχώρηση του δικαιώματος στους άρχοντες να εφευρίσκουν ψεύδη προς όφελος των αρχομένων, o λεγόμενος έλεγχος της αναπαραγωγής (459c).

ΙΙΙ. Η οριοθέτηση της δράσης: ο ορισμός

Στο ερώτημα «τι είναι ψεύδος;» ο Πλάτων απαντά με τη διάκριση  αναμεσά στα ψεύδη στη ψυχή και τα ψεύδη στα λόγια. Υπάρχει μια αξιοσημείωτη διαφορά ανάμεσα στην παραβίαση του κανόνα της αλήθειας τυχαία και στην παραβίασή του με επίγνωση ότι αυτό που λέμε είναι ψευδές. Ο Πλάτων λοιπόν επεκτείνοντας το ερώτημα «τι είναι ψεύδος» ως «υπάρχει δίκαιο ψεύδος ή καλύτερα υπάρχει δικαιολογημένο ψεύδος;», απαντά καταφατικά και θέτει δύο προϋποθέσεις α. Αυτός που λέει το ψέμα πρέπει να γνωρίζει ότι λέει κάτι ψευδές, β. o φορέας του ψεύδους πρέπει να δρα προς όφελος του ψευδόμενου.

Για να  κατανοήσουμε αυτές τις κατηγορίες ψεύδους που δημιουργεί ο Πλάτων πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να επιστρέψουμε στον Ιππία Ελάσσονα και στο ζήτημα του ορισμού «τι είναι το ψεμα;» Μια ερώτηση-συζήτηση για τις σχετικές ιδιότητες δυο ομηρικών ηρώων, του Αχιλλέα και του Οδυσσέα, ανάγεται στην ευρύτερη συζήτηση σχετικά με την ηθική και την επιστημολογία του εκούσιου και του ακούσιου ψεύδους. Ταυτόχρονα,  γίνεται το μέσο για την εξερεύνηση εννοιών όπως σοφία, η γνώση, η αλήθεια και η δικαιοσύνη.  Εκεί, ο Πλάτων καταλήγει στο εντελώς παράδοξο συμπέρασμα, που συχνά φέρνει σε αμηχανία τους μελετητές, ότι «αυτός που εκούσια λαθεύει και κάνει άσχημα και άδικα πράγματα, εφόσον βέβαια υπάρχει τέτοιος άνθρωπος, δεν είναι δυνατόν να είναι άλλος από τον αγαθό» (376b). Βασική παράμετρος είναι η  διάκριση ανάμεσα στην εκούσια και την ακούσια παραβίαση της αλήθειας, καθώς ορίζει αυστηρά τις συνθήκες που πρέπει να πληρούνται για να ψεύδεται ο Α στον Β. Αυτό γίνεται με όρους γνώσης.

Με τους ίδιους όρους μπορεί να κατανοηθεί η αρχική διάκριση στην Πολιτεία ανάμεσα σε ψεύδη στην ψύχη και ψεύδη στα λόγια (382b-e).  Μια εύλογη απάντηση όσον αφορά τη φύση των πρώτων, θα ήταν ψευδείς πεποιθήσεις, παίρνοντας ως δεδομένο ότι εδράζουν στην ψυχή. Τα ψέματα σε αυτή την περίπτωση δεν είναι απλές ιστορίες αλλά μέρος της ίδιας της ανθρώπινης φύσης και της προσωπικής ιστορίας του καθενός, καθώς είναι βυθισμένος στην άγνοια. Κάποιος που είναι βυθισμένος στην άγνοια ερμηνεύει το ψεύδος ως αλήθεια και συνεπώς εξαπατάται και ο ίδιος. Το αληθινό ψεύδος είναι η άγνοια στην ψυχή αυτού που ψεύδεται. Ο δέκτης του ψεύδους πλανάται επίσης και  σχηματίζει μια πεποίθηση με βάση αυτό το ψέμα που είναι εκ των πραγμάτων εσφαλμένη. O Page (1991,16) εύστοχα παρατηρεί πως «το ως αληθώς ψεύδος», δηλαδή η άγνοια για τα κυριώτατα, αυτά που καθορίζουν τις αποφάσεις για την επιλογή του αγαθού, σημαίνει ουσιαστικά ότι κάποιος δρα με ελλιπή γνώση ή ακόμα και πλήρη άγνοια.

