The Study of the Human Past

«To ανθρώπινο ράγισμα: Σεξουαλικά εγκλήματα στη μεσοπολεμική Ελλάδα»

Βασιλειάδου Δήμητρα

ΈρευναWorkshopΑποτελέσματα ΈρευναςΣύντομο ΒιογραφικόΔημοσιεύσεις

Συνοπτική Περιγραφή της Έρευνας

Η προτεινόμενη έρευνα εστιάζει σε μικρές, κατά βάση αγροτικές, κοινότητες και εξαστισμένα νησιωτικά κέντρα του Αιγαίου, για να αφηγηθεί μια κοινωνική ιστορία του βιασμού κατά τον ελληνικό Μεσοπόλεμο. Σε συνομιλία με την πλούσια διεθνή βιβλιογραφία, προκρίνει τη μελέτη του βιασμού ως κατηγορία του ποινικού νόμου, δικαστική υπόθεση, δημόσιο σκάνδαλο, ηθική παρεκτροπή από τις παραδεδομένες κοινωνικές αξίες και εξατομικευμένη εμπειρία. Σε ένα πρώτο επίπεδο, αναλύει περιστατικά που απασχόλησαν τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές των νησιών του Αιγαίου την υπό εξέταση περίοδο. Σε ένα δεύτερο, αλλά παράλληλο επίπεδο, χαρτογραφεί το ισχύον τότε ποινικό δίκαιο και τις διαφορετικές ερμηνείες του από Έλληνες νομικούς και δικαστές.

Ποινικά βουλεύματα, δικαστικά πρακτικά και νομικά κείμενα αξιοποιούνται εδώ συσχετικά, για να εντοπιστούν τα ίχνη που άφησαν επίσημες ιδεολογίες και λαϊκές αντιλήψεις στη δικαστική πρακτική για το συγκεκριμένο αδίκημα. Στηριγμένη σε αυτή την πρωτότυπη και «ζωντανή» πρώτη ύλη η μελέτη θέλει να διαβάσει κάτω από την επιφάνεια της τυποποιημένης νομικής γλώσσας και της διαμεσολαβημένης δικαστικής καταγραφής, και να προσδιορίσει τι ήταν αυτό που έκανε μια σεξουαλική επίθεση να προσλαμβάνεται (ή, συνηθέστερα, να μην προσλαμβάνεται) ως βιασμός. Μια από τις υποθέσεις εργασίας της έρευνας είναι ότι ασύμμετρες σχέσεις εξουσίας, όπως αυτές που βασίζονται στο φύλο, στην ηλικία και την κοινωνική τάξη, οι εκτιμήσεις της κοινότητας για το εκάστοτε συμβάν και την ηθική υπόληψη του θύματος, αλλά και οι κυρίαρχες κοινωνικές αξίες και πολιτισμικές αντιλήψεις, επηρέαζαν αποφασιστικά την τύχη μιας καταγγελίας για βιασμό. Η μελέτη ενδιαφέρεται, τέλος, να ιστορικοποιήσει τα νομικά και πολιτισμικά νοήματα του βιασμού μέσα από τους λόγους των ίδιων των υποκειμένων που εμπλέκονταν στη διαχείρισή του, όπως τους διασώζουν τα δικαστικά τεκμήρια. Αστυνόμοι, νομικοί, δικαστές, θύτες, θύματα και μάρτυρες όριζαν και έκριναν το συγκεκριμένο σεξουαλικό έγκλημα, διαγράφοντας την ευρύτερη σημασία του στη μεσοπολεμική Ελλάδα.

CfP: Workshop on sexual violence in modern southern European history, June 2021

Since the publication in 1975 of Susan Brownmiller’s pioneering Against our Will, historians have continued to challenge biological narratives which espouse the ‘inevitability’ of male sexual aggression. Scholars such as Joanna Bourke and Georges Vigarello have shed light on the historically contingent myths, stereotypes, and assumptions which have shaped societal, legal, and medical attitudes towards the victims and perpetrators of sexual violence at different points in time. In the modern period, medical specialists have played a particularly important role in shaping popular and legal perceptions of the victims and perpetrators of sexual violence. More recently, scholars such as Ngwarsungu Chiwengo have invited us to reflect on the western gaze within public discourse and scholarship on sexual violence, challenging narratives which mask the implication of western actors in sexual violence, at home and abroad. Such scholarship forces us to question the positioning of the western subject in historical narratives of sexual violence, which have hitherto focused on the anglophone western world.

This workshop, co-hosted by the Sexual Harms and Medical Encounters (SHaME) project at Birkbeck College, London, and the Research Centre for the Humanities (Greece) seeks to problematise the western subject through an exploration of sexual violence in the “European south”, broadly defined. Early social anthropologists reported a certain “cultural unity” within the European south and the Mediterranean (Pitt-Rivers, 1963). According to such perspectives, the social values of “honour and shame” in southern Europe were grounded in deeply gendered understandings of family honour, in which men were cast as its holders and protectors, while female honour was more directly linked to sexuality, experienced and expressed as shame. Yet, more recent scholarship has highly criticised this notion of “cultural unity” (Herzfeld, 1980, 1998; Gilmore 1987), highlighting the diverse manifestations of honour and shame within the European south, and stressing the existence of this “culture of honour” in other geographical areas of the world.

Southern European gender models and the implications of these on the study of sexual violence in the western world are relatively under-theorised within broader narratives of the western subject. This workshop seeks to address this lacuna through an exploration of the intersection of southern European culture—understood through the prism of “unity in diversity” (Horden and Purcell 2000)—and sexual violence in the modern period. A thorough comparison of sexual violence within the diverse localities of the European south will allow similarities and differences to emerge, and will help to decentre current emphasis on the English-speaking world within the current historiography on sexual violence.


The event will take place at Birkbeck and will adopt a workshop format. Participants will be invited to submit a 4000-5000-word draft by 31 October 2020, and will present a 15-minute version of this paper on the day of the workshop. In addition, each participant will be paired with another attendee, and will be expected to provide a 5-minute discussion of their partner’s written work during their session. Selected papers will be invited to submit an extended full paper for a peer-reviewed publication or a collective volume.


Proposals are welcome from any area relating to sexual violence, but those focussing on sexual violence in relation to medicine and public health would be particularly welcome. Areas of interest include but are not limited to:

  • The influence of southern European models of masculinity, femininity, and the family on legal, popular, and medical discussions of sexual violence;
  • The role of religion and the Church in shaping attitudes and experiences of sexual violence;
  • The legacies of war, civil war, communism, and fascism on popular, legal, and/or medical discourse and practice linked to sexual violence;
  • The role of psychiatric discourses in shaping public and legal discussions surrounding the victims and perpetrators of sexual violence;
  • The social, medical and/or psychological aftermaths of sexual

Proposals consisting of a 500-word abstract and a one-page CV should be sent to Dimitra Vassiliadou (Research Centre for the Humanities and the Hellenic Open University, vasileiadou.dimitra@ac.eap.gr) and Stephanie Wright (Birkbeck, stephanie.wright@bbk.ac.uk) by 30 April 2020.

