Research Centre for the Humanities (RCH)
EN / ΕΛ
Research Centre for the Humanities (RCH)

The Study of the Human Past

«Μοναστηριακή οικονομία και γαιοκτησία στη μετά-δήμευση εποχή (1568-1700): Οικονομική διαχείριση και γαιοκτησία της Μονής Μεγάλου Μετεώρου»

Λεπίδα Στυλιανή

ΈρευναΗμερίδαΑποτελέσματα ΈρευναςΣύντομο Βιογραφικό

Συνοπτική Περιγραφή της Έρευνας

Η προτεινόμενη έρευνα, αξιοποιώντας τμήμα του αδημοσίευτου οθωμανικού αρχείου της Μονής Μεταμορφώσεως στα Μετέωρα (γνωστή ως Μεγάλο Μετέωρο), επιδιώκει να ανασυνθέσει πτυχές της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της οθωμανικής περιόδου ακολουθώντας μια προκαθορισμένη οπτική.

Πιο συγκεκριμένα, η μονή Μεγάλου Μετεώρου προσεγγίζεται ως μια κοινωνικό-οικονομική μονάδα εντός του οθωμανικού διοικητικού πλαισίου, και κατ’ επέκταση μέσα στο ίδιο πλαίσιο μελετάται η μοναστηριακή οικονομία, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα του ύστερου 16ου αιώνα και ολόκληρου του 17ου αιώνα. Το υπό μελέτη αρχειακό υλικό καλύπτει το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1568 και 1700 και ανέρχεται σε περίπου 600 έγγραφα ποικίλης τυπολογίας. Το σχέδιο εργασίας περιλαμβάνει τη μετάφραση των οθωμανικών εγγράφων, την επεξεργασία των δεδομένων τους και την εξαγωγή συμπερασμάτων, με απώτερο στόχο την ένταξη των ευρημάτων σε έναν ευρύτερο διάλογο και προβληματική.

Το έτος 1568, το οποίο έχει επιλεγεί ως χρονική αφετηρία της εν λόγω έρευνας, συνιστά μια τομή στην ιστορία της μοναστηριακής οικονομίας, καθώς σηματοδότησε τη μετάβαση από ένα ασαφές νομικό πλαίσιο σε ένα πιο ανελαστικό, το οποίο αμφισβήτησε το καθεστώς νομιμότητας της μοναστηριακής περιουσίας και επέβαλε τη δήμευση της. Η μοναστηριακή περιουσία περιήλθε στο οθωμανικό δημόσιο, ενώ σε δεύτερο χρόνο δόθηκε η δυνατότητα αγοράς από τους προκατόχους της. Ξεκίνησε τότε εκ μέρους των μοναστηριών μια προσπάθεια ανάκτησης και διαχείρισης της δημευθείσας περιουσίας τους, την οποία επιχειρούμε να καταγράψουμε.

Σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της δήμευσης αλλά κυρίως της μετά-δήμευσης περιόδου, οι μέχρι τώρα εκπονηθείσες μελέτες έχουν εστιάσει κυρίως στη νομική θεώρησή του. Αντλώντας από την κεκτημένη γνώση, η προτεινόμενη έρευνα επιλέγει μια πραγματιστική οπτική και επιδιώκει να μελετήσει τις οικονομικές και κοινωνικές πτυχές του ζητήματος. Επιχειρεί να σκιαγραφήσει το οικονομικό προφίλ της μονής, αναζητά τις στρατηγικές διαχείρισης της «κρίσης» του ’68 και τις οικονομικές της επιπτώσεις, αλλά και τους μηχανισμούς επιβίωσης και εξέλιξής της μονής κατά τον 17ο αιώνα. Εξετάζονται τα χαρακτηριστικά της μοναστηριακής γαιοκτησίας και η διαχείρισή της. Επιπλέον, ιχνηλατείται το πλέγμα των σχέσεων της μονής τόσο με την κεντρική και επαρχιακή διοίκηση όσο και με τον ευρύτερο κοινωνικό και εκκλησιαστικό της περίγυρο. Τέλος, και στο βαθμό που τα δεδομένα του αρχειακού υλικού το επιτρέψουν, θα αναζητηθεί η περιβαλλοντική διάσταση με σκοπό να διαφανεί το πώς η μονή διαχειριζόταν τον φυσικό χώρο στις περιοχές όπου κατείχε γαίες και εάν σημειώνονται μεταβολές στη χρήση του στη διάρκεια του χρόνου.

Online Workshop

Ottoman Archives in Christian Orthodox Monasteries: Methodological issues and research perspectives

18 November 2022

The workshop will be held via zoom.
Zoom link: https://us02web.zoom.us/j/85455621973?pwd=ejRCNXRGODlvVFoyYU9OaHZDcjJGQT09

The event will also be streamed online on Facebook: https://fb.me/e/2doDZqtvp

This workshop is organized by Dr. Styliani Lepida within the context of her research project “Monastic Economy and Land Tenure in the Post-Confiscation Era (1568-1700): Economic Management and Land Tenure of the Great Meteoron Monastery” which is supported by the Research Centre for the Humanities (RCH) for the year 2022.

 

You may watch the workshop here: https://fb.watch/gTknm9PNDv/


PROGRAM

16.30-16.50 Welcome

Kostas Gavroglu, RCH Founding Member; Emeritus Professor of History of Science, University of Athens

Styliani Lepida, Postdoctoral Researcher, Research Centre for the Humanities Scholar – Aristotle University of Thessaloniki

 

SESSION 1

Chair: Styliani Lepida

16.50 – 17.10 Eugenia Kermeli, Professor, Institute of Turkish StudiesHacettepe University, “Ottoman Juridical Practice and the Concept of Justice among Ottoman Orthodox”

17.10 – 17.30 Molly Greene, Professor, Princeton University, “The Documentary Trail of a Remote Region”

17.30 – 17.50 Phokion Kotzageorgis, Associate Professor, Aristotle University of Thessaloniki, “What can an Ottomanist find in an Ottoman Monastic Archive?”

17.50 – 18.20 Discussion – Q&A

 

18.20 – 18.40 Break

 

SESSION 2

Chair: Phokion Kotzageorgis

18.40 – 19.00 Vanessa R. de Obaldía, Postdoctoral Researcher, ERC Starting Grant Project MAMEMS – Johannes Gutenberg University of Mainz, “The Cataloguing of the Ottoman Holdings of Simonopetra Monastery: Between Traditional Documentation and the Digital Humanities”

19.00 – 19.20 Efthimios Maheras, PhD Candidate, University of Crete, “Dealing with an Insular Monastic Archive: The Documents of the Monastery of Saint John the Theologian of Patmos”

19.20 – 19.40 Styliani Lepida, Postdoctoral Researcher, Research Centre for the Humanities Scholar – Aristotle University of Thessaloniki, “Ottoman Documents on the Socio-Economic Status of the Great Meteoron Monastery in the Post-Confiscation Era (late 16th-17th century)”

19.40 – 20.10 Discussion – Q& A

 

20.10 – 20.15 Closing Comments – End of the Workshop

 


Workshop Program (PDF, JPG)

Workshop Poster (PDF, JPG)

Έρευνα: «Μοναστηριακή οικονομία και γαιοκτησία στη μετά-δήμευση εποχή (1568-1700): οικονομική διαχείριση και γαιοκτησία της μονής Μεγάλου Μετεώρου»

Ερευνήτρια: Στυλιανή Λεπίδα

Η έρευνα «Μοναστηριακή οικονομία και γαιοκτησία στη μετά-δήμευση εποχή (1568-1700): οικονομική διαχείριση και γαιοκτησία της μονής Μεγάλου Μετεώρου» χρηματοδοτήθηκε από το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (ΚΕΑΕ) για το έτος 2022.

 

Εισαγωγικό πλαίσιο

Κατά το έτος 1568-9 η μονή του Μεγάλου Μετεώρου (Μετέωρα, Τρίκαλα), ακολουθώντας την ίδια πορεία με τα υπόλοιπα χριστιανο-ορθόδοξα μοναστήρια στην οθωμανική επικράτεια (τουλάχιστον στο βιλαέτι της Ρούμελης), έρχεται αντιμέτωπη με την δήμευση της ακίνητης περιουσίας της και καλείται να προσαρμοστεί σ’ ένα σαφές παρότι αυτοαναιρούμενο νέο νομικό πλαίσιο περί γαιοκτησίας. [1]

Το καθοριστικής σημασίας και δεκτικό πολλών αναγνώσεων γεγονός της δήμευσης, η οποία διενεργήθηκε από το οθωμανικό κράτος επί σουλτάνου Σελίμ Β (Selim II) και υπό την καθοδήγηση του σεϊχουλισλάμη Εμπουσούντ Εφέντη (şeyhülislam Ebussuud efendi), προκάλεσε ρωγμή στη μοναστηριακή οικονομία και γαιοκτησία, συνεφέλκοντας αλλαγές στα νομικά κεκτημένα αιώνων των χριστιανορθόδοξων μονών και στην εφαρμογή του οθωμανικού δικαίου περί γαιοκτησίας, το οποίο θα αναιρούσε όσα μέχρι πρότινος το ίδιο το οθωμανικό νομικό σύστημα αποδεχόταν ως νόμιμα.

Το ζήτημα της δήμευσης, παρά το ότι αρκετά νωρίς απέσπασε το ενδιαφέρον των ιστορικών και έχει προσεγγιστεί μέσα από χαρακτηριστικές περιπτώσεις μοναστηριών όπως τις μονές του Αγίου Όρους ή τη μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο, συναντάται περισσότερο συχνά στη βιβλιογραφία είτε ως απλή αναφορά είτε ακροθιγώς στερούμενο πάντως εκτεταμένης καταγραφής και πολύ περισσότερο ειδικών μελετών σχετικών με την μετά-δήμευση περίοδο ενώ έχει απασχολήσει την έρευνα μέχρι στιγμής κυρίως ως προς τη νομική του διάσταση.[2]

Η παρούσα μελέτη εστιάζει στις κοινωνικο-οικονομικές πτυχές του ζητήματος της δήμευσης αλλά πολύ περισσότερο επικεντρώνεται στις συνέπειες και στις συνθήκες που διαμόρφωσε αυτό το γεγονός κατά την περίοδο μετά το 1568-9 και έως το τέλος του 17ου αιώνα. Η προσέγγιση πραγματοποιείται μέσα από την μελέτη περίπτωσης της μονής Μεγάλου Μετεώρου και βασίζεται αποκλειστικά σε αδημοσίευτο οθωμανικό αρχειακό υλικό από το αρχείο της ίδιας της μονής. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι πρόκειται για έγγραφα που εκδίδονταν από τις οθωμανικές -κεντρικές και περιφερειακές- διοικητικές αρχές και αντανακλούν κατά βάση την οπτική του κράτους. Ωστόσο μέσα από αυτά τα ίδια έγγραφα διακρίνεται καθαρά και η θέση των μοναχών κατά την αλληλεπίδρασή τους τόσο με το διοικητικό όσο και με τον κοινωνικο-οικονομικό τους περίγυρο πάνω σε ποικίλα ζητήματα διοικητικής φύσεως (φορολογία, ιδιοκτησιακά και γαιοκτησιακά δικαιώματα, αυθαιρεσίες αξιωματούχων κ.ά.) ενώ παράλληλα αντικατοπτρίζονται οι τρέχουσες πολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες της εποχής όπως θα φανεί στη συνέχεια.