Πέρα όμως από τη συζήτηση για το πού εδράζει και σε τι αναφέρεται το ψεύδος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δήλωση του Σωκράτη για την ακούσια απώλεια της αλήθειας και τη συμμετοχή στο ψεύδος. Ουσιαστικά επανέρχεται το γνωστό σωκρατικό παράδοξο «κανείς δεν αμαρτάνει εκούσια». Λίγο πριν το συγκεκριμένο απόσπασμα, ο Σωκράτης είχε κατηγορήσει τις αισθήσεις για τη δημιουργία μιας σφαλερής γνώμης λόγω μαγείας, αναιρώντας την κατηγορία στην περίπτωση των θεών, αφού οι θεοί δεν εξαπατούν, όπως οι ποιητές θέλουν να τους παρουσιάζουν (381e). H ακούσια απώλεια της ορθής γνώμης σχολιάζεται στο 412e-413c όπου τίθεται το θέμα της επιλογής των αρχόντων από την τάξη των φυλάκων. Μια πεποίθηση (δόξα) χάνεται από το νου (διάνοια), όταν κανείς αντιληφθεί ότι είναι ψευδής, ενώ μια αληθινή χάνεται ακούσια. Η απώλεια είναι ακούσια γιατί οι άνθρωποι στερούνται τα αγαθά χωρίς τη θέλησή τους ενώ τα κακά με ευχαρίστηση. Είναι λοιπόν δυνατό να έχει κάποιος ορθή γνώμη για το τι είναι καλό, αλλά να την απωλέσει χωρίς τη θέλησή του, πράττοντας έτσι ενάντια στο καλό. Η ακούσια απώλεια της αλήθειας είναι αποτέλεσμα τριών παραγόντων: της απάτης (κλοπής), της βίας (βίας) και της μαγείας (μαγείας).

Όσον αφορά τώρα στα λεκτικά ψεύδη είναι απλά ένα μίμημα της άγνοιας του παθήματος της ψυχής και όχι καθαρό ψέμα (382b-c). Το γεγονός ότι τα λεκτικά ψέματα είναι μόνο ένα μίμημα των ψεμάτων που όντως είναι, φανερώνει όχι μόνο τη διαφορετική οντολογική, αλλά και τη γνωσιολογική και την ηθική τους υπόσταση. [3]  Ως μίμημα απλά ομοιάζει με το πρωτότυπο αλλά δεν έχει την ίδια οντολογική βαρύτητα. Το ζητούμενο είναι το υποκείμενο να έχει τη ικανότητα να διακρίνει ανάμεσα στο αληθές και το μη αληθές ψεύδος. Η διάκριση λοιπόν των δύο τύπων ψεύδους μπορεί να θεμελιώνεται στη σχέση πρωτότυπο – μίμημα, αλλά έχει και άλλες παραμέτρους. Η καταδίκη των αληθώς ψευδών πηγάζει από το γεγονός ότι η ψυχή επειδή είναι βυθισμένη στην άγνοια δεν γνωρίζει ότι εξαπατάται. Αντίθετα στη δεύτερη περίπτωση, ο φορέας του ψεύδους δεν εξαπατάται για τα πράγματα που όντως είναι, υπό την προϋπόθεση ότι γνωρίζει πως πρόκειται για ψέματα.