Participants will be notified of the outcome of their submissions by mid-April 2020. Some funding will be available for those travelling to the workshop from abroad and areas outside of London – please let the organisers know via email if you wish to be considered for this.

Έρευνα: «Το ανθρώπινο ράγισμα: Σεξουαλικά εγκλήματα στις αρχές του 20ού αιώνα»

 Ερευνήτρια: Δήμητρα Βασιλειάδου

 

Η έρευνα «Το ανθρώπινο ράγισμα: Σεξουαλικά εγκλήματα στις αρχές του 20ού αιώνα» χρηματοδοτήθηκε από το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (ΚΕΑΕ) για το έτος 2020.

Το βράδυ της 10ης Ιουλίου του 1930 ο γεωργοποιμένας Σήφης, 29 ετών, πέτυχε την ανήλικη Λουκία σε εξοχική θέση της Νάξου και «την έρριψε χαμαί και έπεσεν επ’ αυτής, προσπαθών να την βιάση».[1]  Παρότι ο θύτης, οπλισμένος με κυνηγετικό δίκανο και μαχαίρι, την απείλησε λέγοντας «στάσου και μη κουνήσεις διότι θα σε σφάξω», η Λουκία αντιστάθηκε σθεναρά, «εφώναξε και εξελιπάρισε τον κατηγορούμενον να την αφίση και να μην την καταστρέψη. … Αι κινήσεις αι απέλπιδαι ήσαν τοιαύτας φαίνεται, ώστε να μην δύναται [ο δράστης] να φέρη εις πέρας την πράξιν του βιασμού και τότε δια των δακτύλων αμφοτέρων των χειρών του ας έθεσε εις τα γεννητικά όργανα της παθούσης, διέρρηξε τον παρθενικόν υμένα κατά τρόπον πρωτοφανή, προξενήσας τραύματα αρκετά σοβαρά εις όλον τον κόλπον της ατυχούς νεάνιδος». Ο Σήφης συνελήφθη την επόμενη μέρα και προφυλακίστηκε, ενώ στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σύρου που ακολούθησε αποφασίστηκε να παραπεμφθεί στο Κακουργιοδικείο με την κατηγορία του βιασμού.

Η παραπάνω υπόθεση βιασμού, ανάμεσα σε δεκάδες άλλες για τις οποίες γνωμοδότησαν οι δικαστικές αρχές των νησιών του Αιγαίου κατά τον Μεσοπόλεμο, ανοίγεται σε σειρά ζητημάτων, που ξεπερνούν τα στενά όρια μιας νομικής ιστορίας του βιασμού. Όχι μόνο επειδή κάνει εξαρχής ορατές τις έμφυλες, ταξικές, και ηλικιακές ιεραρχίες που κατέστησαν δυνατή την πράξη και συνέχισαν να την καθορίζουν και μετά την τέλεσή της. Οι αφηγήσεις των ίδιων των υποκειμένων που γεμίζουν τις σελίδες του αρχείου – οι νομικοί που ανέλαβαν τη δικαστική διαχείριση του βίαιου περιστατικού, οι αστυνομικοί που διενέργησαν τις ανακρίσεις, ο θύτης, το θύμα και οι τυχόν μάρτυρες που κλήθηκαν να καταθέσουν για το συμβάν – όλες τους αντλούν από την ίδια δεξαμενή πολιτισμικών αντιλήψεων και κοινωνικών αξιών της εποχής. Μας μιλούν, λόγου χάρη, και μάλιστα χωρίς να το θέλουν, για την κεντρική σημασία της γυναικείας αγνότητας στον γάμο, ή τη φυσικοποίηση της αντρικής σεξουαλικότητας, ως ανεξέλεγκτης ορμής που πρέπει με κάθε τρόπο να εκτονωθεί. Μας προϊδεάζουν ακόμη για τον στενό, γνωστό και από αλλού, εναγκαλισμό της ηθικής (και της ηθικολογίας) με τη γυναικεία σεξουαλικότητα, αλλά και για τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι στο παρελθόν, και μάλιστα μέσα στις συνθήκες της πλήρους ηθικής ανατροπής που συνεπαγόταν μια σεξουαλική επίθεση, χρησιμοποιούσαν τον νόμο – δεν υπόκεινταν απλώς σε αυτόν.[4] Σε όσα ακολουθούν, συσχετίζοντας συγκεκριμένες δικαστικές υποθέσεις με τον κυρίαρχο σεξουαλικό πολιτισμό των αρχών του 20ού αιώνα στη νησιωτική Ελλάδα θα διαφανεί πώς ορισμένοι κοινοί λογοθετικοί τόποι για το ποινικό αδίκημα του βιασμού, που μοιάζουν αναλλοίωτοι στη μακρά διάρκεια και γι’ αυτό άχρονοι, έχουν στην πραγματικότητα ιστορία. Στο επίκεντρο της ανάλυσης θα τεθεί η ρευστότητα των ορίων τόσο ανάμεσα στη συναίνεση και τον σεξουαλικό εξαναγκασμό, όσο και ανάμεσα στο βίαιο σεξ και τη σεξουαλική βία, αλλά και η συστηματικότητα με την οποία κοινωνικές ανησυχίες και τρέχουσες αξίες γύρω από τη γυναικεία σεξουαλικότητα επηρέαζαν αποφασιστικά την έκβαση μιας καταγγελίας για βιασμό.