Δήμευση – Ανάκτηση – Καθεστώς γαιοκτησίας

Η προοπτική της δήμευσης γνωστοποιήθηκε επίσημα στην μονή Μετέωρου την 23η Μαΐου 1568 (26 Zilkade 975) όταν στάλθηκε από το σουλτάνο Σελίμ Β μια προεξαγγελτική διαταγή[3] που απευθυνόταν στα σαντζάκια των Τρικάλων και Ναυπάκτου και όριζε την προβλεπόμενη πράξη της δήμευσης για τις μοναστηριακές κτήσεις στα προαναφερθέντα σαντζάκια ενώ ταυτόχρονα έδειχνε προς την κατεύθυνση της ανάκτησης των δημευμένων μοναστηριακών -έως τότε στο σύνολό τους βακουφικών- κτήσεων από τις αντίστοιχες -πρώην ιδιοκτήτριες- μονές, συμπεριλαμβανομένης και της μονής Μεγάλου Μετεώρου.[4] Η εν λόγω διαταγή, όπως και οι αντίστοιχες που στάλθηκαν σε άλλες περιοχές, βασιζόταν στις γνωμοδοτήσεις (φετβάδες) του Εμπουσούντ, οι οποίες όριζαν τα όρια του νόμιμου και μη όσον αφορά στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Πιο συγκεκριμένα έθεταν τα όρια του τι δύναται να συνιστά βακούφι και τι όχι και κατ’ επέκταση νομιμοποιούσαν την δήμευση των μοναστηριακών βακουφιών. Άλλωστε στον Εμπουσούντ αποδίδεται η κωδικοποίηση του εθιμικού/σουλτανικού δικαίου (Kanun) και η εναρμόνισή του με το θρησκευτικό δίκαιο (Şeriat) ήδη επί των ημερών του Σουλεϊμάν Α, στο πλαίσιο της συστηματοποίησης και ισλαμοποίησης του οθωμανικού δικαίου που προωθούσε ο τελευταίος.[5] Διαταγές όπως η προαναφερθείσα, καθιστούσαν φανερό ότι είχε έρθει η ώρα να μετουσιωθεί η θεωρία σε πράξη.

Από τα σχετικά έγγραφα φιρμανιών και φετβάδων, που εντοπίστηκαν στο αρχείο της μονής Μετεώρου, επιβεβαιώνονται και από την περίπτωση του εν λόγω μοναστηριού, οι δύο βασικές κατηγορίες κτήσεων που αναγνωρίζονταν από το νόμο σε σχέση με τη δυνατότητα ή μη άσκησης του δικαιώματος πλήρους κυριότητας και άρα βακουφοποίησης για τις μοναστηριακές κτήσεις. Στην πρώτη κατηγορία ενέπιπταν οι καλλιεργήσιμες γαίες, οι βοσκότοποι και τα λιβάδια, τα οποία στο σύνολό τους δεν μπορούσαν να κατέχονται με δικαιώματα πλήρους ιδιοκτησίας και άρα να βακουφοποιηθούν (όπως ίσχυε έως τη στιγμή εκείνη), με την αιτιολογία ότι συνιστούσαν δημόσιες γαίες. Με την αλλαγή στο νομικό καθεστώς περί γαιοκτησίας και τον καθορισμό των δημοσίων γαιών ήταν πλέον ασυμβίβαστος ο χαρακτηρισμός τέτοιων μοναστηριακών κτήσεων ως ιδιωτικών και βακουφικών, εφόσον με τις ρυθμίσεις του Εμπουσούντ η πλήρης κυριότητά τους είχε πλέον περιέλθει αποκλειστικά στον σουλτάνο. Ως εκ τούτου, προέκυψε και το επιχείρημα για τη δήμευση των μοναστηριακών βακουφιών με την αιτιολογία ότι είχαν ιδρυθεί σε κρατική γη (miri) και παρουσιάζονταν ως νόμιμα μέσα από αντίστοιχα έγγραφα τα οποία ωστόσο είχαν εκδοθεί από τους κατά τόπους καδήδες και μέχρι εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον είχαν αναγνωριστεί και ανανεωθεί από τους προηγούμενους σουλτάνους. Οι μονές μπορούσαν στο εξής να έχουν μόνο δικαίωμα στην επικαρπία (tasarruf) των καλλιεργήσιμων γαιών/βοσκοτόπων και αυτή θα πιστοποιούνταν στο εξής με τίτλο (tapu) ποτέ όμως στην πλήρη κυριότητα. Αυτή την τελευταία μπορούσαν να την εξασφαλίσουν μόνο για όσες κτήσεις δεν αφορούσαν σε καλλιεργήσιμες γαίες, λιβάδια ή βοσκότοπους. Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονταν τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή τα αμπέλια, οι κήποι, οι μύλοι, τα σπίτια, τα καταστήματα, τα ζώα και όλα τα άλλα πλην των καλλιεργήσιμων γαιών, τα οποία μπορούσαν να αποτελούν πλήρη ιδιοκτησία και άρα να βακουφοποιηθούν αλλά υπό προϋποθέσεις. Πιο συγκεκριμένα, τα προαναφερθέντα είδη ακίνητης περιουσίας μπορούσαν να βακουφοποιηθούν μόνο στο όνομα των μοναχών και φτωχών του μοναστηριού ή και χάριν της συντήρησης γεφυρών και κρηνών και όχι στο ίδιο το μοναστήρι και επιπλέον μόνο εφόσον οι αφιερωτές ή οι κληρονόμοι τους δεν ήταν εν ζωή, ειδάλλως θα επέστρεφαν σε αυτούς. Οτιδήποτε έξω από αυτές τις προϋποθέσεις κρινόταν ως μη νόμιμο και οποιοδήποτε έγγραφο είχε εκδοθεί στην αντίθετη κατεύθυνση θεωρούνταν άκυρο. [6]

Μέσα από αυτούς τους φετβάδες γινόταν σαφές ότι το νέο νομικό πλαίσιο του Εμπουσούντ δεν άφηνε πολλά περιθώρια πλήρους ιδιοκτησίας στις μονές εφόσον τους αφαιρούσε αυτό το δικαίωμα για τις έγγειες κτήσεις τους (χωράφια, λιβάδια, βοσκοτόπια) και ότι στην πραγματικότητα δημιουργούσε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Αλεξανδρόπουλος «μία κατάσταση από την οποία τα μοναστήρια δεν θα μπορούσαν να ξεφύγουν χωρίς θυσίες».[7] Οι θυσίες αυτές αφορούσαν πρωτίστως την αλλαγή του ιδιοκτησιακού status της μονής και των συνεπειών της. Ας υπομνηστεί στο σημείο αυτό ότι η μονή Μετεώρου όπως και οι υπόλοιπες μονές, κατείχαν ως «εκκλησιαστικά βακούφια» τις κτήσεις τους μέχρι τη στιγμή της δήμευσης. Η κατοχύρωσή τους ως βακούφια βασιζόταν αφενός στην χρονική συνέχεια των κτήσεων και αφετέρου στην άτυπη αποδοχή τους ως βακούφια από το ίδιο το οθωμανικό κράτος και τους νομικούς λειτουργούς του (καδήδες).[8]

Τα λάθη στα οποία είχαν υποπέσει οι μονές σύμφωνα με το νέο νομικό καθεστώς και την χανεφιτική ανάγνωση της Σαρία (Ισλαμικού Νόμου) ήταν αφενός ότι όχι μόνο κατείχαν δημόσια γη ως βακουφική αλλά κυρίως χωρίς να διαθέτουν τους αναγκαίους τίτλους ιδιοκτησίας για τις γαίες τους (ταπού) και αφετέρου ότι μοναστηριακά/εκκλησιαστικά αφιερώματα δεν συνιστούσαν αφιερώματα για κοινωφελή και θεάρεστο σκοπό προς όφελος ανθρώπων και προς τέρψιν Αλλάχ (vakf hairi) αλλά προς όφελος μοναστηριών και μάλιστα χριστιανικών, ο σκοπός ύπαρξης των οποίων όχι μόνο δεν ήταν αποδεκτός από τη χανεφιτική ερμηνεία του Ισλάμ εφόσον ανήκε στον κόσμο των «απίστων».[9]

Ωστόσο μέσα σε όλη αυτή την ριζική αλλαγή, όπως είναι γνωστό ο νομοθέτης άφησε ανοιχτά δυο παράθυρα για τους μοναχούς και αυτά ήταν το δικαίωμα ανάκτησης μέσω αγοράς της δημευμένης περιουσίας με προτεραιότητα στους προηγούμενους κτήτορες, δηλαδή στις μονές και το δικαίωμα απρόσκοπτης διαδοχής και κληροδότησης των κτήσεών τους στου διαδόχους μοναχούς. Μάλιστα προκειμένου να προσπελαστεί το εμπόδιο της διαδοχής, όπως επισημαίνει η Κερμελή και όπως φαίνεται και στα σχετικά έγγραφα και της μονής Μετεώρου στα οποία οι διάδοχοι μοναχοί αποκαλούνται «τέκνα» (evladla),[10] το νέο καθεστώς αναγνώριζε στον μοναχισμό (χωρίς να γίνεται διάκριση σε κοινοβιακό ή ιδιόρρυθμο) ένα νομικό σχήμα οικογένειας και στην ουσία τους αποδεχόταν ως συλλογικότητα με νομική ισχύ και όχι ως φυσικά πρόσωπα. Με τον τρόπο αυτό πρακτικά κατοχυρωνόταν η συνεχής παρουσία των μοναχών στις γαίες τους και άρα η συνεχιζόμενη κτήση, έστω και υπό αυτούς τους όρους. [11]