Μολονότι η διάκριση αληθούς ψεύδους  και λεκτικού ψεύδους είναι μεταξύ ψευδών πεποιθήσεων και λεκτικών ψευδών, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι ψευδείς πεποιθήσεις είναι αληθή ψεύδη. Ο Πλάτων έχει ορίσει με αυστηρότητα τις προϋποθέσεις. Τα αληθή ψεύδη αφορούν στα κυριώτατα, συνεπώς έχουν ένα συγκεκριμένο πεδίο δράσης. Επίσης, έχει γίνει σαφές ότι τα υπάρχοντα ψεύδη που κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις είναι ωφέλιμα, είναι τα ψεύδη στα λόγια. Αυτά τα ψεύδη είναι χρήσιμα λόγω των ψευδών πεποιθήσεων που αυτά δημιουργούν και συντηρούν, στο βαθμό που προκύπτει κάποιος όφελος. Για παράδειγμα, αν εγώ πω ένα ψέμα π στον χ, τότε το ψέμα δύναται να είναι ωφέλιμο για τον χ, αν και μόνο αν σχηματίσει μια ψευδή πεποίθηση ότι π. Υπάρχει λοιπόν μια συμμετρία ανάμεσα στα ωφέλιμα ή βλαβερά ψεύδη που εγώ λέω και στις ψευδείς πεποιθήσεις που είναι ωφέλιμες ή βλαβερές πεποιθήσεις που ο χ σχηματίζει και πιστεύει, επομένως τα ωφέλιμα ψεύδη παράγουν ωφέλιμες ψευδείς πεποιθήσεις, ενώ τα βλαβερά ψεύδη παράγουν βλαβερές ψευδείς πεποιθήσεις.

Συνεπώς, μπορούμε να μιλήσουμε για:

Α. Ψευδείς πεποιθήσεις που είναι άλλοτε ωφέλιμες και άλλοτε βλαβερές να τις κατέχουμε.

Β.  Ψευδείς πεποιθήσεις που είναι πάντοτε βλαβερές  και ποτέ ωφέλιμες, δηλ. τα αληθή ψεύδη.

Γ. Ψεύδη που είναι άλλοτε ωφέλιμα και άλλο βλαβερά να τα λέμε (λεκτικά ψεύδη)

Δ. Ψεύδη που είναι πάντοτε βλαβερά και ποτέ ωφέλιμα να τα λέμε (λεκτικά ψεύδη).

Το περιεχόμενο, είτε αυτό είναι ψεύδος είτε πεποίθηση, έχει τον πρώτο λόγο στον εαν και κατά πόσο μια ψευδολογία είναι κατ’ ανάγκη βλαβερή ή όχι. Όταν αφορά στα κυριώτατα, τότε είναι βλαβερή, αν όχι,  τότε, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να είναι είτε ωφέλιμη είτε βλαβερή.

Ας δούμε το παράδειγμα του γενναίου ψεύδους:

Μύθος αυτοχθονίας

  1. Πρέπει να νοιάζομαι για  τους συγγενείς μου (αληθές)
  2. Όλοι οι πολίτες έχουν συγγενικές σχέσεις  (ψευδές)
  3. Πρέπει να νοιάζομαι για τους συμπολίτες μου (αληθές)

Μύθος μετάλλων

  1. Κάποιοι πολίτες έχουν διαφορετικά μέταλλα στις ψυχές τους (αληθές).
  2. Στους πολίτες με διαφορετικά μέταλλα στις ψυχές τους αρμόζουν και διαφορετικές δραστηριότητες. Για παράδειγμα, όλοι οι πολίτες με το μέταλλο Χ στην ψυχής τους αρμόζει να πράττουν Ψ. (ψευδές)
  3. Έχω Χ (αληθές).
  4. Πρέπει να εξασκώ Ψ (ψευδές).

 

IV. Ψεύδη του κοινού νου

Το λεκτικό ψεύδος είναι λοιπόν από εκείνα τα «αγαθά» που μολονότι δεν είναι επιθυμητό καθ’ αυτό, είναι επιθυμητό για την επίτευξη ενός άλλου αγαθού. Οι ιδιαίτερες περιστάσεις που περιγράφονται είναι περιπτώσεις στις οποίες ο κοινός νους θα δεχόταν μια τέτοια πρακτική.