Το άρθρο αυτό επεξεργάζεται δικαστικά αρχεία, τεκμήρια που χάρη στην πληροφοριακή και αναλυτική τους δυναμική παραμένουν οι πιο συστηματικές πηγές για τη μελέτη της σεξουαλικής βίας διεθνώς. Αξιοποιεί 75 από τα 218 συνολικά ποινικά βουλεύματα υποθέσεων βιασμού και απόπειρας βιασμού που απασχόλησαν την ποινική δικαιοσύνη στα νησιά του Αιγαίου από το 1914, χρονιά με την οποία ξεκινούν οι πλήρεις αρχειακές σειρές του Πρωτοδικείου Κυκλάδων και του Εφετείου Αιγαίου, μέχρι την παραμονή του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου στα 1940. Το δείγμα είναι ασφαλώς επιλεκτικό. Θεωρώντας περιττό να διευκρινίσω ότι όλοι οι θύτες ήταν άντρες, περιλαμβάνει μόνο τα περιστατικά, που είναι και τα περισσότερα αριθμητικά, στα οποία τα θύματα λογίζονταν ως «γυναίκες», έχοντας διαβεί το νομικό κατώφλι της παιδικής ηλικίας, που ήταν τότε τα δώδεκα χρόνια. Δεν θα αναλυθούν, με άλλα λόγια, υποθέσεις βιασμού στις οποίες τα θύματα αναγνωρίζονταν από τον νόμο ως παιδιά, κορίτσια κατά βάση, αλλά και αγόρια, τα οποία δεν είχαν συμπληρώσει το ηλικιακό αυτό όριο. Η διεθνής έρευνα έχει δείξει ότι στις αρχές του 20ού αιώνα όλοι οι ευρωπαϊκοί νομικοί κώδικες είχαν καθιερώσει ή αυξήσει τα όρια ανηλικότητας για τη συγκεκριμένη κατηγορία αδικημάτων. Η περιορισμένη έλλογη ικανότητα των παιδιών και το νομικό και πολιτισμικό δόγμα της παιδικής αθωότητας επέβαλλε στους νομοθέτες την ανάγκη να προστατεύσουν την παιδική ηλικία από τις σεξουαλικές επιθέσεις. Γι’ αυτό και αναγνώριζαν ότι τα παιδιά αδυνατούσαν να καταλάβουν τη φύση της σεξουαλικής πράξης και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να συναινούν ή να αντιστέκονται σε αυτήν. Κάθε σεξουαλική συνεύρεση με ανήλικο θεωρούνταν αυτόχρημα βιασμός, χωρίς να χρειάζεται να στοιχειοθετηθεί η  άσκησης βίας, ούτε η απουσία συναίνεσης, όπως συνέβαινε με τις υπόλοιπες ηλικιακές κατηγορίες. [5]

Δυο τελευταίες, πολύ σύντομες μεθοδολογικές επισημάνσεις: δανείζομαι τις νομικές κατηγορίες «βιασμός» και «απόπειρα βιασμού» από τα δικαστικά τεκμήρια, για να μιλήσω για σεξουαλικές πράξεις που εμπεριέχουν βίαιο εξαναγκασμό. Αντίστοιχα, οι προσδιορισμοί «θύτης»/«δράστης» και «θύμα»/«παθούσα», χρησιμοποιούνται ακριβώς όπως εμφανίζονται στις πηγές. Δεν κρίνω ασφαλώς εδώ ποιο ήταν το αδίκημα που διαπράχτηκε, ούτε εάν υπάρχει ενοχή ή αθωότητα ή πολύ περισσότερο πλήρης αντιστοίχηση με την «αλήθεια», με τις «πραγματικές» εμπειρίες των υποκειμένων, εμπειρίες που ήταν γνωστές μόνο σε αυτά τα ίδια. Οι δικαστικές πηγές ως έγγραφα που παράγει η γραφειοκρατεία του μηχανισμού δικαιοσύνης είναι εξάλλου πολλαπλά διαμεσολαβημένες. Τα ποινικά βουλεύματα που αξιοποιούνται εδώ συνιστούν εκδοχές του «τι έχει συμβεί», στις οποίες καταλήγει ένα τριμελές συμβούλιο δικαστών, αφού πρώτα εξετάσει το σύνολο των στοιχείων που έχουν συγκεντρωθεί για κάθε υπόθεση από τις αστυνομικές και ανακριτικές αρχές. Στη βάση αυτών των εκδοχών οι δικαστές προτείνουν κάθε φορά το αδίκημα που κατά την γνώμη τους έχει διαπραχθεί.[6]

 

Ιστοριογραφικό πλαίσιο

Το ιστορικό ενδιαφέρον για τη σεξουαλική βία διεθνώς μετράει ήδη μισό αιώνα ζωής.[7] Μια συνοπτική περιδιάβαση αυτής της πλούσιας ιστοριογραφικής παραγωγής δείχνει ότι η θεματική προσέλκυσε αρχικά ιστορικούς του δικαίου, οι οποίοι διερεύνησαν τις αλλαγές στην ποινική αντιμετώπιση των σεξουαλικών εγκλημάτων στον χρόνο, ανάμεσά τους και τον βιασμό. [8] Αν στον Μεσαίωνα εκδικαζόταν ως έγκλημα το οποίο έπληττε το απόλυτο δικαίωμα ιδιοκτησίας του επικεφαλής του πατριαρχικού οίκου, στους επόμενους αιώνες θεωρήθηκε επίθεση ενάντια στα «κοινά ήθη». Αργότερα αναγνωρίστηκε, σε διακριτές χρονικές στιγμές του 20ού αιώνα και σε αντιστοιχία με τις επιμέρους εθνικές δικαιικές παραδόσεις, ως έγκλημα ενάντια στο πρόσωπο – σήμερα, ενάντια στη γενετήσια ελευθερία.

Η μεγάλη ιστοριογραφική τομή στις προσεγγίσεις του βιασμού συνδέεται ωστόσο με τους πρώιμους φεμινιστικούς προβληματισμούς της δεκαετίας του 1970 και τις μελετήτριες που πρώτες ενέταξαν τη σεξουαλική βία στην ερευνητική τους ατζέντα, για να καταγγείλουν τη μακρά, οικουμενική ιστορία της πατριαρχίας, αναδεικνύοντας τον βιασμό ως μία μόνο από τις πολυάριθμες εξουσιαστικές αποτυπώσεις της γυναικείας καταπίεσης. [9] Τις επόμενες δύο δεκαετίες, δεκαετίες απογείωσης για την ιστορία της σεξουαλικής βίας, θα δουν το φως της δημοσιότητας πιο επεξεργασμένες και συνθετικές έρευνες, οι οποίες θα προκύψουν από τις ιδεολογικές ζυμώσεις και διασταυρώσεις της νέας κοινωνικής ιστορίας και της πολιτισμικής ιστορίας με τα κινήματα για τη σεξουαλική απελευθέρωση και τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Μέσα από πλήθος διαφορετικών πηγών (με τα δικαστικά και αστυνομικά αρχεία να κρατούν σταθερά τα πρωτεία) θα αναδειχθούν οι εννοιολογικοί μετασχηματισμοί της σεξουαλικής βίας και οι συστηματικές διασταυρώσεις της με μεταβαλλόμενες πολιτισμικές αντιλήψεις για τη σεξουαλικότητα αντρών και γυναικών. Οι βιασμοί θα μελετηθούν συσχετικά με άλλες κατηγορίες σεξουαλικών εγκλημάτων, όπως η αποπλάνηση, η απαγωγή, η βίαιη επίθεση και η προβολή των ηθών,[10] και θα ενταχθούν στο ευρύτερο πλαίσιο της ιστορίας της διαπροσωπικής βίας και του εγκλήματος, στην ύπαιθρο και στις πόλεις.[11] Οι σχετικοί προβληματισμοί θα αναδείξουν το στίγμα που σημάδευε τα θύματα της σεξουαλικής βίας, [12] θα συζητήσουν τους δράστες και τις εκάστοτε αναπαραστάσεις τους ως «ανώμαλων», «δράκων» ή «συνηθισμένων» ανδρών. [13] Τέλος, σημαντικές έρευνες θα αναλύσουν τους μαζικούς και ατομικούς βιασμούς σε καιρούς συγκρούσεων ως στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπλα πολέμου και μηχανισμούς εθνοκάθαρσης.[14] Ο θεωρητικός, μεθοδολογικός και αναλυτικός πλούτος της διεθνούς ιστορικής έρευνας, όπως περιγράφηκε σχηματικά παραπάνω, δεν έχει αφήσει ακόμη ευκρινές αποτύπωμα στην εγχώρια ιστοριογραφία. Ευάριθμες οι σχετικές συμβολές, απορρέουν κυρίως από την εμπειρία του εμφυλίου πολέμου.[15] Πέρα από τις ένοπλες συγκρούσεις, δεν διαθέτουμε ακόμη κάποια αυτοτελή ιστορική μελέτη αφιερωμένη στον βιασμό. Όψεις ωστόσο της σεξουαλικής βίας πραγματεύονται έρευνες αφιερωμένες στα «εγκλήματα τιμής» στη μετεμφυλιακή Ελλάδα,[16] και στις οικιακές εργάτριες κατά τον 20ό αιώνα.[17]