Πέρα από την πρώτη ανάγνωση που πιθανόν να διακρίνει ένα διαφαινόμενο όφελος υπέρ των μοναχών μέσα σε όλη αυτή την έκτακτη δυσμενή γι’αυτούς συγκυρία και αφορά στην εξασφάλιση της παρουσίας τους στις κτήσεις τους, το όφελος ήταν κατά βάση υπέρ του ίδιου του κράτους μιας και αμφότερα τα παραπάνω θα λειτουργούσαν προς την κατεύθυνση του να αποσοβηθεί ο κίνδυνος της εγκατάλειψης των μονών και άρα των γαιών από τους ίδιους τους μοναχούς, μια πιθανότητα που είχαν καταστήσει σαφή οι αγιορείτες μοναχοί την 25η Ιανουαρίου του 1568.[12] Επιπλέον μπορεί να εικάσει κανείς ότι το κράτος όχι μόνο δεν θα ήθελε να εγκαταλείψουν οι μοναχοί τις μονές αλλά ούτε και να αλλάξουν χέρια, καθώς οι μοναχοί, συνιστούσαν μια αξιόπιστη κατηγορία γαιοκτημόνων και φορολογουμένων και κυρίως πηγή μαζικών φόρων, που το κράτος λογικά δεν θα ήθελε να στερηθεί. [13]

Το ερώτημα ωστόσο που παραμένει αναπάντητο ή έστω ανεπαρκώς απαντημένο δεδομένων των παραπάνω διευθετήσεων-παραχωρήσεων εκ μέρους του κράτους είναι: τι επέβαλε την αλλαγή του νομικού καθεστώς περί γαιοκτησίας και κατά συνέπεια τι οδήγησε στην επιλογή της δήμευσης ως μέτρου αποκατάστασης της νομιμότητας;

Η σημαντική νομολογιακή και νομοθετική αλλαγή που εξυπηρετούσε την ανάγκη για συστηματοποίηση της νομολογίας και για συμπόρευση της Σαρία με το Κανούν, η οποία προβλήθηκε ως επιτακτική από τον Σουλεϊμάν και εκτελέστηκε από τον Εμπουσούντ -ή και το αντίστροφο-, στόχευε μεν και εν τέλει επέφερε μια τακτοποίηση στις υποθέσεις του οθωμανικού δικαίου την ίδια στιγμή όμως προέβλεπε και εξυπηρετούσε κυρίως την κάλυψη δημοσιονομικών αναγκών του οθωμανικού κράτους (ενδεχομένως ιδιαιτέρως της κεντρικής διοίκησης) με μέτρα που άμεσα θα μπορούσαν να προσφέρουν λύσεις. Η δήμευση ήταν μια τέτοια περίπτωση αν αναλογιστεί κανείς το σύνολο των μοναστηριακών γαιών στο βιλαέτι της Ρούμελης, η πώληση των οποίων και εν συνεχεία η φορολόγηση των οποίων με νέους όρους θα αποτελούσε ένα σημαντικό έσοδο για το κράτος και τους αξιωματούχους του, αρχικά έκτακτο και στη συνέχεια τακτικό.

Είναι γνωστό ότι για ένα ανατολίτικο συγκεντρωτικό κράτος όπως η οθωμανική αυτοκρατορία στα μέσα του 16ου αιώνα, η διατήρηση ενός εύρωστου κεντρικού ταμείου και η συσσώρευση ρευστού στο διοικητικό κέντρο, ισοδυναμούσε με την διατήρηση της ισχύος του σουλτάνου, οδηγώντας σε μια πολιτική που ο Ιναλτζίκ προσδιορίζει ως «αυτοκρατορικό φισκαλισμό». Είναι επίσης γνωστό ότι κατά καιρούς οι Οθωμανοί σουλτάνοι προκειμένου να διατηρούν αυτό το ταμείο εύρωστο κατέφευγαν σε έκτακτα μέτρα. Εξάλλου τη δεδομένη χρονική στιγμή που διενεργήθηκε η δήμευση των μοναστηριών, η αυτοκρατορία είχε διανύσει ένα προηγούμενο δαπανηρών πολεμικών επιχειρήσεων που είχαν προφανώς κοστίσει στο κεντρικό ταμείο. Επιπλέον δεν μπορεί να παροραθεί και το γεγονός ότι επέκειτο και η εκστρατεία στην Κύπρο (1570-1), η προετοιμασία της οποίας οπωσδήποτε θα απαιτούσε χρήματα επιβαρύνοντας έτι περαιτέρω το ήδη ελλειμματικό τη δεδομένη στιγμή δημόσιο ταμείο.[14] Με τη δήμευση η κεντρική διοίκηση θα κέρδιζε άμεσα και γρήγορα ένα μεγάλο ποσό το οποίο θα διοχετευόταν κατευθείαν στο κεντρικό θησαυροφυλάκιο απ’ όπου θα υπήρχε η δυνατότητα να εξυπηρετηθούν άμεσες δημοσιονομικές ανάγκες και πάσης φύσεως δαπάνες (διοικητικές, στρατιωτικές).

Είναι αξιοσημείωτο άλλωστε ότι τόσο η επιχειρηματολογία του κράτους όσο και η επιχειρηματολογία των μονών βασίστηκε πάνω στο ζήτημα του δημοσιονομικού οφέλους σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της δήμευσης καθιστώντας εμφανές ποιο ήταν το πραγματικό διακύβευμα στην όλη υπόθεση. Ενδεικτικά ας αναφερθεί ότι η απάντηση του ίδιου του Εμπουσούντ (μέσα από τον αντίστοιχο φετβά) προς τους αγιορείτες μοναχούς όταν αυτοί προσπάθησαν να διαπραγματευτούν υπό το νέο καθεστώς την από κοινού και συνεχή διαδοχή στις κτήσεις τους, ήταν μεταξύ άλλων ότι με το προηγούμενο καθεστώς του βακουφιού και με το να μην πληρώνουν δεκάτες αλλά μόνο ένα μικρό κατ’αποκοπή ποσό (maktu), οι μονές είχαν ζημιώσει το ταμείο των μουσουλμάνων.[15] Αλλά και αντίστροφα, ήταν και πάλι μια δημοσιονομική απειλή,[16] όπως χαρακτηρίζουν οι Αλεξανδρόπουλος και Κολοβός την απώλεια φορολογίας, την οποία μεταχειρίστηκαν ως διαπραγματευτικό όπλο οι αγιορείτες για να εξασφαλίζουν την συλλογικότητα και την διαδοχή στις κτήσεις τους.[17]

Η παράμετρος αυτή, δηλαδή της ενίσχυσης του κεντρικού ταμείου με έναν δραστικό τρόπο, σε συνδυασμό με την επιδίωξη να διασφαλιστεί το καθεστώς και η έκταση των κρατικών γαιών, που συνεπαγόταν αυτόματα και τη διασφάλιση της τακτικής φορολογίας και άρα των σταθερών εισοδημάτων σε μια εποχή δυσμενών οικονομικών συνθηκών και αυξημένων αναγκών και ιδιαιτέρως της ανάγκης για εξασφάλιση ρευστού, πιθανόν να έπαιξαν τον πρώτο ρόλο στην αναθεώρηση του γαιοκτησιακού καθεστώτος τη δεδομένη στιγμή και κατ’ επέκταση στο γεγονός της δήμευσης και υπ’αυτή την άποψη θα ήταν παραπλανητικό να απομονωθεί η δήμευση ως ξεχωριστό γεγονός που αφορά μόνο στα μοναστήρια.

Έκταση και είδη μοναστηριακής ακίνητης περιουσίας

Επιστρέφοντας στην περίπτωση του Μετεώρου, μετά το φιρμάνι της 23ης Μαΐου του 1568,[18] που ανήγγειλε τη δήμευση, ακολούθησε ένα δεύτερο φιρμάνι περίπου ένα χρόνο αργότερα, την 20η Απριλίου 1569, στο οποίο επικυρώθηκε η ήδη διεξαχθείσα δήμευση της περιουσίας της και ορίστηκε το νέο νομικό πλαίσιο της μοναστηριακής γαιοκτησίας, δηλαδή το καθεστώς ταπού (tapu) για τις καλλιεργήσιμες γαίες, βοσκότοπους και λιβάδια και το καθεστώς της πλήρους κτήσης-βακουφιού για τις υπόλοιπες κτήσεις της μονής Μετεώρου.[19]

Από αυτό το φιρμάνι και από άλλα μεταγενέστερα έγγραφα που αναπαράγουν το περιεχόμενό του αντλούμε πληροφορίες σχετικά με την έκταση και το ποσό εξαγοράς των δημευμένων μοναστηριακών κτήσεων του Μετεώρου. Η ακίνητη περιουσία της μονής τη στιγμή της δήμευσης εκτεινόταν γεωγραφικά σε 4 καζάδες (Τρικάλων, Ασπροποτάμου, Φαναρίου, Βελεστίνου), 12 χωριά, εντός της πόλης των Τρικάλων αλλά και εντός του χώρου της ίδιας της μονής, ο οποίος όμως είναι δύσκολο να οριοθετηθεί. Η μονή αμέσως μετά τη δήμευση ανέκτησε και κατείχε συνολικά 21 χωράφια, 74 στρέμματα αμπέλια και έναν ικανοποιητικό αριθμό άλλων κτήσεων, όπως λιβάδια και βοσκοτόπια, λαχανόκηπους, μύλους, βοοειδή, άλογα, αιγοπρόβατα και μελίσσια. Εκτός αυτών η μονή κατείχε επίσης σπίτια και βοηθητικά κτίρια. Ιδιαιτέρως στα χωριά Καστράκι, Ζαβλάντια, Κόπραινα, Κοσκινάς, Μεγάρχη και Βάνια κατείχαν συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα σε χωράφια και αμπέλια. [20]

Για την ανάκτηση των παραπάνω δημευμένων κτήσεων οι μοναχοί του Μετεώρου κατέβαλλαν το συνολικό ποσό των 200.000 άσπρων (ακτσέδων, akçe). Σημειώνεται μάλιστα ότι οι μοναχοί κατέβαλλαν αρχικά τα 20.000 άσπρα, με τη δέσμευση να καταβάλλουν στη συνέχεια και τα υπόλοιπα 180.000 άσπρα. Τα χρήματα παραδόθηκαν και κατατέθηκαν στο δημόσιο ταμείο και τους χορηγήθηκε το σχετικό αποδεικτικό έγγραφο (τεζκερέ, tezkere) το οποίο όμως δεν εντοπίστηκε στο αρχείο της μονής. [21]

Ωστόσο όπως φαίνεται από άλλα έγγραφα οι κτήσεις που αναγράφονται στο φιρμάνι δεν ήταν οι μοναδικές κτήσεις της μονής  ούτε το αναγραφόμενο ποσό ήταν το συνολικό. Σε έγγραφο του έτους 1568 πληροφορούμαστε για επαναγορά 4 καταστημάτων στην πόλη της Λαμίας (που κατείχε η μονή Μετεώρου προ δήμευσης) τα οποία όπως προκύπτει από τα έγγραφα τα είχε βακουφοποιήσει ένας χριστιανός στη μονή, περίπου 40 χρόνια νωρίτερα, κατά το έτος 1525.[22] Το έτος 1581 Μετεωρίτες επικυρώνουν μέσω χοτζετιού την επαναγορά των κτήσεών τους στην Οσδίνα για 23.100[23] άσπρα ενώ από φιρμάνι του έτους 1583 πληροφορούμαστε ότι οι μονές Μ. Μετεώρου, Παντοκράτορα, Δούσικου, Βαρλαάμ και Ρουσάνου είχαν πληρώσει 50.000 άσπρα για να εξαγοράσουν τις γαίες τους στο ίδιο μέρος.[24]

Ποσοτικά η περιουσία της μονής δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια. Ωστόσο η εικόνα που διαμορφώνεται από τα έγγραφα της δήμευσης αλλά και από μεταγενέστερα έγγραφα υποδεικνύει πως κατά τον 16ο αιώνα ο χώρος που καταλάμβαναν οι κτήσεις του Μεγάλου Μετεώρου επεκτάθηκε. Το βέβαιο είναι  πως η  γεωφυσική/γεωγραφική ταυτότητα του χώρου που καταλάμβαναν οι κτήσεις της μονής, περιλάμβανε πεδινούς και ορεινούς τόπους, αστικά περιβάλλοντα και ύπαιθρο, με ή και χωρίς εγγύτητα στο χώρο του μοναστηριού.