Ας δούμε το παράδειγμα που τα ψεύδη λέγονται για να προστατέψουν την πόλη από τους εχθρούς της. Το κίνητρο του ψεύδους είναι ο φόβος απέναντι στον εχθρό και η ανάγκη σωτηρίας της πόλης Αντίθετα, οι θεοί, επειδή ακριβώς ούτε φόβο νιώθουν ούτε εχθρούς έχουν, δεν έχουν ανάγκη ούτε τη λεκτική μορφή του ψεύδους.[4] Η τελειότητα της φύσης των θεών καθιστά το μεν αληθές ψεύδος το δε λεκτικό άχρηστο. Από την άλλη πλευρά, η αδυναμία των ανθρώπων και η μη τέλεια φύση τους δεν καθιστούν άχρηστο το λεκτικό. Απεναντίας, αυτή η αδυναμία υποδεικνύει ότι το λεκτικό ψεύδος μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμο.

Αυτό φανερώνει και η δεύτερη περίπτωση απάτης. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, οι θεοί φυσικά δεν έχουν φίλους ούτε σε μανική κατάσταση ούτε σε κατάσταση άνοιας, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι για να προστατέψουν ένα φίλο από ένα επερχόμενο κίνδυνο που ο ίδιος, εξαιτίας της διανοητικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται, αδυνατεί να προβλέψει και να πάρει τις σωστές αποφάσεις, καταφεύγουν στο λεκτικό ψεύδος. Η μανία και η άνοια είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις, μολονότι και οι δύο φανερώνουν πνευματική αδυναμία. Η μεν μανική κατάσταση δηλώνει έναν άνθρωπο που, έχοντας καταληφθεί από τρέλα, αδυνατεί να πάρει τις ορθές αποφάσεις· η δε άνοια δηλώνει την αδυναμία εκτίμησης μιας κατάστασης εξαιτίας είτε της ελλιπούς κατανόησης του προς εξέταση θέματος ή ακόμα και της έλλειψης φρόνησης που θα οδηγήσει στην ορθή απόφαση.[5] Συνεπώς, η προσφυγή στο λεκτικό ψεύδος εδώ έχει μια ιδιαίτερη σημασία καθώς χρησιμοποιείται ως ίαμα για ψυχικές και πνευματικές νόσους από κάποιον που όχι απλά έχει πρόσβαση στο ίαμα αλλά βρίσκεται σε ανώτερη πνευματική κατάσταση από τον άρρωστο και μπορεί να κρίνει ορθά πότε απαιτείται η χρήση του αλλά και να ρυθμίσει τη «δοσολογία» του. Επομένως, και στις δύο αυτές περιπτώσεις τα ψεύδη λειτουργούν ως φάρμακα προς αποτροπή μιας επερχόμενης καταστροφής για την πόλη και το άτομο.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Σωκράτης εισάγει την περίπτωση εξαπάτησης των εχθρών αλλά και φίλων που βρίσκονται σε μανική κατάσταση  χωρίς δικαιολόγηση,  σαν να πρόκειται δηλαδή για κάτι που όχι μόνο δεν θα προκαλούσε οργή και αγανάκτηση στο ακροατήριό του αλλά θα γινόταν αποδεκτό ως οικεία πρακτική.[6]. Μολονότι σε γενικές γραμμές η αρχαιοελληνική ηθική καταδίκαζε το ψεύδος ως ηθικό σφάλμα, υπάρχουν διάσπαρτες περιπτώσεις που το ψεύδος γίνεται αποδεκτό ως η ορθή επιλογή.  Αν και το ψέμα και οι ποικίλες αναπαραστάσεις του είναι φαινόμενα που σχετίζονται με τις εκάστοτε συνθήκες και το εκάστοτε πολιτιστικό πλαίσιο, ωστόσο σε κάθε κοινωνία η απάτη τόσο ως πρακτική όσο και ως ιδέα (ο έπαινος και ο ψόγος εξαρτώνται από την περίσταση) σχετίζονται με την άσκηση της εξουσίας και τη γνώση. Η φύση και η ηθική αξιολόγηση της απάτης είναι άμεσα εξαρτώμενα από τον φορέα της αξιολόγησης, αυτόν που την λαμβάνει, αλλά και από αυτό που διακυβεύεται κάθε φορά.[7]