Βία και συναινετικότητα

Στην Ελλάδα των αρχών του 20ού αιώνα το κακούργημα του βιασμού ήταν ορατό και την ίδια στιγμή αόρατο. Γινόταν ορατό στους δημόσιους λόγους που καταδίκαζαν συστηματικά τα σεξουαλικά εγκλήματα ως βάρβαρη επίθεση στα ήθη της ελληνικής κοινωνίας και πράξη ανάρμοστη για ένα ευνομούμενο κράτος. Ωστόσο, οι βιασμοί ήταν την ίδια στιγμή άδηλοι, καθώς εντάσσονταν σε αυτό που σύγχρονοι νομικοί αποκαλούν «σκοτεινή εγκληματικότητα», ακριβώς γιατί τα περιστατικά που καταγγέλλονταν στις αρμόδιες αρχές ήταν ελάχιστα σε σχέση με τους πραγματικούς αριθμούς. Εξάλλου, οι λίγες ιστορίες που άφηναν, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, τα ίχνη τους στα δικαστικά τεκμήρια προκειμένου να γίνουν αντικείμενο ιστορικής μελέτης, δεν θα μπορούσαν να αποκαλύψουν ποτέ το τραύμα που προκάλεσε η εμπειρία του βιασμού.[18] Θα μας διαφεύγει πάντοτε, με άλλα λόγια, το ανθρώπινο ράγισμα που σημειώνεται στον τίτλο του κειμένου, τραύμα που δεν ταυτιζόταν απαραίτητα με τη δημόσια βλάβη των ηθών που αναγνώριζε η νομοθεσία της περιόδου. Σύμφωνα με τον εν ενεργεία Ποινικό Κώδικα του Μεσοπολέμου, με τα βασικά του άρθρα να είναι συνταγμένα κοντά έναν αιώνα πριν, στον οθωνικό Ποινικό Κώδικα του 1834, ο βιασμός ενέπιπτε σε μια ευρύτερη ομπρέλα ποινικών αδικημάτων, τα «εγκλήματα περί βλάβης των ηθών», τα οποία θεωρούνταν ότι προσέβαλλαν τη δημόσια ηθική, αναγνωρίζονταν δηλαδή ως εγκλήματα κατά της πολιτείας.[19] Το άρθρο 273 του κώδικα τυποποιούσε τον βιασμό ως τον εξαναγκασμό σε ασελγή πράξη οποιουδήποτε προσώπου, ανεξάρτητα από το φύλο του, μια παράμετρος που έχει αποτιμηθεί από τους έλληνες ιστορικούς του δικαίου ως καινοτόμα για την εποχή της. Ένοχος βιασμού θεωρούνταν εκείνος που «αναγκάζει εις ασέλγεια θήλυ ή άρρεν, μεταχειριζόμενος σωματικήν βίαν ή απειλάς, ηνωμένας με επικείμενον κίνδυνον σώματος ή ζωής, ή κατασταίνει τινά ανίκανον αμύνης φέρων δολίως εις απονάρκωσιν τας αισθήσεις του, και ούτως έχοντα καταχράται αυτόν προς ασέλγειαν, τιμωρείται ένεκα βιασμού».[20] Στα μέσα εξαναγκασμού περιλαμβάνονταν ρητά η σωματική και ψυχολογική βία, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται το είδος της σωματικής βίας ή των απειλών που απαιτούνταν για να αναγνωριστεί μια σεξουαλική επίθεση ως βιασμός.[21] Αυτό αφηνόταν στη διακριτική ευχέρεια των δικαστών.

Ο βιασμός δεν ήταν μόνο μία πράξη που σπάνια καταγγελλόταν, αλλά και ένα αδίκημα που δύσκολα αποδεικνυόταν. Για να γίνει πιστευτή μια γυναίκα ότι είχε βιαστεί θα έπρεπε να είχε «καλό όνομα» στην κοινότητα, το χωριό ή τη γειτονιά της και να έχει αφηγηθεί το συμβάν αμέσως μετά σε κάποιο τρίτο πρόσωπο. Έπρεπε ακόμα να μπορεί να επιδείξει πάνω στο σώμα της σοβαρά σημάδια τραυματισμού, ιδιαίτερα στα γεννητικά της όργανα, και να είναι ικανή να αποδείξει πόσο πολύ αντιστάθηκε. Όλα αυτά τα στοιχεία μαζί σπάνια τα συγκέντρωνε μια υπόθεση, με αποτέλεσμα πολλές γυναίκες να δυσκολεύονται να αποδείξουν ότι είχαν βιαστεί.[22]