Οικονομική δραστηριότητα

Η γεωγραφική/γεωφυσική και περιβαλλοντική ταυτότητα και η έκταση του χώρου των κτήσεων είναι απόλυτα συνυφασμένη με τη μοναστηριακή οικονομία στο βαθμό που καθορίζει το είδος της και τη δυναμική της και αντίστροφα καθορίζεται από αυτούς τους παράγοντες. Ένα σύνολο 137 εγγράφων που αναφέρονται σε αγορές ακινήτων που πραγματοποίησε η μονή Μετεώρων κατά την υπό μελέτη περίοδο, υποδηλώνουν ως ένα βαθμό ότι η μονή ήταν προσανατολισμένη προς αυτή την κατεύθυνση και συνοπτικά θα λέγαμε ότι αυτές οι αγορές αποσκοπούσαν κυρίως στην απόκτηση καλλιεργήσιμης (χωραφιών) και χέρσας γης (βοσκότοπων) αλλά και αμπελιών, καταδεικνύοντας αυτό που ήδη γνωρίζουμε από άλλες περιπτώσεις μονών, όπως οι αθωνικές μονές, η μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων, η μονή Κύκκου στην Κύπρο κ.ά., δηλαδή τον πρωτεύοντα ρόλο που διαδραμάτιζε πρωτίστως ο αγροτικός και δευτερευόντως ο κτηνοτροφικός τομέας στη συναλλακτική και παραγωγική δραστηριότητα των μονών και εν συνόλω στη μοναστηριακή οικονομία. [25]

Από αυτά τα 137 έγγραφα τα 110 ανήκουν στον 16ο αιώνα και μόλις τα 27 στον 17ο αιώνα και μαρτυρούν μια σαφώς μειωμένη επενδυτική δραστηριότητα κατά τον 17ο αιώνα σε σχέση με τον 16ο. Από τη σχετικά ομαλή χρονική διασπορά των εγγράφων διακρίνεται μια σταθερή πορεία σε ότι αφορά την επενδυτική ικανότητα της μονής η οποία δεν δείχνει να αναχαιτίζεται σημαντικά αμέσως μετά τη δήμευση και έως το τέλος του 16ου αιώνα. Οι περισσότερες επενδύσεις της γίνονται στα χωριά Ζαβλάντια και Καστράκι τόσο κατά τον ύστερο 16ο όσο και κατά τον 17ο αιώνα.  [26]

Σε ό,τι αφορά στο προφίλ των πωλητών, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους ήταν χριστιανοί και δευτερευόντως μουσουλμάνοι καθώς επίσης, και σε μικρότερο ποσοστό βακούφια αλλά και το ίδιο το κράτος. Συνολικά εντοπίζονται αγορές αξίας περίπου 140.000 άσπρων σε όλο το υπό μελέτη χρονικό διάστημα. [27]

Δανεισμός

Μια σημαντική πτυχή της οικονομικής δραστηριότητας της μονής ήταν ο δανεισμός. Από τα διαθέσιμα έγγραφα η μονή φαίνεται μόνο ως δανειζόμενη και ποτέ ως δανειστής.[28] Ο δανεισμός, ήταν μια πηγή εξασφάλισης ρευστού για τη μονή αλλά και το μέσο που κατά βάση μεταχειρίστηκε για να ανταπεξέλθει στην έκτακτη συνθήκη της δήμευσης, όχι όμως το μοναδικό. Σε μια μοναδική περίπτωση μοναχοί του Μετεώρου φέρονται να πωλούν για 12.500 άσπρα το τσιφλίκι τους στην Ελασσόνα, στους κατοίκους 4 χωριών (Αγ. Γεώργιος, Ελασσόνα, Νεοχώρι και Μίλας(;), προκειμένου να εξασφαλίσουν χρήματα για την αγορά των ιδιοκτησιών τους (mülk) από τον εμίνη του βιλαετιού.[29] Το έγγραφο χρονολογείται στο πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου του έτους 1568, λίγους μήνες μετά το φιρμάνι της δήμευσης και είναι ίσως το μοναδικό που πιστοποιεί και έναν ακόμη τρόπο αντιμετώπισης του χρέους της δήμευσης πέρα από το δανεισμό.

Παρόλο που δεν είμαστε σε θέση να διακρίνουμε με βεβαιότητα ποια από τα έγγραφα που αναφέρονται σε δάνεια αφορούν το χρέος της δήμευσης ωστόσο η ύπαρξη εγγράφων εξόφλησης μεγάλων ποσών της τάξεως των 20.000 και πλέον από δανεισμό στα τέλη του 16ου αιώνα αλλά και αργότερα μας επιτρέπουν να εικάσουμε ότι κάποια από αυτά πιθανότατα να σχετίζονται και με την αποπληρωμή δανείων που είχαν ληφθεί από τη μονή για την αγορά της δημευμένης περιουσίας της. Βάσει των διαθέσιμων εγγράφων για τον μετά-δήμευση ύστερο 16ο αιώνα η μονή φαίνεται να αποπλήρωσε χρέη ύψους άνω των 60.000 άσπρων εκ των οποίων τουλάχιστον τα 50.000 άσπρα συνιστούσαν επιβεβαιωμένες οφειλές από δανεισμό[30] και οφειλές ύψους 400.000 άσπρων (κατά προσέγγιση) κατά τον 17ο αιώνα, εκ των οποίων τουλάχιστον τα 150.000 άσπρα αφορούν διαπιστωμένες οφειλές σε δάνεια. [31]

Ως δανειστές εμφανίζονται αποκλειστικά μουσουλμάνοι αξιωματούχοι (τιμαριούχοι, γενίτσαροι, βοεβόδες)[32] κυρίως των Τρικάλων και μουσουλμανικά βακούφια, όπως το βακούφι του Osman şah, Mehmed beğ, Mustafa çavuş και άλλα.[33]

Μεμονωμένες είναι οι περιπτώσεις εγγράφων που εμφανίζουν τη μονή να εμπλέκεται σε άλλου είδους οικονομική δραστηριότητα, όπως ενοικίαση ή πώληση περιουσιακών στοιχείων. [34]

Αφιερώσεις (βακουφοποιήσεις)

Σε ό,τι αφορά τα έσοδα της μονής πέρα από το δανεισμό και την αξιοποίηση της περιουσίας της π.χ. έσοδα από καταστήματα που κατείχε ή ενοικίαση κτισμάτων για τα οποία διαθέτουμε ελάχιστα έγγραφα, η μονή πιθανόν να είχε και εισοδήματα από την εκμετάλλευση του αγροτικού πλεονάσματος ή και άλλες πηγές εισοδήματος για τα οποία όμως δεν εντοπίζονται τεκμήρια καθώς επίσης ούτε και για ζητείες ή πανήγυρεις.

Πέραν τούτου βακουφοποιήσεις δεν καταγράφονται από τη δήμευση και έπειτα και καθ’όλο τον 17ο αιώνα. Όχι τουλάχιστον διακριτές. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν κάποιες από τις πράξεις αγορών μπορεί να εμπίπτουν στην κατηγορία της κεκαλυμμένη πώλησης με υποκρυπτόμενη δωρεά. Από τα διαθέσιμα οθωμανικά έγγραφα δίνεται η εικόνα ότι μετά τη δήμευση σταματούν οι εμφανείς αφιερώσεις προς τη μονή ωστόσο σύμφωνα με τις ελληνικές πηγές του αρχείου της μονής, η εικόνα είναι τελείως διαφορετική με καταγραφές αφιερώσεων και δωρεών.[35] Στο χρονικό διάστημα του 16ου αιώνα, προ δήμευσης, εντοπίζονται 21 έγγραφα που αφορούν σε αφιερώσεις χριστιανών προς τη μονή. [36]

Φορολογία – φορολογικό καθεστώς

Σε ό,τι αφορά στο φορολογικό καθεστώς που ίσχυσε μετά τη δήμευση και στο οποίο υπήχθη η μονή Μετεώρου, αυτό ορίστηκε εξ αρχής μέσα από τους φετβάδες του Εμπουσούντ και κατοχυρώθηκε μέσω των διαταγών του σουλτάνου Σελίμ Β και εν συνεχεία μέσω των διαταγών των επόμενων σουλτάνων.[37] Σύμφωνα με το περιεχόμενο των φετβάδων, μετά τη  δήμευση καταργούνταν το καθεστώς της καταβολής του ενός ενιαίου κατ’ αποκοπή ποσού φόρου (maktu) που ίσχυε έως τότε. Στο εξής οι μονές θα όφειλαν να καταβάλλουν τους φόρους της δεκάτης και τους λοιπούς φόρους ετησίως κατ’αποκοπή. Από τους εισπραττόμενους φόρους τα ποσά που προορίζονταν για τους σπαχήδες θα δίνονταν σε αυτούς σε μετρητά και τα υπόλοιπα θα εισπράττονταν στο όνομα του κράτους (miri)[38]