Επίσης, το  ψεύδος και η αξιολόγησή του είναι στενά συνδεδεμένα με την πολιτική και την ιδεολογία της φήμης. Η απάτη, το εσκεμμένο ή μη ψεύδος δεν είναι τόσο κατηγορίες της γλώσσας και του νού όσο κατηγορίες συμπεριφοράς και επικοινωνίας, με σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ο Πλάτων παίρνει το υλικό που βρίσκεται γύρω του και μολονότι το νοηματοδοτεί διαφορετικά, τελικά το παρουσιάζει σαν περιπτώσεις ψεύδους του κοινού νου.

Κεντρικό παράδειγμα οικειοποίησης ενός ψεύδους με ευρεία απήχηση και χρήση στην αθηναϊκή πολιτική ζωή αποτελεί ο μύθος της αυτοχθονίας. Οι άρχοντες πασχίζουν με ένα λόγο διαποτισμένο από την προφάνεια και την απλότητα του κοινού νου, όπως είναι ένας μύθος και ειδικότερα ένας μύθος αυτοχθονίας, να επιβάλλουν το αίσθημα αναγκαιότητας αυτής της πλάνης που αφορά στην προέλευση των κατοίκων  μιας πόλης. Προκειμένου λοιπόν να κατανοήσουμε καλύτερα τις περιπτώσεις απάτης που απαντάμε στην Πολιτεία, θα πρέπει να σκεφτόμαστε και αναπαραστάσεις και εκφάνσεις του ψεύδους σε κείμενα της εποχής και τη σχέση αυτού με τη γνώση και την κυριαρχία. Π.χ. Θουκυδίδης, Ξενοφών, ρήτορες, τραγωδοί. Το περίφημο γενναίο ψεύδος, παρά τον σπαρτιατικο και απολυταρχικό χαρακτήρα του, ξετυλίγεται με τέτοιο τρόπο που ανακαλεί στον νου τόσο την Αθηναϊκή ηθική του καιρού αλλά και τη μυθολογία περί της προέλευσης της πόλης. Το πιο γνωστό και χαρακτηριστικό παράδειγμα χρήσης μύθου αυτοχθονίας είναι ο Επιτάφιος Λόγος του Θουκυδίδη.

  1. V. Συμπεράσματα

Η πλατωνική σύγκρουση μεταξύ αλήθειας και αυτού που αποκαλείται  αλήθεια των πολλών, όπως απαντά στην αλληγορία του σπηλαίου, δεν μπορεί να εξηγηθεί από κάποια θεωρία που δικαιολογεί το ψεύδος, ακόμα και όταν το διακύβευμα είναι η επιβίωση της ίδιας της πόλης. Στο πλατωνικό σπήλαιο κυριαρχεί μια σχεδόν ερωτική αγάπη για την πλάνη και το ψεύδος. Ο φιλόσοφος επιστρέφει από το ταξίδι του στον ουρανό των ιδεών έχοντας καταγράψει με τα μάτια του νου όλες τις αλήθειες και στόχος του φαντάζει η μεταφορά τους στους πολλούς. Κι όμως αυτός ο εραστής της αλήθειας πλατωνικός φιλόσοφος αποκτά δικαίωμα πρόσβασης στο ψεύδος μέσα από τη νέα εννοιολογική κατηγορία που είναι τα ψεύδη τα λόγια.