Όταν στα 1930 ο γνωστός ψυχίατρος και αργότερα σεξολόγος Νίκος Δρακουλίδης σημείωνε ρητά ότι η σεξουαλική επιθυμία εκδηλώνεται «εις μεν τα άρρενα ως επίθεσις προς κατάκτησιν … εις δε τα θήλεα ως αποφυγήν προς προσέλκυσιν», συμπληρώνοντας ότι αυτή ακριβώς είναι «η πρώτη αντίθεσις της οποίας εν τούτοις σκοπός είναι η στενωτέρα ένωσις των φύλων. Είνε το αναγκαίον βιολογικόν φαινόμενον της αντιδράσεως το οποίον θα προκαλέση την δράσιν», [25] εξέφραζε έναν κοινό πολιτισμικό τόπο της περιόδου για την ετεροκανονική σεξουαλικότητα, που έβρισκε εφαρμογή και στην ποινική διαχείριση της σεξουαλικής βίας. Η κυρίαρχη, φυσικοποιημένη πρόσληψη της σεξουαλικότητας, που όριζε τη γυναικεία φύση ως παθητική και την αντρική ως ενεργητική, άφηνε να διαφανεί ότι η άσκηση βίας στο σεξ γινόταν κάποτε αναγκαία συνθήκη της συμπληρωματικής σεξουαλικής έκφρασης αντρών και γυναικών, και όχι έκνομη πράξη. Επρόκειτο για βίαιο σεξ, το οποίο οι άντρες δεν κατάφερναν πάντοτε να αποφύγουν, καθώς η σεξουαλική τους ορμή δεν τιθασεύονταν εύκολα. Πάντοτε σύμφωνα με τον Δρακουλίδη, η θέα μιας γυναίκας και μόνο μπορούσε να τη διεγείρει τόσο, ώστε να εκδηλωθεί με βιαιότητα. Παράλληλα, κάποια πίεση μέχρι να ενδώσουν ερωτικά οι γυναίκες μπορεί και να θεωρούνταν αναγκαία, προκειμένου να καμφθεί ο «αργά εξελισσόμενος και παθητικός σεξουαλισμός τους», η εγγενής τους συστολή και οι ηθικοί φραγμοί που η τελευταία έθετε. Η άποψη αυτή είχε ενσωματωθεί, κάπως κρυπτικά είναι αλήθεια, και στην ερμηνεία του νόμου. Ο νομικός Κωνσταντίνος Κωστής, για παράδειγμα, διευκρίνιζε ότι εφόσον η άρνηση και η αντίσταση «δεν εισί σπουδαίαι αλλά κατά προσποίησιν μόνον», τότε σηματοδοτούν υποταγή σε «ευπρόσδεκτη βία (vim gralam)» και κατά συνέπεια «η έλλειψις σπουδαίου καταναγκασμού αίρει το αξιόποινον» του βιασμού.[26]

Με άλλα λόγια, η «βία» δεν οριστικοποιούσε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον εξαναγκασμό και τη συναίνεση. Αφενός το συναινετικό σεξ μπορούσε, σημειώθηκε παραπάνω, να είναι βίαιο, αφετέρου ήταν πρακτικά αδύνατο να στοιχειοθετηθεί βιασμός σε αυτόχρημα (σύμφωνα με τον νόμο) συναινετικές σεξουαλικές σχέσεις, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον γάμο, στον οποία η σαρκική συνεύρεση των συζύγων αναγνωριζόταν κατά κανόνα ως δικαίωμα για τους άντρες και υποχρέωση για τις γυναίκες.[27] Για όσο καιρό βρισκόταν σε ισχύ έγκυρος γάμος, η συζυγική «σαρκική συνομιλία», όποια χαρακτηριστικά κι αν είχε, προστατευόταν από την ιερότητα της γαμήλιας ένωσης και το άβατο της οικογενειακής ζωής. Έτσι, όταν στα 1930 η 15χρονη Βασιλική θα καταγγείλει τον 17χρονο σύζυγό της Κομνηνό για βιασμό παρά φύση, υποστηρίζοντας ότι εκτός από τα νόμιμα συζυγικά του δικαιώματα κατά καιρούς την εξαναγκάζει, και μάλιστα υπό την απειλή μαχαιριού, σε παρά φύση ασέλγεια, οι δικαστές δεν θα παραπέμψουν την υπόθεση στο δικαστήριο αναγνωρίζοντας ότι ακόμη και αν οι ισχυρισμοί της Βασιλικής ευσταθούν, «ο σύζυγος δεν δύναται να καταδιωχθεί εις τας παρά φύσιν ασελγείας επί της ιδίας αυτού συζύγου, λόγω των κινδύνων, ων διατρέχει ο δικαστής, … να διαρρήξει τον πέπλον της μυστικότητος τον καλύπτοντα τις μεταξύ των συζύγων σχέσεις και ένεκα των σκανδάλων, άτινα εντεύθεν δύνανται να πηγάσωσι».[28]

Η ρευστότητα των ορισμών για το τι είναι σεξουαλική βία και τι βίαιο σεξ, και τα θολά όρια ανάμεσα στο «ναι» και «όχι», ανάμεσα δηλαδή στη συναίνεση και την απουσία της, τα οποία ενίσχυαν οι τρέχουσες πολιτισμικές αντιλήψεις για τη γυναικεία σεξουαλικότητα, δεν ανιχνεύονταν μόνο στο επίπεδο των κοινωνικών αξιών αλλά και στη δικαστική πρακτική. Η υπερασπιστική γραμμή που ακολουθούσαν πολλοί κατηγορούμενοι μαρτυρούσε ότι και οι ίδιοι γνώριζαν πολύ καλά το παιχνίδι των αμφισημιών. Αρκετοί ήταν εκείνοι που μετονόμασαν την αντίσταση των γυναικών στις οποίες επιτέθηκαν σε κατάφαση. Στις υποθέσεις που εξετάζονται στο κείμενο αυτό, σχεδόν κανείς από τους θύτες δεν αρνήθηκε ότι ήρθε σε σεξουαλική επαφή με το θύμα. Οι περισσότεροι όμως ισχυρίστηκαν ότι η επαφή ήταν συναινετική, είτε γιατί οι γυναίκες αυτές ήταν ερωμένες τους, είτε γιατί ήταν «ελευθέρων ηθών», δηλαδή ερωμένες πολλών. Έτσι, προσπαθώντας να γείρει την πλάστιγγα από τη δική του ενοχή στην ένοχη ανηθικότητα του θύματός του, ο προφυλακισμένος Στρατής από τη Σέριφο, θα δηλώσει αθώος, τον Αύγουστο του 1926, για τον βιασμό της 15χρονης Ευτυχίας, παρουσιάζοντάς την ως ερωμένη του. Δεν θα καταφέρει ωστόσο να πείσει για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Τόσο οι υπόλοιποι μάρτυρες όσο και η ιατροδικαστική έκθεση, που επιβεβαίωνε τη «διακόρευση» της Ευτυχίας και τους «πλείστους» μώλωπες που έφερε παντού στο σώμα της, θα συνηγορήσουν για μια διαφορετική εκδοχή των γεγονότων. Σύμφωνα με αυτήν, ο Στρατής «επετέθη [κατά της παθούσης], την συνέλαβε, της περιετύλιξε τον λαιμόν της δια των μαλλιών της, την ηπήλησε με σουγιά … και επειδή αύτη εξηκολούθη να ανθίσταται την έρρηξε χαμαί, την έσυρεν επί του εδάφους με την απειλήν ότι θα την ρήξη εις την θάλασσαν και τέλος ξεσχίσας τα ενδύματά της και το παντελόνιόν της ησέλγησεν επ’ αυτής βίαια».[29] Παρόμοια, στον ομαδικό βιασμό της χήρας Θάλειας το 1930 στην «πτωχική οικία» της σε ερημική περιοχή της Μήλου, οι τέσσερις νεαροί συγκατηγορούμενοι αφού πρώτα έσπασαν την πόρτα και έσβησαν το υπάρχον φως «απειλητικά, εζήτησαν αμέσως όπως η ατυχής γυνή υποκύψει εις τας ορέξεις των, και ως κανίβαλοι επέπεσαν εναντίον της και αλληλοδιαδόχως ησέλγησαν επί ταύτης, απειλούντες ότι εάν φέρει αντίστασιν θέλουν συνεχίσει και επί της παραπλεύρως κοιμωμένης 17έτιδος θυγατρός της Παναγιώτας. Ο πρώτος μάλιστα των κατηγορουμένων και αρχηγός της σπείρας …, αφού ετελείωσε η σειρά των άλλων, ησέλγησε και πάλιν επί της παθούσης». Στην προανάκριση οι δράστες θα ομολογήσουν όλα τα παραπάνω, με κυνικό μάλιστα τρόπο, με μόνη προσθήκη ότι η παθούσα τους είχε προσκαλέσει στο σπίτι της και είχε πληρωθεί μάλιστα για τις σεξουαλικές της υπηρεσίες, καθώς τύγχανε «επιληψίμου διαγωγής».[30] Ο προφυλακισμένος Σήφης θα φανεί πιο επινοητικός. Προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά του και τον ισχυρισμό του ότι «τελούσε εις ερωτικάς σχέσεις» με την ανήλικη Λουκία, η οποία τον είχε στο μεταξύ καταγγείλει για βιασμό, θα προσκόμιζε μία θερμή ερωτική επιστολή της προς αυτόν. Δεν είχε λάβει ωστόσο υπόψη του ότι «ούτε η παθούσα γνωρίζει γράμματα ως αποδεικνύεται εκ των εν τη δικογραφία ανακριτικών εκθέσεων, αλλά ούτε και επεκαλέσθη ταύτην [την επιστολή] … κατά το στάδιον της ανακρίσεως». Οι δικαστές θα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι μέθοδοι που μεταχειρίστηκε ο Σήφης «δεν δύνανται ασφαλώς να αποτελέσωσιν τρόπον εκδηλώσεων του κατέχοντος αύτον ερωτικού αισθήματος. Πρόκειται καθαρώς περί βιασμού τετελεσμένου».[31]