Ως προς τον τρόπο καταβολής των εθιμικών αγροτικών φόρων παρατηρεί κανείς ότι παρά τις επιταγές των φετβάδων για κατάργηση του μακτού, η αλλαγή στον τρόπο καταβολής των φόρων μετά τη δήμευση δεν φαίνεται να είναι ουσιαστική εφόσον συνέχισε να πραγματοποιείται κατ’ αποκοπή (μακτού) ενώ παράλληλα υπήρχε και η επιβάρυνση της δεκάτης ή του αντιτίμου της δεκάτης. Αυτό που μεταβαλλόταν ήταν το συνολικό ποσό, το οποίο συνήθως με το πέρας του χρόνου και κυρίως στη διάρκεια του 17ου αιώνα παρατηρούμε να αυξάνεται.[39] Η μονή ήταν επιφορτισμένη επίσης με τον κεφαλικό φόρο, με αναγκαστικές εισφορές όπως το πεσκέσι (pişkeş), με διάφορα τέλη και έκτακτους φόρους.[40]

Η φορολόγηση των μοναστηριών και εν προκειμένω της μονής Μετεώρου, ήταν άμεσα συνυφασμένη με το κυρίαρχο είδος της μοναστηριακής παραγωγικής δραστηριότητας, που δεν ήταν άλλη από την γεωργία, την αμπελουργία και την κτηνοτροφία.[41]

Τα διαθέσιμα κατάστιχα στο αρχείο της μονής Μετεώρου υφίστανται αποσπασματικά και κατά συνέπεια είναι δύσκολη η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για την εξέλιξη των φόρων μόνο από αυτά. Σε συνδυασμό όμως με άλλα έγγραφα, οδηγείται δίνεται μια επαρκής εικόνα των φορολογικών αποδόσεων της μονής. Τη στιγμή της δήμευσης το συνολικό ποσό των φόρων που πλήρωνε η μονή για όλες τις κτήσεις της ανερχόταν σε ένα σύνολο τουλάχιστον 4.500 άσπρων.[42] Φυσικά οι κτήσεις της μονής υφίστανται διαφοροποιήσεις συν τω χρόνω, καθώς άλλες από αυτές χάνονται και άλλες ενισχύονται στα μέρη όπου προϋπήρχαν ή και σε άλλα νέα μέρη ωστόσο με μια γενική αποτίμηση θα λέγαμε ότι το ποσό των φόρων που όφειλε να καταβάλει οι μονή για τις κτήσεις της σε αρκετές περιπτώσεις αυξήθηκε προοδευτικά με το πέρασμα στον 17ο αιώνα. Ενδεικτικά θα αναφερθούμε στους φόρους που κατέβαλε η μονή για τις κτήσεις της στο χωριό Καστράκι, όπου τη στιγμή της δήμευσης κατείχε 1 τσιφλίκι και 42 στρέμματα αμπέλια, για τα οποία πλήρωνε ετησίως συνολικά 680 άσπρα για το αντίτιμο της δεκάτης και μακτού το φόρο των αμπελιών. [43]  Το ποσό αυτό αυξήθηκε της δεκαετία του 1580 σε 1500 άσπρα και 10 χρόνια μετά διπλασιάστηκε, ενώ τη δεκαετία του 1630 έφτασε στα 4.200 άσπρα. Ωστόσο αυτά τα ποσά πιθανόν να συμπεριλαμβάνουν και κτήσεις που απέκτησε η μονή μεταγενέστερα. [44]

Σε ό,τι αφορά τυχόν φορολογικά προνόμια, η μονή φαίνεται να είχε κατοχυρώσει με σουλτανικές διαταγές καθεστώς φοροαπαλλαγής για τις κτήσεις της σε δύο συγκεκριμένα χωριά, τα Ζαβλάντια και την Κόπραινα ήδη από την εποχή του Μεχμέτ Β (1451-1481) και φρόντιζε να ανανεώνει αυτό το καθεστώς με την ανάρρηση στο θρόνο κάθε νέου σουλτάνο. Έτσι η ασυδοσία των μοναχών του Μετεώρου για αυτά τα δύο χωριά τυπικά συνεχίζεται και στον μετά δήμευση 16ο και 17ο αιώνα.[45] Ωστόσο το γεγονός ότι σε αντίγραφα καταστίχων και έγγραφα αποδείξεων τόσο πριν όσο και μετά την δήμευση, εντοπίζονται καταγεγραμμένα ποσά φόρων που αντιστοιχούν σε κτήσεις στα εν λόγω χωριά για τις οποίες η μονή πληρώνει φόρους, αποτελεί μια αντίφαση και γεννά εύλογα ερωτήματα. [46]

Κοινωνικο-οικονομικός περίγυρος

Ο κοινωνικο-οικονομικός περίγυρος της μονής Μετεώρου απαρτιζόταν από μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους, από αξιωματούχους της κεντρικής και επαρχιακής διοίκησης και φυσικά από τις υπόλοιπες μονές των Μετεώρων και της περιοχής των Τρικάλων, και όχι μόνο. Οι σχέσεις της εν λόγω μονής με αυτόν τον περίγυρο ορίζονταν κατά βάση από τα ζητήματα της φορολογίας και της γαιοκτησίας και χτίζονταν άλλοτε στη βάση της συνεργασίας, άλλοτε στη βάση της σύγκρουσης και άλλοτε στην υποχρέωση της αναγκαστικής συνδιαλλαγής ή και συνύπαρξης.[47]

Η καταβολή, τα είδη και τα ποσά των φόρων αλλά και οι μοναστηριακές κτήσεις ήταν η συχνότερη αιτία προστριβών μεταξύ των μοναχών και των τοπικών αξιωματούχων, τόσο κατά τον ύστερο 16ο όσο και τα τον 17ο αιώνα. Είναι πλείστες οι καταγραφές περιπτώσεων στις οποίες τοπικοί Οθωμανοί αξιωματούχοι, κυρίως φοροεισπράκτορες και σπαχήδες, ζητούσαν επιπλέον ποσά, απαιτούσαν την καταβολή φόρων που δεν αναλογούσαν στους μοναχούς ή αμφισβητούσαν τα γαιοκτησιακά δικαιώματα των μοναχών. [48]

Η μονή, όπως φαίνεται από τα έγγραφα του αρχείου της, δεν άφηνε αναπάντητες τέτοιου είδους προκλήσεις είτε προέρχονταν από αξιωματούχους είτε από ραγιάδες. Με διαβήματα προς τον ίδιο το σουλτάνο προσπαθούσε να διασφαλίσει τα νόμιμα κεκτημένα της επικαλούμενη κυρίως τις εγγραφές στα κατάστιχα και τις περισσότερες φορές κατάφερνε να κερδίσει τις διεξαγόμενες επί των σχετικών ζητημάτων δίκες και να εξασφαλίσει την έκδοση αντίστοιχης διαταγής.[49] Ωστόσο η συχνή επανάληψη στην έκδοση τέτοιου είδους διαταγών προδίδει πως η όλη διαδικασία έμενε μάλλον ως κενό γράμμα. Στην πράξη οι αμφισβητήσεις, οι πιέσεις και οι αυθαιρεσίες εκ μέρους των διαφόρων αξιωματούχων συνεχίζονταν αφήνοντας να διαφανεί ένα λειτουργικό χάσμα μεταξύ διαταγής και εφαρμογής της, και κατ’επέκταση έλλειψη συντονισμού μεταξύ διοικητικού κέντρου και περιφέρειας.

Τέτοιου είδους αυθαιρεσίες και αμφισβητήσεις όμως δεν είχαν ως αφετηρία μόνο τους Οθωμανούς αξιωματούχους ή υπαλλήλους, αλλά και τους χριστιανούς της περιοχής ακόμη και τις ίδιες τις μονές.

Στα δικαστικά έγγραφα εντοπίζονται ποικίλες περιπτώσεις αμφισβήτησης των γαιοκτησιακών δικαιωμάτων και των φορολογικών υποχρεώσεων και προνομίων της μονής Μετεώρου, με συνηθέστερη τις φορολογικές, κτηματικές ή χρηματικές διαφορές και την καταπάτηση βοσκοτόπων από κατοίκους των περιοχών στις οποίες βρισκόταν οι κτήσεις της,[50] όπως για παράδειγμα η περίπτωση που συναντάμε σε έγγραφο του έτους 1595 στο οποίο αναφέρεται η διαμάχη που είχαν οι μοναχοί του Μετεώρου με τους κατοίκους των χωριών Κουρτίκι και Κοσκινάς, για τα μοναστηριακά βοσκοτόπια στο χωριό Κοσκινάς, τα οποία οι κάτοικοι των παραπάνω χωριών ήθελαν να μετατρέψουν σε καλλιεργήσιμη γη. [51]

Συγκρουσιακές σχέσεις είχε η μονή Μετεώρου και με τις άλλες μονές. Χαρακτηριστική είναι η διαμάχη της με τη μονή Βαρλαάμ αλλά και με τη μονή Δουσίκου για τη διαχείριση του νερού. Με τη μεν μονή Βαρλαάμ η διαμάχη αφορούσε το νερό στο χωριό Ροξιόρι με τη δε μονή Δουσίκου το νερό στο χωριό Όσδινα. Και στις δύο περιπτώσεις η μονή διαμαρτύρεται για επέμβαση σε πηγές που ανήκουν στο δικό της χώρο και παράνομη εκμετάλλευση υδάτων τους.[52] Το θέμα φαίνεται ότι απασχόλησε και τις αρχές και έτσι κάπως δικαιολογείται και η έκδοση σχετικού φετβά που εντοπίζεται στο αρχείο.[53]

Η φύση των σχέσεων της μονής όμως με το ομόδοξο στοιχείο, τόσο με χριστιανούς κατοίκους όσο και με τις άλλες όμορες μονές διακρίνεται την ίδια στιγμή και από συνεργασία και αλληλεγγύη η οποία ενεργοποιείται κάθε φορά που προκύπτει ένα γεγονός που απειλεί το κοινό συμφέρον, οπότε και τους βλέπουμε να συσπειρώνονται παραβλέποντας τις μεταξύ τους διαμάχες.[54] Έτσι για παράδειγμα, σε έγγραφο του έτους 1575 οι μονές Δούσικου, Μεγάλου Μετεώρου, Βαρλάαμ, Παντοκράτορα και Ρουσάνου συνασπίστηκαν και διαμαρτυρήθηκαν από κοινού έναντι ενός χριστιανού Πετρόπουλου, ο οποίος υποστήριζε ότι ήταν μουλτεζίμης των γαιών τους στην Όσδινα.[55]

Επίλογος

Το ζήτημα της δήμευσης της μοναστηριακής περιουσίας που συντελέστηκε κατά τα έτη 1568-9, δεν συνιστά ένα γεγονός αποκομμένο από τις τρέχουσες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες ύστερου 16ου και του 17ου αιώνα, αντιθέτως σε ένα βαθμό υπήρξε απόρροια αυτών ακριβώς των συνθηκών. Σε μία εποχή δημοσιονομικών αναγκών, ιδιαιτέρως της ανάγκης για εξασφάλιση ρευστότητας από κεντρικό ταμείο, αλλά και στο πλαίσιο αναδιανομής και επαναπροσδιορισμού της γης, ορίστηκε ένα νέο νομικό πλαίσιο το οποίο επέβαλε τη δήμευση της μοναστηριακής περιουσίας, καταργώντας το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας σε γαίες που είχαν χαρακτηριστεί ως κρατικές.