Η έμφαση δίνεται στο γεγονός ότι το ψεύδος αντλεί την αξία του από τη χρησιμότητα του. Η μόνη περίπτωση που καταδικάζεται συλλήβδην είναι τα ψεύδη στην ψυχή. Είναι τα ψεύδη που αφορούν σε εμάς τους ίδιους, καθώς   αδυνατούμε να καθορίσουμε τη θέση μας στον κόσμο όταν πλανάται ο ίδιος μας ο εαυτός. Το λεκτικό ψεύδος υπηρετεί έναν συγκεκριμένο ρόλο στη σφαίρα των γεγονικών αποφάνσεων και στα «χέρια» αυτών που ήδη κατέχουν την αλήθεια. Σε ένα άλλο επίπεδο, τα ψεύδη στη ψυχή, για τα όντα, όπως συγκεκριμένα λέει ο Πλάτων, δεν είναι τίποτα άλλο από αμάθεια και άγνοια, και φορέας τους είναι ο σοφιστής. Ένας τέτοιος άνθρωπος σφάλλει, πλανάται, αλλά δεν ψεύδεται (βλ. Σοφιστής). Σύμφωνα με τα παραπάνω, κάποιος ψεύδεται, αν γνωρίζει την αλήθεια. Το αντίθετο της αλήθειας δεν είναι το ψέμα, αλλά η άγνοια. Εξάλλου, οι προϋποθέσεις μιας θεωρίας δικαιοσύνης περιλαμβάνουν τη συμμετοχή αυτού που ονομάζουμε ορθό λόγο στη διάγνωση της δικαιοσύνης και της αδικίας, της αλήθειας και του ψέματος.

Ο πολιτικός Πλάτων δεν προβαίνει σε μια διαδικασία πλήρους αποδοχής του λεκτικού ψεύδους. Το ψεύδος δεν είναι μια κανονικότητα, αλλά μια εξαίρεση στην καθημερινότητα των πολιτών της ιδανικής πολιτείας. Έμφαση δίνεται λοιπόν στον περιστασιακό χαρακτήρα, στα οφέλη που προσδοκά ο φορέας του όχι γι’ αυτόν τον ίδιο, αλλά για τους δέκτες, και στο συγκεκριμένο πεδίο δράση τους. Στο βαθμό λοιπόν  που μπορούμε ή καλύτερα, εάν κατανοήσουμε την πολιτική πράξη με βάση την κατηγορία των μέσων – σκοπών, το πιο πιθανόν είναι να καταλήξουμε στο συμπέρασμα, που μόνο φαινομενικά είναι παράδοξο, ότι το ψεύδος μπορεί να είναι χρήσιμο προκειμένου τελικά να διασφαλιστεί η αλήθεια. Τα ψεύδη, εφόσον χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατα άλλων μέσων, τρέπονται σε κατάλληλα εργαλεία και μάλιστα «αβλαβή» για την πολιτική δράση.

Το πλατωνικό σχήμα μοιάζει εύλογο και πειστικό, αν παραμερίσουμε τυχόν αντιρρήσεις καντιανού τύπου. Ωστόσο, η αδυναμία της συγκεκριμένης θέσης βρίσκεται κυρίως στην εξ αρχής παραδοχή ότι υπάρχει μια γνωσιακή ασσυμετρία μεταξύ άρχοντα και αρχόμενου. Γνώση-κυριαρχία-ψεύδος είναι το σχήμα που προκύπτει. Δικαίωμα στο ψεύδος έχουν μόνο αυτοί που γνωρίζουν. Επιπλέον, το ερώτημα  που μένει μετέωρο αφορά στη φύση της αλήθειας στην Πολιτεία.

Μήπως υπάρχουν 2 είδη αλήθειας; Οι φιλοσοφικές αλήθειες θεωρούνται ως κάτι που είναι ανεπιφύλακτα καλό να έχει κανείς, ενώ οι μη φιλοσοφικές αλήθειες θεωρούνται ότι αξίζει να τις έχει κανείς μόνο στον βαθμό που οδηγεί σε καλή συμπεριφορά εκείνον που τις κατέχει. Στην μη φιλοσοφική αρένα υπάρχει ένα ανοιχτό ερώτημα που μπορεί να απαντηθεί μόνο κατά περίπτωση: το κατά πόσον το ψεύδος μπορεί να προωθήσει πιο αποτελεσματικά τον συγκεκριμένο στόχο από ό,τι η αλήθεια. Αυτό είναι άλλο ένα ερώτημα προς διερεύνηση.