Παράταιρη διαγωγή

Η παραπάνω υπερασπιστική γραμμή δεν ήταν τυχαία: κάποιες καταγγελίες για βιασμό αναγνωρίζονταν ως τεχνάσματα γυναικών που επιχειρούσαν να συγκαλύψουν έτσι τον ανήθικο βίο τους. Τα τεκμήρια επιβεβαιώνουν αυτόν το κοινόν τόπο. Παρά τις διευκρινήσεις των μεγάλων εγχώριων ονομάτων της νομικής επιστήμης ότι στις σύγχρονές τους νομοθεσίες δεν είναι απαραίτητος όρος «η τιμιότης και το ανεπίληπτον της γυναικός της εις ασέλγειαν εξαναγκασθείσης», [32] γεγονός που σήμαινε ότι και «κατά γυναικός ατίμου και πορνευομένης δύναται να διαπραχθή βιασμός»,[33] οι δικαστές δεν φαίνεται τις λάμβαναν υπόψη τους. Γυναίκες που δεν είχαν καλή φήμη σπάνια πετύχαιναν την καταδίκη του βιαστή τους. Εξάλλου, καθώς ο βιασμός ως «έγκλημα κατά των ηθών» στρεφόταν ενάντια στη δημόσια ηθική, εύκολα συναγόταν ότι ίδιο το θύμα την είχε καταρχήν προσβάλει, με την προηγούμενη ανήθικη συμπεριφορά του. Έτσι, όταν η 24χρονη υπηρέτρια Ελένη από τη Νάξο θα κατηγορήσει το 1919 τον 19χρονο γεωργό Γαβρίλη ότι τη βίασε απειλώντας την με μαχαίρι,[34] το συμβούλιο Πλημμελειοδικών δεν θα παραπέμψει την υπόθεση στα δικαστήρια, καθώς «η παθούσα δεν υπήρξεν κόρη αμέμπτου ηθικής». Τρία χρόνια πριν είχε γεννήσει ένα νόθο παιδί στην Αθήνα και τώρα διατηρούσε «αθεμίτους σχέσεις» με κάποιον συγχωριανό της, ενώ «δεν εδίσταζε να ομολογεί ότι μετ’ αυτού είχε κατασθεί έγκυος η μηνύτρια και ότι μάλιστα το παιδί θα το ελάμβανεν αυτός, διότι η νόμιμος σύζυγός του δεν ετεκνοποιεί».[35]

Παρόμοια, λίγα χρόνια αργότερα, το 1924, ο Μιχάλης, προϊστάμενος του γραφείου στεγάσεως προσφύγων Μυτιλήνης θα κατηγορηθεί ότι αφού οδήγησε τη 16χρονη προσφυγοπούλα Μαρίνα στο σπίτι που θα την φιλοξενούσε, με τη βοήθεια της μαστρωπού, όπως αποδείχθηκε, σπιτονοικυράς, ασέλγησε «επ’ αυτής διακορεύσας ταύτην». Παρά την ιατροδικαστική έκθεση που βεβαίωνε ότι η συνουσία έγινε «βεβιασμένως και ότι ησκήθη υλική βία επί της παθούσης», όπως έδειχναν εξάλλου οι «επί του αριστερού μαστού, του δεξιού ώμου και των αιδοίων εκχυμώσεις, ως και το ατελές δύναται τις ειπείν της διακορεύσεως», ο Μιχάλης τελικά θα απαλλαχθεί από την κατηγορία. Οι δικαστές θα θεωρήσουν ότι το στοιχείου του βιασμού κλονίστηκε «γιατί η παθούσα δεν είναι αμέμπτων ηθών, αλλά κόρη χειραφετημένη της πατρικής εξουσίας και ζώσσα βίον αυτογνόμονα», και επειδή μάρτυρες κατέθεσαν ότι στην ιδιαίτερη πατρίδα της, την Ίμβρο, δεχόταν στο σπίτι της άγγλους αξιωματικούς και στρατιώτες. Την είχαν δει μάλιστα να ιππεύει πάνω στο ίδιο άλογο με έναν νεαρό χωροφύλακα.[36] Εξάλλου, οι «ενάρετες» γυναίκες έπρεπε να μπορούν να αντιστέκονται σε οποιαδήποτε σεξουαλική επαφή εκτός γάμου και ο βιασμός δεν αποτελούσε εξαίρεση. Η γιατρός Άννα Κατσίγρα, πολύγραφη και συντηρητική «ειδικός» για τα σεξουαλικά ζητήματα των νέων, έγραφε στη δεκαετία του 1940 ότι «βιασμός ωρίμου κοριτσιού χωρίς την θέλησί του είνε, αν όχι αδύνατος, πάντως όμως πολύ δύσκολος· γιατί ο βιασμός προϋποθέτει απόλυτην ακινησίαν εκ μέρους του κοριτσιού, και δεν είνε εύκολο να την επιτύχη, αν το κορίτσι γνωρίζει την αλήθειαν αυτή, και ανθισταμένη δεν παύει έστω και μικράς επί τόπου κινήσεις»,[37] επαναλαμβάνοντας έναν ακόμη πολυφορεμένο μύθο για τη σεξουαλική βία. Πολλά ιατροδικαστικά εγχειρίδια διεθνώς ήδη από τον 19ο αιώνα, παρουσιάζοντας μεταφορικά το πέος ως όπλο και τον κόλπο ως παθητικό δοχείο, επέμεναν πώς ήταν πρακτικά «αδύνατο να κουμπώσεις ένα σπαθί σε μία παλλόμενη θήκη».[38] Ίσως και γι’ αυτό οι δικαστές θα θεωρήσουν ότι η 18χρονη υπηρέτρια Κατερίνα από τη Σαντορίνη υπέκυψε με τη θέλησή της στη σεξουαλική επίθεση του 19χρονου εργάτη Γιάννη μια νύχτα που οι εργοδότες της απουσίαζαν από το σπίτι. Η εντύπωση αυτή θα κυριαρχήσει στη σκέψη τους επειδή η ιατρική εξέταση έδειξε η Κατερίνα ότι είχε προ πολλού πάψει να είναι «κόρη», ο εργοδότης της την είχε χαρακτηρίσει «ζωηράν» και μια ακόμη μάρτυρας «παλιοκόριτσο».[39] Η θεώρηση των γυναικών αυτών ως έκπτωτων πλασμάτων ήταν τόσο τελεσίδικη ώστε οι δικαστές (όπως άλλωστε και ο κοινωνικός τους περίγυρος, πολύ πριν από τους κρατικούς αξιωματούχους) δεν μπορούσαν να φανταστούν πώς ένας βιασμός θα τις έβλαπτε περισσότερο. Τα αγαθά που η πολιτεία έμοιαζε διατεθειμένη να προστατεύσει, η γυναικεία σεξουαλική αγνότητα μέχρι τον γάμο και η απορρέουσα από αυτήν ηθική υπόληψη των θυμάτων και των οικογενειών τους, είχαν αμετάκλητα χαθεί.