Το γεγονός αυτό λειτούργησε ως τετελεσμένο αναγκάζοντας τις μονές να επιδοθούν σε έναν αγώνα επιβίωσης μεταχειριζόμενοι όλα τα διαθέσιμα νόμιμα μέσα. Ο αγώνας αυτός τραυμάτισε πρόσκαιρα την μοναστηριακή οικονομία, όπως φαίνεται από τη μονή Μεγάλου Μετεώρου, εφόσον προϋπέθετε την διάθεση μεγάλων χρηματικών ποσών για την εξαγορά των δημευμένων περιουσιακών στοιχείων, το οποίο με τη σειρά του οδήγησε σε υπερδανεισμό, χρέη και ενίοτε απώλεια περιουσιακών στοιχείων.  Στα οικονομικά βάρη της μονής, συμπεριλαμβάνονταν φυσικά και οι φορολογικές εισφορές, οι οποίες αυξήθηκαν στη διάρκεια του 17ου αιώνα.

Η μονή Μετεώρου παρουσιάζεται μέσα από το αρχειακό υλικό, να επιδίδεται σε μια συνεχή προσπάθεια να αποπληρώσει τις οφειλές της τόσο κατά τον 16ο όσο και κατά τον 17ο αιώνα, που είναι άλλωστε και περισσότερες την ίδια στιγμή όμως ικανή να προχωρά και σε απόκτηση περιουσιακών στοιχείων (άλλοτε επαναγορές παλαιών και άλλων αγορές νέων), πιθανόν δρώντας αντισταθμιστικά, προκειμένου να καλύψει το κενό και να ανταπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις, υποδηλώνοντας μια ευελιξία στην οικονομική συμπεριφορά των μοναστηριών.

Οικονομική δραστηριότητα, φορολογία και γαιοκτησία, συναποτελούσαν το πλαίσιο που όριζε τις σχέσεις της μονής με τον διοικητικό και κοινωνικό της περίγυρο, επιτρέποντάς μας να διακρίνουμε το συσχετισμό δυνάμεων σε μια οθωμανική επαρχία του ύστερου 16ου και του 17ου αιώνα και τη θέση των μονών σε αυτή.

Τέλος, αποτιμώντας το μοναστηριακό αρχείο ως οθωμανική ιστορική αρχειακή πηγή, θα λέγαμε πως στην περίπτωση της μονής Μετεώρου,  μελετημένη μέσα από το ίδιο της το οθωμανικό αρχείο, επιβεβαιώνεται η αξία του- παρά τους ποιους περιορισμούς- ως ένα είδος αρχειακής πηγής με πολλές δυνατότητες στην ιστορική τεκμηρίωση της μοναστηριακής οικονομίας της οθωμανικής περιόδου αλλά και πτυχών της επαρχιακής οθωμανικής κοινωνίας, οικονομίας και διοίκησης, της διασύνδεσής της με το διοικητικό κέντρο αλλά και αντίστροφα όψεων της κεντρικής διακυβέρνησης και της αντανάκλασής τους σε περιφερειακό επίπεδο.[56]

 

Πηγές

Αδημοσίευτο αρχειακό υλικό

Οθωμανικό Αρχείο Μεγάλου Μετεώρου (ΟΑΜΜ):

15, 17, 21, 42, 53, 62, 76, 83, 87, 101, 111, 116, 143, 147, 149, 159, 160, 161, 194, 195, 197, 205, 222, 228, 244, 253, 264, 271, 275, 277, 283, 303, 332, 334, 342, 364, 398, 399, 400, 401, 408, 410, 421, 424, 425, 427, 428, 430, 442, 447, 490, 492, 500, 514, 515, 527, 531, 533, 541, 554, 556, 560, 586, 587, 615, 622, 628, 636, 640, 653, 667, 669, 671, 692, 699, 708, 713, 716, 717, 727, 730, 738, 742, 748, 752, 755, 757, 826, 833, 842, 849, 869, 877, 893, 895, 900, 901, 902, 1000, 1023, 1029, 1036, 1042, 1053, 1060, 1074, 1089, 1099, 1103, 1122, 1124, 1134, 1137, 1159, 1163, 1165, 1226, 1233, 1256, 1369, 1371, 1372, 1376, 1385, 1386, 1391, 1392, 1393, 1395, 1398, 1403, 1428, 1474, 1488, 1495, 1509, 1562, 1573, 1580, 1585, 1602, 1622, 1631, 1632, 1654, 1669, 1673, 1674, 1686, 1692, 1702, 1704, 1706, 1708, 1711, 1715, 1717, 1718, 1720, 1722, 1723, 1724, 1727, 1742, 1786, 1792, 1806, 1834.

Δημοσιευμένο αρχειακό υλικό

Λαΐου, Σοφία Ν. Τα οθωμανικά έγγραφα της μονής Βαρλαάμ Μετεώρων, 16ος-19ος αι. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών-Κέντρον Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού, 2011.

 

Βιβλιογραφία

Αλεξανδρόπουλος, Ιωάννης Χρ. “Τα μοναστήρια των Μετεώρων στους δύο πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας.” Τρικαλινά 4 (1984): 81-88.

Alexander (Alexandropoulos), John C. “The Lord Giveth and the Lord Taketh Away: Athos and the Confiscation Affair of 1568-1569.” Στο Ο Άθως στους 14ο-16ο αιώνες, 149-200. Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών-Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, 1997.

Βαφειάδης, Κωνσταντίνος Μ. Η μονή του Αγίου και Μεγάλου Μετεώρου. Ιστορία, προσωπογραφία, βίος πνευματικός επί τη βάσει των γραπτών και αρχαιολογικών μαρτυριών (12ος-20ος αι.). Άγια Μετέωρα: Ιερά Βασιλική Μονή του Αγίου και Μεγάλου Μετεώρου, 2019.

Βέης, Νίκος Α. “Συμβολή εις την ιστορίαν των μονών των Μετεώρων.” Βυζαντίς 1, 2-3 (1909): 281-293.

Fotić, Aleksandar. “The Official Explanations for the Confiscation and Sale of Monasteries (Churches) and their Estates at the time of Selim II.” Turcica, no. 26 (1994): 33-54.

Cotovanu, Lidia. “Orthodox Monasteries as Banks. A Comparison with Catholic Mounts of Piety.” Στο Monastic Economy Across Time. Wealth Management, Patterns and Trends, επιμ. Roumen Avramov, Aleksandar Fotić, Elias Kolovos, Phokion P. Kotzageorgis, 155-180. Sofia: Centre for Advanced Study Sofia, 2021.

Δημητρόπουλος, Δημήτρης. ‘’Χριστιανικές μονές και περιφερειακές οθωμανικές αρχές. Όψεις των τοπικών σχέσεων προστασίας.” Στο Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους, επιμ. Ηλίας Κολοβός, 191-205. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012.

Düzdağ, M. Ertuğrul. Şeyhülislam Ebussuud Efendi fetvaları ışığında 16. ası Türk hayatı. İstanbul: Enderun Kitabevi, 1972.

Inalcik, Halil και Donald Quataert. Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τ.1. Μετάφραση Μαρίνος Σαρηγιάννης. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2008.

Κερμελή, Ευγενία. “Το νομικό καθεστώς της αγιορείτικης μοναστηριακής περιουσίας το 15ο και 16ο αιώνα.” Στο Ο Άθως στους 14ο-16ο αιώνες, 87-104. Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών-Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, 1997.

Kermeli, Eugenia. “The Confiscation and Repossession of Monastic Properties in Mount Athos and Patmos Monasteries.” Bulgarian Historical Review, no. 3-4 (2000): 39-53.

Kermeli, Eugenia. “Ebū’s Suʻūd’s Definitions of Church Vakfs: Theory and Practice in Ottoman Law.” Στο Islamic Law: Theory and Practice, επιμ. Robert Gleave, Eugenia Kermeli, 141-156. London-New York: I.B. Tauris, 2001.

Kermeli, Eugenia. “Central administration versus provincial arbitrary governance: Patmos and Mount Athos monasteries in the 16th century.” Byzantine and Modern Greek Studies 32, no. 2 (2008): 189-202.

Κολοβός, Ηλίας. Χωρικοί και μοναχοί στην οθωμανική Χαλκιδική 15ος– 16ος αιώνες, τ.1, διδακτορική διατριβή. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2000.

Κολοβός, Ηλίας. Κατάληψη χώρου και μοναστηριακή γαιοκτησία στην οθωμανική Χαλκιδική (15ος -16ος αι.), στο Το Άγιον Όρος στον 15ο και 16ο αιώνα, Πρακτικά Συνεδρίου. Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2012.

Kolovos, Elias. “Christian Vakıfs of Monasteries in the Ottoman Greek Lands from the Fourteenth to Eighteenth Centuries.” Στο Les fondations pieuses waqfs chez les chrétiens et les juifs. Du mojen âge à nos jours, επιμ. Sabine Mohasseb Saliba, 103-127. Paris: Geuthner, 2016.

Kolovos, Elias και Phokion Kotzageorgis, “Turco-Athonica: The Ottoman Archives of the Athonite Monasteries.” Στο Live les Archives de l’Athos, επιμ. Olivier Delouis, Kostis Smyrlis (Travaux et memoires 23/2), 641-658. Paris: 2019.

Κοτζαγεώργης, Φωκίων. Η Αθωνική μονή Αγίου Παύλου κατά την οθωμανική περίοδο. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2002.

Kotzageorgis, Phokion. “Limitations in the study of Ottoman documents in monastery archives: the case of the athonite monastery of St. Paul.” Στο Balkanlar ve İtalya’da şehir ve manastır arşivlerindeki Türkçe belgeler semineri (16-17 Kasım 2000), 9-13. Ankara: Türk Tarih Kurumu, 2003.

Κοτζαγεώργης, Φωκίων. ‘’Τα μοναστήρια ως οθωμανικές τοπικές ελίτ.” Στο Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους, επιμ. Ηλίας Κολοβός, 163-190. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012.

Κοτζαγεώργης, Φωκίων. “Τα αγιορείτικα μετόχι στη Λήμνο κατά την οθωμανική περίοδο.” Στο Η εξακτίνωση του Αγίου Όρους στον ορθόδοξο κόσμο: τα μετόχια, Πρακτικά Συνεδρίου, 107-119. Θεσσαλονίκη: Αγιορείτικη Εστία-Θ’ Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο, (21-23 Νοεμβρίου) 2014.

