The Study of the Human Past

«Ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων στις τύχες των βενετικών μνημείων στην Κρήτη κατά το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα»

Κατόπη Σοφία

ΈρευναΣύντομο Βιογραφικό

Συνοπτική Περιγραφή της Έρευνας

Η μακρόχρονη περίοδος της βενετικής κυριαρχίας στην Κρήτη (1211-1669) άφησε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον αρχιτεκτονικό περιβάλλον το οποίο σωζόταν ακόμη στις αρχές του 20ού αιώνα. Τα επόμενα χρόνια ωστόσο, στο όνομα του εκσυγχρονισμού, της εξέλιξης και της προόδου πολλά μνημεία του ιστορικού κέντρου των πόλεων κατεδαφίστηκαν πριν αναγνωρισθεί η σημασία τους ως αρχιτεκτονικά ή ιστορικά μνημεία.

Οι αρχειακές πηγές διασώζουν στοιχεία που υποδεικνύουν ότι μέρος των κατεδαφίσεων που έλαβε χώρα κατά την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας (1898-1913), πραγματοποιήθηκε από εκπρόσωπους των Μεγάλων Δυνάμεων που βρίσκονταν στην Κρήτη εκείνη την περίοδο ως «προστάτιδες» δυνάμεις. Ωστόσο, μία εξ αυτών, η Ιταλία, θεωρούσε τα μνημεία αυτά μέρος της δικής της εθνικής κληρονομιάς, μαρτυρίες του δικού της ένδοξου παρελθόντος και τις επιθέσεις εναντίον τους ως «εχθρικές πράξεις μεγάλης βαρβαρότητας».

Παρόλο που τα τελευταία χρόνια έχει προκύψει μια μεγάλη βιβλιογραφία αναφορικά με τη στάση των εκπροσώπων των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι στις αρχαιότητες της Κρήτης, δεν έχει δημοσιευτεί τίποτα για τον τρόπο που αντιμετώπισαν τα βενετικά μνημεία του νησιού. Στόχος της προτεινόμενης έρευνας είναι να καλυφθεί το κενό αυτό που αφορά στην πρόσληψη της βενετικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς εκ μέρους των Μεγάλων Δυνάμεων και του ρόλου τους στη διαμόρφωση του αστικού τοπίου των κρητικών πόλεων κατά τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα. Κρίνεται επομένως απαραίτητη μια ενδελεχής έρευνα στο Αρχείο της Κρητικής Πολιτείας, στα πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων των τριών μεγαλύτερων πόλεων της Κρήτης και στον τοπικό Τύπο προκειμένου να εντοπιστούν στοιχεία που φωτίζουν τους τρόπους που οι Μεγάλες Δυνάμεις προσέγγισαν τα βενετικά μνημεία, αλλά και τους τρόπους που ενεπλάκησαν στο ίδιο θέμα οι κρητικές κυβερνήσεις και οι κάτοικοι των πόλεων. Η έρευνα στοχεύει να δώσει απαντήσεις σε ζητήματα που αφορούν στη ρητορική που χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να δικαιολογηθεί η εξαφάνισή τους από το τοπίο των πόλεων, στο θέμα της πρόσληψης του βενετικού παρελθόντος, της διεκδίκησής του από τους Ιταλούς και τις επιπτώσεις όλων αυτών στα ίδια τα μνημεία. Επιπλέον, με τη δημοσίευση αρχειακού υλικού που έχει εντοπιστεί στην Αρχαιολογική Υπηρεσία της Βενετίας, θα γνωστοποιηθούν στοιχεία για την προσπάθεια αναστήλωσης της βενετικής Λότζιας του Χάνδακα κατά τα έτη 1911-1916 και το ρόλο που έπαιξαν σε αυτήν οι Ιταλοί και η τοπική αυτοδιοίκηση του Ηρακλείου.

Η Σοφία Κατόπη είναι ιστορικός τέχνης, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχει υπάρξει για πολλά χρόνια συνεργάτιδα του προγράμματος «Δυτική τέχνη στην Κρήτη» στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών. Από το 2018 συμμετέχει ως Participant Scholar στο  workshop του Getty: Μεσογειακά Παλίμψηστα: Συνδέοντας την τέχνη και τις αρχιτεκτονικές ιστορίες των μεσαιωνικών και πρώιμων νεωτερικών πόλεων. Είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών στο ερευνητικό έργο του ERC, RICONTRANS Οπτική κουλτούρα, ευσέβεια και προπαγάνδα: Μεταφορά και υποδοχή ρωσικής θρησκευτικής τέχνης στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο (16ος- αρχές20ου αιώνα). Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντά εστιάζουν στο υλικό αποτύπωμα των διαφόρων σχέσεων εξουσίας στον πολεοδομικό ιστό των αστικών κέντρων του βενετικού κράτους και κυρίως στη χρήση της all’antica αρχιτεκτονικής αναφορικά με τις σχέσεις αυτές. Επιπλέον, διερευνά τις αλλαγές που σημειώθηκαν στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα στις απόψεις και τις συμπεριφορές απέναντι στα βενετικά και οθωμανικά μνημεία.