Βιβλιογραφικές αναφορές

Αβδελά, Έφη. ‘Δια λόγους τιμής’. Βία, συναισθήματα και αξίες στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Αθήνα: Νεφέλη, 2002.

Βασιλειάδου, Δήμητρα. ‘«Κατεστραμμένα» κορίτσια. Ηθική, γαμηλιότητα και δικαστική πρακτική στη νησιωτική Ελλάδα, 1914-1940’. Στο Ιστορίες για τη σεξουαλικότητα, επιμέλεια Δήμητρα Βασιλειάδου και Γλαύκη Γκότση, 103–22. Αθήνα: Θεμέλιο, 2020.

Δρακουλίδης, Νίκος Ν. Η σεξουαλική διαπαιδαγώγησις. Αθήναι: Κοντομάρης, 1930.

Κατσίγρα, Άννα. Γενετήσια αγωγή : Για το κορίτσι. Γκοβόστης, 1944.

Κωστής, Κωνσταντίνος Ν. Ερμηνεία του εν Ελλάδι ισχύοντος ποινικού νόμου. τ. 2. εν Αθήναις: Τυπογραφείον Παλιγγενεσίας Ιω. Αγγελόπουλου, 1877.

———. Ερμηνεία του εν Ελλάδι ισχύοντος ποινικού νόμου. 2ο έκδ. τ. 2. εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου των καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, 1892.

Κωστόπουλος, Τάσος. ‘Καταγράφοντας το ανομολόγητο: το πολεμικό ημερολόγιο ενός βιαστή στρατιώτη (1912-13)’. Στο Ιστορίες πολέμου στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Μια προσέγγιση στη διαχρονία. Πρακτικά διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου με αφορμή τα 100 χρόνια από τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913), επιμέλεια Αθηνά Κόλια-Δερμιτζάκη, Βάσω Σειρηνίδου, Σπυρίδων Γ. Πλουμπίδης, και Μαρίλια Λυκάκη, 473–89. Αθήνα: Εθνικό και Καποδιστιακό Πανεπιστήμιο Αθηνών / Εκδόσεις Ηρόδοτος, 2018.

Χαντζαρούλα, Ποθητή. Σμιλεύοντας την υποταγή. Οι έμμισθες οικιακές εργάτριες στην Ελλάδα το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Αθήνα: Παπαζήση, 2012.

Ψαρρά, Αγγέλικα. ‘Πολιτικές διαδρομές των γυναικών στην εμπόλεμη Ελλάδα (1940-1950)’. Στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, επιμέλεια Χρήστος Χατζηιωσήφ, τ. 4Α. Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2009.

Block, Sharon. Rape and Sexual Power in Early America. New edition edition. Chapel Hill: Omohundro Institute and University of North Carolina Press, 2006.

Bourke, Joanna. ‘’Μελαγχολικές αφηγήσεις’ και το τραύμα του βιασμού. Πλαισιώνοντας ιστορικά την σεξουαλική βία’. Στο Ιστορίες για τη σεξουαλικότητα, επιμέλεια Δήμητρα Βασιλειάδου και Γλαύκη Γκότση, 123–40. Αθήνα: Θεμέλιο, 2020.

———. Rape: A History from 1860 to the Present Day. London: Virago, 2007.

Brownmiller, Susan. Against Our Will: Men, Women and Rape. London: Secker and Warburg, 1975.

Clark, Anna. Women’s Silence, Men’s Violence: Sexual Assault in England 1770-1845. London: Pandora, 1987.

D’Cruze, Shani. ‘Approaching the History of Rape and Sexual Violence: Notes towards Research’. Women’s History Review 1, τχ. 3 (Σεπτέμβριος 1992): 377–97. https://doi.org/10.1080/09612029300200016.

———. ‘Sexual violence since 1750’. Στο The Routledge history of sex and the body: 1500 to the presen, επιμέλεια Shara Toulalan και Sarah Fisher, 444–59. Abingdon, Oxon; New York: Routledge, 2013.

Dubinsky, Karen. Improper Advances: Rape and Heterosexual Conflict in Ontario, 1880-1929. University of Chicago Press, 1993.

Gina Marie  Weaver. Ideologies of Forgetting: Rape in the Vietnam War. SUNY Series in Feminist Criticism and Theory. Albany, N.Y. : Bristol: SUNY Press, 2010.

Hantzaroula, Pothiti. ‘Public Discourses on Sexuality and Narratives of Sexual Violence of Domestic Servants in Greece (1880–1950)’. Journal of Mediterranean Studies 18, τχ. 2 (2009): 283–310.

Herzog, Dagmar. Brutality and Desire: War and Sexuality in Europe’s Twentieth Century. Basingstoke: Palgrave Macmillan, 2009.