Kotzageorgis, Phokion P. “Crisis and Survival of the Athonite Monasteries during the Seventeenth and Eighteenth Centuries.” Στο Monastic Economy Across Time. Wealth Management, Patterns and Trends, επιμ. Roumen Avramov, Aleksandar Fotić, Elias Kolovos, Phokion P. Kotzageorgis, 98-111. Sofia: Centre for Advanced Study Sofia, 2021.

Kütükoğlu, Mübahat S. Osmanlı Belgelerinin Dili (Diplomatik). İstanbul: Kubbealtı Akademisi Kültür ve Sanat Vakfı, 1998.

Λαΐου, Σοφία Ν. Η Σάμος κατά την οθωμανική περίοδο. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2002.

Λαΐου, Σοφία. “Το δίκτυο των βακουφιών της πόλης των Τρικάλων, 15ος 16ος αιώνας.” Στο Ιόνιος Λόγος, τ.1, 125-150. Κέρκυρα: Εκδόσεις Ιονίου Πανεπιστημίου, 2007.

Λαΐου, Σοφία. “Σχέσεις μοναχών και χριστιανών λαϊκών κατά τη οθωμανική περίοδο.” Στο Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους, επιμ. Ηλίας Κολοβός, 207-223. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012.

Lemerle, Paul και Paul Wittek. “Recherches sur l’histoire et le statut des monastères athonites sous la dominaton turque.” Archives d’histoire du droit oriental, no. 3 (1947/8): 411-472.

Lepida, Styliani. “Transactional Activity of Kykkos Monastery (Cyprus) in the Sixteenth and Seventeenth Centuries. Real Estate Contracts.” Στο Monastic Economy Across Time. Wealth Management, Patterns and Trends, επιμ. Roumen Avramov, Aleksandar Fotić, Elias Kolovos, Phokion P. Kotzageorgis, 43-54. Sofia: Centre for Advanced Study Sofia, 2021.


 

[1] Για μια συνοπτική αναφορά στο ζήτημα μετά-δήμευση γαιοκτησίας της μονής Μεγάλου Μετεώρου, βλ.: Ιωάννης Χρ. Αλεξανδρόπουλος, “Τα μοναστήρια των Μετεώρων στους δύο πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας,” Τρικαλινά 4 (1984): 83-88.

[2] Σχετικά με το ζήτημα της δήμευσης, βλ.: Paul Lemerle, Paul Wittek, “Recherches sur l’histoire et le statut des monastères athonites sous la dominaton turque,” Archives d’histoire du droit oriental, no. 3 (1947-8): 411-72˙ Aleksandar Fotić, “The Official Explanations for the Confiscation and Sale of Monasteries (Churches) and their Estates at the time of Selim II,” Turcica, no. 26 (1994): 34-54˙ John C. Alexander (Alexandropoulos), “The Lord Giveth and the Lord Taketh Away: Athos and the Confiscation Affair of 1568-1569” στο Ο Άθως στους 14ο-16ο αιώνες, (Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών-Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, 1997), 149-200˙ Eugenia Kermeli, “The Confiscation and Repossession of Monastic Properties in Mount Athos and Patmos Monasteries,” Bulgarian Historical Review, no. 3-4 (2000): 39-53.

[3] Από το έγγραφο δεν υπάρχει η δυνατότητα εντοπισμού της ιδιότητας του παραλήπτη της διαταγής διότι είναι αποκομμένο το επάνω τμήμα (κεφαλή) του εγγράφου στο οποίο βρίσκεται η αναφορά στον παραλήπτη. Εικάζουμε από την προσφώνηση «Kıdvetü’l-emacid ve’l-ekârım camiyü’l- …» ότι δεν απευθύνεται σε καδή για τον οποίο θα περιμέναμε να δούμε τις προσφωνήσεις «Kıdvetü’l-kuzat ve’l-kükkâm madenü’l-fazl ve’l-kelâm …» ή και «Akza-ı kuzati’l-müslimin evla-ı vülati’l-müvahidin madenü’l-fazl ve’l-muin mevlana [Tırhala] kazısı», βλ. Mübahat S. Kütükoğlu, Osmanlı Belgelerinin Dili (Diplomatik) (İstanbul: Kubbealtı Akademisi Kültür ve Sanat Vakfı, 1998), 105-6. Αλλά ίσως ούτε και σε σαντζάκμπεη, καθώς  σε έγγραφα (αρ. έγγρ. 521, 547. Kütükoğlu, Osmanlı Belgelerinin, 103 ) της μονής Μετεώρου η προσφώνηση «Kıdvetü’l-ümerai’l-kiram umdetü’l-kübrai/kebire’l-fiham zu’l-kadr ve’l-ihtiram el-muhtas bi-mezid-i inayeti’l-meliki’l-a’lâm Tırhala sancağı beği» καταγράφεται ως απευθυνόμενη στον σαντζάκμπεη των Τρικάλων. Κατά την Kütükoğlu, τέτοιου είδους προσφώνηση είθισται να απευθύνεται στους μουτεφερρικά (εντεταλμένος φρουρός της Υψηλής Πύλης για δημόσιες/πολιτικές αποστολές. Βλ.: Kramers, J.H., Encyclopaedia of Islam, 2η έκδοση, “müteferrika.” Brill). Βλ. σχετικά: Kütükoğlu, Osmanlı Belgelerinin, 105.

[4] Οθωμανικό Αρχείο Μεγάλου Μετεώρου (στο εξής ΟΑΜΜ), αρ.εγγρ.264 (αντίγραφο φιρμανιού).

[5] Το προσωνύμιο Νομοθέτης, το οποία μεταγενέστερα αποδόθηκε στο σουλτάνο Σουλεϊμάν Α οφείλεται ακριβώς σε αυτή την αναδιοργάνωση του εθιμικού δικαίου (kanun) που είχε πραγματοποιήσει με την καθοδήγηση και σύμπραξη του σεϊχουλισλάμη Εμπουσούντ.

[6] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 264 (αντίγραφο φιρμανιού), 21 (φιρμάνι), 1403 (αντίγραφο φιρμανιού), 90 (φετβάς), 1275 (φετβάς). Σχετικά με τους φετβάδες του Εμπουσούντ βλ.: M. Ertuğrul Düzdağ, Şeyhülislam Ebussuud Efendi fetvaları ışığında 16. ası Türk hayatı (İstanbul: Enderun Kitabevi, 1972), 452/103˙ · Fotić, “The Official Explanations”, 41-42· Kermeli, “The Confiscation”, 43-4˙ Eugenia Kermeli, “Ebū’s Suʻūd’s Definitions of Church Vakfs: Theory and Practice in Ottoman Law.” στο Islamic Law: Theory and Practice, επιμ. Robert Gleave, Eugenia Kermeli, 146-9. London-New York: I.B. Tauris, 2001˙ Elias Kolovos, “Christian Vakıfs of Monasteries in the Ottoman Greek Lands from the Fourteenth to Eighteenth Centuries” στο Les fondations pieuses waqfs chez les chrétiens et les juifs. Du mojen âge à nos jours, επιμ. Sabine Mohasseb Saliba, (Paris: Geuthner, 2016), 103-127.

[7] John C. Alexander (Alexandropoulos), “The Lord Giveth and the Lord Taketh Away: Athos and the Confiscation Affair of 1568-1569” στο Ο Άθως στους 14ο-16ο αιώνες, (Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών-Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, 1997) 158.

[8] Alexander, “The Lord Giveth”, 152-3· Ευγενία Κερμελή, “Το νομικό καθεστώς της αγιορείτικης μοναστηριακής περιουσίας το 15ο και 16ο αιώνα,” στο Ο Άθως στους 14ο-16ο αιώνες, (Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών-Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, 1997), 91-7.

[9] Kermeli, “Ebū’s Suʻūd’s Definitions”, 142-8.

[10] ΟΑΜΜ, αρ. Εγγρ. 21 (φιρμάνι, σειρά 15, 25), 1403 (αντίγραφο φιρμανιού, σειρά 15, 25).

[11] Düzdağ, Şeyhülislam Ebussuud Efendi, 453/103˙ Κερμελή, “Το νομικό καθεστώς”, 101-2˙ Kermeli, “The Confiscation”, 45· Kermeli, Kermeli, “Ebū’s Suʻūd’s Definitions”, 149-150.

[12] Σε ένα από κοινού υπόμνημα των αθωνίτικων μοναστηριών, βλ. Alexander, “The Lord Giveth”, 165. Σε φιρμάνι με ημερομηνία 31/1/1569. Βλ. σχετικά Kermeli, “The confiscation”, 45-46 και για το φιρμάνι βλ. Appendix.

[13] Ηλίας Κολοβός, Κατάληψη χώρου και μοναστηριακή γαιοκτησία στην οθωμανική Χαλκιδική (15ος -16ος αι.), στο Το Άγιον Όρος στον 15ο και 16ο αιώνα, Πρακτικά Συνεδρίου (Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2012), 124.

[14] Halil Inalcik, Donald Quataert, Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τ.1, μετάφρ. Μαρίνος Σαρηγιάννης (Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2008), 53, 65, 126.

[15] Alexander, “The Lord Giveth”, 166, 198· Kermeli, “The Confiscation”, 45-6˙ Eugenia Kermeli, “Central administration versus provincial arbitrary governance: Patmos and Mount Athos monasteries in the 16th century,” Byzantine and Modern Greek Studies 32, no. 2 (2008): 189-202.

[16] Alexander, “The Lord Giveth”, 165· Ηλίας Κολοβός, Χωρικοί και μοναχοί στην οθωμανική Χαλκιδική 15ος- 16ος αιώνες, τ.1, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2000, 144.

[17] Κολοβός, Χωρικοί και μοναχοί, 144.

[18] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 264. Για το Άγιος Όρος στάλθηκε έγγραφο την 14 Οκτωβρίου 1568, στους αρμόδιους της απογραφής (tahrir) του Αλατζά Χισάρ (Alacahisar sancağı), το οποίο περιείχε τους αντίστοιχους φετβάδες του Εμπουσούντ. Το φιρμάνι της δήμευσης εκδόθηκε 31 Ιανουαρίου 1569 (13 Şaban 976). Σ αυτό αναγνωρίζονταν τα μοναστήρια ως συλλογικότητες και κατοχυρώνονταν από τον κίνδυνο της δήμευσης μετά το θάνατο των μοναχών και επιπλέον χωρίς καταβολή τίτλου. Είχε προηγηθεί κοινή αναφορά στον σουλτάνο την 25η Ιανουαρίου 1569, εκ μέρους των αγιορειτών μοναχών για το προαναφερθέν ζήτημα. βλ. Alexander, “The Lord Giveth”, 165.