 


Adam, J. (1963) The Republic of Plato, 2nd edn, 2 vols., Cambridge.

Arendt, H. (1972) Crises of the Republic: Lying in Politics, Civil Disobedience, On Violence, Thoughts on Politics and Revolution, Orlando

Belfiore, E. (1985) «`Lies Unlike the Truth»: Plato on Hesiod Theogony 27’”, TAPA 115: 47-57.

Bobonich, C. (2002) Plato’s Utopia Recast: His Later Ethics and Politics, Oxford.

Bok, S. (1978) Lying: Moral Choice in Public and Private Life, New York.

Brickhouse, T. C. & N. D. Smith (1983) ‘Justice and Dishonesty in Plato’s Republic‘, Southern Journal of Philosophy 21: 79-95.

Bourdieu, P. (1977) Outline a Theory of Practice, Cambridge

Carson, T.L. Lying and Deception: Theory and Practice, Oxford.

Dombrowski, D. A.  (1997) ‘Plato’s Noble Lie’, History of Political Thought 18, No. 4: 565-78.

Dover, K. (1974) Greek Popular Morality in the Time of Plato and Aristotle, Oxford.

Due, B. (1989) The Cyropaedia: Xenophon’s Aims and Methods, Copenhagen.

Faulker, P (2007) ‘On Telling and Trusting’, Mind 116 no 464: 875-902.

Gill, C., and Wiseman, T. P., eds. (1993) Lies and Fiction in the Ancient World, Exeter.

Hesk, J. (2004) Deception and Democracy in Classical Athens, Cambridge.

Hornblower, S. (1991) A Commentary on Thucydides, Oxford.

Klosko, G. (1986) The Development of Plato’s Political Theory, New York:

Lackey, J. (2008) Learning from Words: Testimony as a Source of Knowledge, Oxford.

Loraux, N. (1986) The Invention of Athens: The Funeral Oration in the Classical City, trans. A. Sheridan, Cambridge, Mass.

Mahon, J.  (2008) ‘The Definition of Lying and Deception’, Stanford Encyclopedia of Philosophy. http://plato.stanford.edu/entries/ lying-definition/.

Page, C. (1991) `The Truth about Lies in Plato’s Republic‘, Ancient Philosophy 11: 1-33.

Popper, K. (1966) The Open Society and its Enemies, vol 1, The Spell of Plato, 5th edn, London.

Rawls, J.  (1971) A Theory of Justice, Cambridge, Mass.

Reeve, C. D. (1988) Philosopher-Kings: The Argument of Plato’s Republic, Princeton.

Rowett, C.  (2016) ‘Why the Philosophers Kings will believe the Noble Lie’, Phronesis  50: 67-100

Schofield,  M.  (2006) Plato: Political Philosophy, Oxford.

Strauss, L. (1964) The City and Man, Chicago.

Ussher, R. (1990) Sophocles Philoctetes, Warminster.

Williams, B. 2002) Truth and Truthfulness, Princeton.

Woolf, R (2009) ‘Truth as Value in Plato’s Republic’, Phronesis 54 no 1:  9-39


[1] Arendt, H. (1972)

[2] Chilcot report: key points from the Iraq inquiry, The Guardian 6.07.2016

[3] Η χρήση της λέξης μίμημα στα πλατωνικά συφραζόμενα συχνά ξαφνιάζει. Για παράδειγμα στον Πολιτικό υπογραμμίζει ότι οι καλύτεροι νόμοι είναι αυτοί που είναι μιμήματα της αλήθειας, γραμμένοι από αυτούς που γνωρίζουν όσο αυτό είναι δυνατόν (εις δύναμιν) (300c).

