The Study of the Human Past

«Μοναστηριακή οικονομία και γαιοκτησία στη μετά-δήμευση εποχή (1568-1700): Οικονομική διαχείριση και γαιοκτησία της Μονής Μεγάλου Μετεώρου»

Λεπίδα Στυλιανή

ΈρευναΣύντομο Βιογραφικό

Συνοπτική Περιγραφή της Έρευνας

Η προτεινόμενη έρευνα, αξιοποιώντας τμήμα του αδημοσίευτου οθωμανικού αρχείου της Μονής Μεταμορφώσεως στα Μετέωρα (γνωστή ως Μεγάλο Μετέωρο), επιδιώκει να ανασυνθέσει πτυχές της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της οθωμανικής περιόδου ακολουθώντας μια προκαθορισμένη οπτική.

Πιο συγκεκριμένα, η μονή Μεγάλου Μετεώρου προσεγγίζεται ως μια κοινωνικό-οικονομική μονάδα εντός του οθωμανικού διοικητικού πλαισίου, και κατ’ επέκταση μέσα στο ίδιο πλαίσιο μελετάται η μοναστηριακή οικονομία, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα του ύστερου 16ου αιώνα και ολόκληρου του 17ου αιώνα. Το υπό μελέτη αρχειακό υλικό καλύπτει το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1568 και 1700 και ανέρχεται σε περίπου 600 έγγραφα ποικίλης τυπολογίας. Το σχέδιο εργασίας περιλαμβάνει τη μετάφραση των οθωμανικών εγγράφων, την επεξεργασία των δεδομένων τους και την εξαγωγή συμπερασμάτων, με απώτερο στόχο την ένταξη των ευρημάτων σε έναν ευρύτερο διάλογο και προβληματική.

Το έτος 1568, το οποίο έχει επιλεγεί ως χρονική αφετηρία της εν λόγω έρευνας, συνιστά μια τομή στην ιστορία της μοναστηριακής οικονομίας, καθώς σηματοδότησε τη μετάβαση από ένα ασαφές νομικό πλαίσιο σε ένα πιο ανελαστικό, το οποίο αμφισβήτησε το καθεστώς νομιμότητας της μοναστηριακής περιουσίας και επέβαλε τη δήμευση της. Η μοναστηριακή περιουσία περιήλθε στο οθωμανικό δημόσιο, ενώ σε δεύτερο χρόνο δόθηκε η δυνατότητα αγοράς από τους προκατόχους της. Ξεκίνησε τότε εκ μέρους των μοναστηριών μια προσπάθεια ανάκτησης και διαχείρισης της δημευθείσας περιουσίας τους, την οποία επιχειρούμε να καταγράψουμε.

Σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της δήμευσης αλλά κυρίως της μετά-δήμευσης περιόδου, οι μέχρι τώρα εκπονηθείσες μελέτες έχουν εστιάσει κυρίως στη νομική θεώρησή του. Αντλώντας από την κεκτημένη γνώση, η προτεινόμενη έρευνα επιλέγει μια πραγματιστική οπτική και επιδιώκει να μελετήσει τις οικονομικές και κοινωνικές πτυχές του ζητήματος. Επιχειρεί να σκιαγραφήσει το οικονομικό προφίλ της μονής, αναζητά τις στρατηγικές διαχείρισης της «κρίσης» του ’68 και τις οικονομικές της επιπτώσεις, αλλά και τους μηχανισμούς επιβίωσης και εξέλιξής της μονής κατά τον 17ο αιώνα. Εξετάζονται τα χαρακτηριστικά της μοναστηριακής γαιοκτησίας και η διαχείρισή της. Επιπλέον, ιχνηλατείται το πλέγμα των σχέσεων της μονής τόσο με την κεντρική και επαρχιακή διοίκηση όσο και με τον ευρύτερο κοινωνικό και εκκλησιαστικό της περίγυρο. Τέλος, και στο βαθμό που τα δεδομένα του αρχειακού υλικού το επιτρέψουν, θα αναζητηθεί η περιβαλλοντική διάσταση με σκοπό να διαφανεί το πώς η μονή διαχειριζόταν τον φυσικό χώρο στις περιοχές όπου κατείχε γαίες και εάν σημειώνονται μεταβολές στη χρήση του στη διάρκεια του χρόνου.

Η Στυλιανή Λεπίδα είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου ολοκλήρωσε επίσης τις προπτυχιακές (Ιστορία, 2008) και μεταπτυχιακές σπουδές (Τουρκολογία, 2011). Το 2019 υποστήριξε την διδακτορική της διατριβή με τίτλο: Όψεις της οθωμανικής επαρχιακής διοίκησης του 17ου αιώνα. Η περίπτωση της Κύπρου, στο τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, από όπου έλαβε διδακτορικό δίπλωμα στην Οθωμανική Ιστορία. Κατά τη διάρκεια των διδακτορικών σπουδών υπήρξε υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών Ελλάδος (ΙΚΥ) (2013-2015) και του Πανεπιστημίου Κύπρου (2016-2017, 2017-2018). Έχει συγγράψει άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά καθώς και κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους και έχει συμμετάσχει σε διεθνή συνέδρια. Συμμετείχε ως ερευνήτρια στο διεθνές ερευνητικό πρόγραμμα Does monastic economy matter? Religious patterns of economic behavior που διοργάνωσε το Centre for Advanced Study Sofia (CAS), κατά την περίοδο 2019-2020. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην οικονομική και κοινωνική ιστορία της οθωμανικής περιόδου και σε ζητήματα επαρχιακής διοίκησης, με έμφαση στον 17ο αιώνα.