[19] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 21, 1403.

[20] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 21, 1403, 716 (χρονολογούμενα στο έτος της δήμευσης) και επίσης (σε έγγραφα μεταγενέστερης χρονολογίας) αρ. εγγρ. 727, 424, 742, 667, 699.

[21] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 21, 1403.

[22] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 1708 (χοτζέτι, I Safer 932).

[23] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 1573 (χοτζέτι, ΙΙΙ Muharrem 989).

[24] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 708 (φιρμάνι, 3 Receb 991). Σε ποσό 55.000 άσπρων αναφέρονται τα έγγραφα 730 (φιρμάνι, 7 Ramazan 983). Σχετικά με την υπόθεση της Οσδίνας: αρ. εγγρ. 755 (φιρμάνι, II Şaban 992), 1393 (χοτζέτι, II Cemaziyülevvel 991), 62 (φιρμάνι, 14 Ramazan 992).

[25] Σχετικά τη μοναστηριακή οικονομία και οικονομική δραστηριότητα, ενδεικτικά βλ.: Λαΐου, Η Σάμος, 145-168, ειδικά για αγοραπωλησίες και μεταβιβάσεις 158-164· Φωκίων Κοτζαγεώργης, Η Αθωνική μονή Αγίου Παύλου κατά την οθωμανική περίοδο, (Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2002), 189-216˙ Σοφία Ν. Λαΐου, Τα οθωμανικά έγγραφα της μονής Βαρλαάμ Μετεώρων, 16ος-19ος αι., (Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών-Κέντρον Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού, 2011)· Styliani Lepida, “Transactional Activity of Kykkos Monastery (Cyprus) in the Sixteenth and Seventeenth Centuries. Real Estate Contracts” στο Monastic Economy Across Time. Wealth Management, Patterns and Trends, επιμ. Roumen Avramov, Aleksandar Fotić, Elias Kolovos, Phokion P. Kotzageorgis (Sofia: Centre for Advanced Study Sofia, 2021), 43-54.

[26] Ενδεικτικά, ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 1488, 194, 1562, 428, 692, 1686, 500, 833, 1474, 342, 364, 1792.

[27] Ενδεικτικά, για τον 16ο,  ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 430, 159, 1488, 194, 1036, 1585, 1376, 111, 428, 195, 1042, 1622. Για τον 17ο,  ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 1669, 692, 1089, 1385, 1369, 500, 833, 410, 893, 490.

[28] Για τον πιστωτικό ρόλο των μοναστηριών, βλ.:Lidia Cotovanu, “Orthodox Monasteries as Banks. A Comparison with Catholic Mounts of Piety” στο Monastic Economy Across Time. Wealth Management, Patterns and Trends, επιμ. Roumen Avramov, Aleksandar Fotić, Elias Kolovos, Phokion P. Kotzageorgis (Sofia: Centre for Advanced Study Sofia, 2021), 155-180. Σχετικά με το δανεισμό σε άλλες περιπτώσεις μοναστηριών, ενδεικτικά βλ.: Φωκίων Κοτζαγεώργης, Η Αθωνική μονή Αγίου Παύλου, 207-210˙  Λαΐου, Τα οθωμανικά έγγραφα της μονής Βαρλαάμ, 44-47, 52-54.

[29] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 17 (χοτζέτι, II Cemaziyülevvel 976).

[30] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 332, 401, 1715, 271, 895.

[31] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 1717, 1372, 1632, 1631, 1702, 1023, 205, 222, 398, 1509, 427, 277, 160, 76, 669, 527, 902, 1723, 1233, 1395, 1495, 842, 900.

[32] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 332, 401, 271, 101, 1717, 1372, 1632, 1702, 1023, 222, 427, 277, 160, 76, 669, 527, 1495, 842.

[33] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 1631, 205, 398, 902, 1723, 1233, 1395, 900, 1226. Για τα ισλαμικά βακούφια των Τρικάλων, βλ.: Σοφία Λαΐου, “Το δίκτυο των βακουφιών της πόλης των Τρικάλων, 15ος 16ος αιώνας,” στο Ιόνιος Λόγος, τ.1, (Κέρκυρα: Εκδόσεις Ιονίου Πανεπιστημίου, 2007), 125-150 και ειδικά για την δανειοδοτική λειτουργία τους 147-8. Σχετικά με τον πιστωτικό ρόλο των βακουφιών και για τα χρηματικά βακούφια βλ.: Phokion P. Kotzageorgis, “Crisis and Survival of the Athonite Monasteries during the Seventeenth and Eighteenth Centuries” στο Monastic Economy Across Time. Wealth Management, Patterns and Trends, επιμ. Roumen Avramov, Aleksandar Fotić, Elias Kolovos, Phokion P. Kotzageorgis (Sofia: Centre for Advanced Study Sofia, 2021), 105.

[34] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 17, 1674, 826.

[35] Νίκος Α. Βέης, “Συμβολή εις την ιστορίαν των μονών των Μετεώρων,” Βυζαντίς 1, 2-3 (1909): 281-293· Κωνσταντίνος Μ. Βαφειάδης, Η μονή του Αγίου και Μεγάλου Μετεώρου. Ιστορία, προσωπογραφία, βίος πνευματικός επί τη βάσει των γραπτών και αρχαιολογικών μαρτυριών (12ος-20ος αι.) (Άγια Μετέωρα: Ιερά Βασιλική Μονή του Αγίου και Μεγάλου Μετεώρου, 2019), 118-121.

[36] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 228, 1706, 83, 15, 87, 1722, 1708, 1386, 303, 442, 1654, 1711, 1727, 901, 116, 869, 244, 143, 738, 400, 1704.

[37] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 264 (σειρά 14).

[38] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 264 (σειρά 22-25). Αλεξανδρόπουλος, “Τα μοναστήρια των Μετεώρων”, 84-85.

[39] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 264 (σειρά 10, 14, 22-23). Κολοβός, Χωρικοί και μοναχοί, 255-256.

[40] Ενδεικτικά για κεφαλικό φόρο ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 1000, 1165, 1099, 1074 και για πεσκέσι ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ.1053, 1060.

[41] Ο Κοτζαγεώργης βασιζόμενος σε δεδομένα που αφορούν στα μετόχια μονών του Αγίου Όρους στη Λήμνο, χαρακτηρίζει την γεωργία, αμπελοκαλλιέργεια και κτηνοτροφία ως το «τρίπτυχο» της παραγωγικής δραστηριότητας των αγιορείτικων μετοχίων. Φωκίων Κοτζαγεώργης, “Τα αγιορείτικα μετόχι στη Λήμνο κατά την οθωμανική περίοδο” στο Η εξακτίνωση του Αγίου Όρους στον ορθόδοξο κόσμο: τα μετόχια, Πρακτικά Συνεδρίου, Αγιορείτικη Εστία-Θ’ Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο (Θεσσαλονίκη, 21-23 Νοεμβρίου 2014): 113.

[42] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 1392, 1124, 253, 1159, 1163. Οι εν λόγω αριθμοί εγγράφων αντιστοιχούν σε αντίγραφα καταστίχων (sureti defterleri).

[43] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 1392, 1724, 1122, 21.

[44] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 1392, 1724, 447, 1742, 1256, 1428, 877.

[45] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 531, 533, 253, 1398, 1724, 53, 149, 713, 1391. Πρό δήμευσης, τα έγγραφα που αναφέρονται στην ασυδοσία των χωριών Ζαβλάντια και Κόπραινα: αρ. εγγρ. 586, 1134, 1692, 556, 671, 1134.

[46] Ενδεικτικά, ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 492, 408, 492, 1371, 1103, 425, 1029 κ.ά.

[47] Για τις σχέσεις των χριστιανορθόδοξων μονών με το οθωμανικό κράτος και την τοπική κοινωνία, βλ.: Κολοβός, Χωρικοί και μοναχοί, 164-183 (διαμάχες με άλλες μονές), 243-256 (διαμάχες με φοροεισπράκτορες), 256-262 (διαμάχες με χριστιανούς και μουσουλμάνους)˙ Φωκίων Κοτζαγεώργης, Η Αθωνική μονή Αγίου Παύλου κατά την οθωμανική περίοδο, (Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2002), 59-66, 176-185 (διαμοναστηριακές διαμάχες), 107-112 (διαμοναστηριακές διαμάχες στα μετόχια), 112-113 (διαμάχες με χριστιανούς και μουσουλμάνους)˙ Σοφία Ν. Λαΐου, Η Σάμος κατά την οθωμανική περίοδο (Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2002), 157-158, 164-168˙ Φωκίων Κοτζαγεώργης, ‘’Τα μοναστήρια ως οθωμανικές τοπικές ελίτ” στο Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεότερους χρόνους, επιμ. Ηλίας Κολοβός (Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012), 169-175˙ Λαΐου, Τα οθωμανικά έγγραφα της μονής Βαρλαάμ, 48-51, 55-59˙ Δημήτρης Δημητρόπουλος, ‘’Χριστιανικές μονές και περιφερειακές οθωμανικές αρχές. Όψεις των τοπικών σχέσεων προστασίας” στο Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική. op.cit., 191-205· Σοφία Λαΐου, “Σχέσεις μοναχών και χριστιανών λαϊκών κατά την οθωμανική περίοδο” στο Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική. στο Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική. op.cit., 207-223.

[48] Ενδεικτικά, ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 515, 334, 275, 1834, 421, 1673, 1720.

[49] Ενδεικτικά, ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 560, 748, 628, 717, 42, 615, 653, 554.

[50] Ενδεικτικά, ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 197, 757, 636, 1602, 653, 1786, 1580, 399, 622, 283, 1137, 161, 514.

[51] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 1786.

[52] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 147, 587, 1718, 752.

[53] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 849 (αχρονολόγητο έγγραφο φετβά που πιθανόν να αναφέρεται σε αυτή την υπόθεση),  752 (το φιρμάνι που αναφέρεται στην υπόθεση και στον φετβά).

[54] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 1806, 541, 640, 730.

[55] ΟΑΜΜ, αρ. εγγρ. 730.

[56] Elias Kolovos, Phokion Kotzageorgis, “Turco-Athonica: The Ottoman Archives of the Athonite Monasteries,” στο Live les Archives de l’Athos, επιμ. Olivier Delouis, Kostis Smyrlis (Travaux et memoires 23/2) (Paris: 2019), 641-658· Phokion Kotzageorgis, “Limitations in the study of Ottoman documents in monastery archives: the case of the athonite monastery of St. Paul,” στο Balkanlar ve İtalya’da şehir ve manastır arşivlerindeki Türkçe belgeler semineri (16-17 Kasım 2000) (Ankara: Türk Tarih Kurumu, 2003), 9-13.