[4] O Hesk (2000) 110 σημειώνει «ότι είναι δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί ο Σωκράτης κάνει χρήση του όρου «πολέμιοι» όταν αναφέρεται στο ανθρώπινο πεδίο, ενώ «εχθροί» όταν αναφέρεται στο θεϊκό. Πάντως είναι εμφανές ότι ο «πολέμιος» σκιαγραφεί ένα εξωτερικό εχθρό σε περίοδο πολέμου και γι’ αυτό το λόγο ίσως είναι δίκαιο να θεωρήσουμε ότι, όσον αφορά στα ανθρώπινα, ο Σωκράτης είχε κατά νου την πολεμική έχθρα, τουλάχιστον εν μέρει. Ωστόσο,  το γεγονός ότι δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην εχθρότητα που αναπτύσσεται σε εποχές πολέμου και  σε αυτό που θα αποκαλούσα εχθρότητα μέσα στην καθημερινότητα μιας κοινότητας, δεν πρέπει να αγνοηθεί. Όταν ο Σωκράτης παρουσιάζει ως αποδεκτή την εξαπάτηση των εχθρών, ίσως να αναφέρεται σε κάθε είδους εχθρότητα, χωρίς να προχωρεί σε διάκριση ανάμεσα στην εχθρότητα που γεννιέται σε εποχές πολέμου και ανάμεσα σε αυτήν που έχει παγιωθεί σε πολιτικές ή ιδιωτικές σχέσεις.

[5] Για το σημασιολογικό πεδίο της άνοιας Βλ. Zembaty (1988) 535.

[6] Βλ. Dover (1974) 180-184. Ο Σόλων αποσκοπώντας «στην καλή φήμη μεταξύ των ανθρώπων», εύχεται να είναι «γλυκύς για τους φίλους, πικρός για τους εχθρούς» (αποσπ. 1 Diehl) Βλ. και. Πυθ.. ΙΙ, 83-85. Υπάρχουν και περιπτώσεις που υποστηρίζουν ότι το να ψεύδεσαι στους εχθρούς είναι ένδειξη έλλειψης θάρρους. Ο Περικλής κομπάζει ότι οι Αθηναίοι δεν έχουν ανάγκη να εφευρίσκουν ψέματα για να εξαπατούν τους εχθρούς τους γιατί είναι γεμάτοι θάρρος και δύνανται να τους αντιμετωπίσουν (Θουκ. 2.39).

[7] Βλ. Bourdieu (1977).

Η Ελένη Κακλαμάνου απέκτησε το διδακτορικό της από το Trinity College, University of  Dublin με επόπτη τον John Dillon. Ασχολείται ιδιαίτερα με την πλατωνική φιλοσοφία και την πλατωνική παράδοση.
Έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Κρήτης και Κύπρου, στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου και στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ετοιμάζει μια μονογραφία για τη χρήση του ψεύδους στην πλατωνική Πολιτεία.

 

 

 

 

 

Επιλεγμένες Δημοσιεύσεις

  • “An Old Academic on Rhetoric: The Example of Xenocrates”, Dionysius  XVIII 2011: 7-18.
  • ‘‘Speusippus on Cognitive Sense-perception: Sextus Empiricus M 7.145-6” British Journal for the History of Philosophy 20 (6) 2012: 1183-93.
  • “Reading the Proemium of Plato’s Theaetetus: Euclides in Action”, Greek Roman and Byzantine Studies 36 2016: 410-437 (co-author M. Pavlou).i
  • ‘Φυσική Φιλοσοφία και Κοσμολογία’ στο  Γ. Καραμανώλης (επ.) Εισαγωγή στην Αρχαί Φιλοσοφία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης  2017: 181-216
  • ‘Philosophy and Mathematics in Antiquity’, Hermathena, vols 190-1 2011 (co-editor P. Larsen)
  • Framing the Dialogues: How to Read Openings and Closures in Plato’s Dialogues’ Brill 2018 (co-edtors A. Tsakmakis, M. Pavlou)
  • Review in  Thomas L. Carson, Lying and Deception, Theory and Practice, Oxford: Oxford University Press 2010, The Journal of Applied Philosophy 28.2, 2011