Jackson, Louise A. Child Sexual Abuse in Victorian England. London: Routledge, 2000.

Katsoudas, Kostas. ‘Notes on sexual violence during the Greek Civil War’. Στο Violence and Politics: Ideologies, Identities, Representations, επιμέλεια Antonios Ampoutis, Marios Dimitriadis, Sakis Dimitriadis, Theodora Konstantellou, Maria Mamali, και Vangelis Sarafis, 238–51. Newcastle upon Tyne: Cambridge Scholars Publishing, 2018.

Kontogeorgi, Theodora. ‘The rape of women in the Greek Prose of the Second World War, German Occupation and Greek Civil War: a stigmatic representation of Victimization and Gender Difference’. Στο Violence and Poltics: Ideologies, Identities, Representations, επιμέλεια Antonios Ampoutis, Marios Dimitriadis, Sakis Dimitriadis, Theodora Konstantellou, Maria Mamali, και Vangelis Sarafis, 252–68. Newcastle upon Tyne: Cambridge Scholars Publishing, 2018.

Neill, Kevin. ‘Duty, Honor, Rape: Sexual Assault Against Women During War’. Journal of International Women’s Studies 2, τχ. 1 (2013): 43–51.

Odem, Mary E. Delinquent Daughters: Protecting and Policing Adolescent Female Sexuality in the United States, 1885-1920. Chapel Hill: Univ. of North Carolina Press, 1996.

Robertson, Stephen. Crimes against Children: Sexual Violence and Legal Culture in New York City, 1880-1960. Chapel Hill, N.C. ; London: University of North Carolina Press, 2005.

Shani D’Cruze. Crimes of Outrage: Sex, Violence and Victorian Working Women. London: UCL Press, 1998.

Stevenson, Kim. ‘Unequivocal Victims: The Historical Roots of the Mystification of the Female Complainant in Rape Cases’. Feminist Legal Studies 8, τχ. 3 (2000): 343–66.

Van Boeschoten, Riki. ‘The Trauma of War Rapes: A Comparative View on the Bosnian Conflict and the Greek Civil War’. History and Anthropology 14, τχ. 1 (2003): 41–54.

Vigarello, Georges. Η ιστορία του βιασμού : 16ος-20ός αιώνας. Αλεξάνδρεια, 2001.

Walker, Garthine. ‘Everyman or a Monster? The Rapist in Early Modern England, c.1600–1750’. History Workshop Journal 76, τχ. 1 (2013): 5–31.

Walkowitz, Judith R. City of dreadful delight: narratives of sexual danger in late-Victorian London. Chicago: University of Chicago Press, 1992.


[1] Όλα τα ονόματα που εμφανίζονται στο κείμενο είναι ψευδώνυμα.

[2] Όλα τα παραπάνω αποσπάσματα: Βουλεύματα Πρωτοδικείου Κυκλάδων, ΓΑΚ, Αρχεία Νομού Κυκλάδων, αρ. βουλεύματος 480, έτος 1930 (στο εξής ΒΠΚ 480/1930).

[3] Βουλεύματα Εφετείου Αιγαίου, ΓΑΚ, Αρχεία Νομού Κυκλάδων, αρ. βουλεύματος 306, έτος 1930 (στο εξής ΒΕΑ 306/1930).

[4] Για στρατηγικές χρήσεις του νόμου από τα ίδια τα υποκείμενα, θύτες και θύματα, βλ. Δήμητρα Βασιλειάδου, ‘ ‘Κατεστραμμένα’ κορίτσια. Ηθική, γαμηλιότητα και δικαστική πρακτική στη νησιωτική Ελλάδα, 1914-1940’, στο Ιστορίες για τη σεξουαλικότητα, επιμ. Δήμητρα Βασιλειάδου και Γλαύκη Γκότση (Αθήνα: Θεμέλιο, 2020), 103-22.

[5] Για το ζήτημα της παιδικής κακοποίησης στη Βρετανία και στις ΗΠΑ βλ. Louise A. Jackson, Child Sexual Abuse in Victorian England, Routledge, 2000. Stephen Robertson, Crimes against Children: Sexual Violence and Legal Culture in New York City, 1880-1960, University of North Carolina Press, 2005. Επίσης, δεν θα με απασχολήσουν εδώ ποινικές υποθέσεις βιασμού στις οποίες δράστης και θύμα ανήκαν και οι δυο στο αντρικό φύλο.

[6] Για τα δικαστικά τεκμήρια και τους ποικίλους μεθοδολογικούς προβληματισμούς που εγείρουν βλ. Έφη Αβδελά, ‘Δια λόγους τιμής’. Βία, συναισθήματα και αξίες στη μετεμφυλιακή Ελλάδα (Αθήνα: Νεφέλη, 2002), 25-29.

[7] Η σχετική βιβλιογραφία είναι ιδιαίτερα πλούσια και οι παραπομπές που ακολουθούν ενδεικτικές.

[8] Μια καλή ιστοριογραφική επισκόπηση της σεξουαλικής βίας από τα μέσα του 18ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας στο Shani D’Cruze, «Sexual Violence since 1750», στο S. Toulalan – S. Fisher (επιμ.), The Routledge History of Sex and the Body: 1500 to the present, Routledge, 2013, σ. 444-459.

[9] Βλ.  την κλασική μελέτη της Susan Brownmiller, Against our Will: Men, Women and Rape, Secker and Warburg, 1975.

[10] Karen Dubinsky, Improper Advances: Rape and Heterosexual Conflict in Ontario, 1880-1929, University of Chicago Press, 1993. Mary E. Odem, Delinquent Daughters: Protecting and Policing Adolescent Female Sexuality in the United States, 1885-1920, University of North Carolina Press, 1996.

[11] Anna Clark, Women’s Silence, Men’s Violence: Sexual Assault in England 1770-1845, Pandora, 1987. Shani D’Cruze, Crimes of Outrage: Sex, Violence and Victorian Working Women, UCL Press, 1998. Judith R. Walkowitz, City of Dreadful Delight: Narratives of Sexual Danger in Late-Victorian London, University of Chicago Press, 1992. Georges Vigarello, Η ιστορία του βιασμού: 16ος-20ός αιώνας, μτφρ. Λία Βουτσοπούλου, Αλεξάνδρεια, 2001.

[12] Kim Stevenson, «Unequivocal Victims: The Historical Roots of the Mystification of the Female Complainant in Rape Cases», Feminist Legal Studies 8/3 (2000), σ. 343-366.

[13] Joanna Bourke, Rape: A History from 1860 to the Present Day, Virago, 2007. Garthine Walker, «Everyman or a Monster? The Rapist in Early Modern England, c.1600–1750», History Workshop Journal 76/1 (2013), σ. 5-31.

[14] Gina Marie Weaver, Ideologies of Forgetting: Rape in the Vietnam War, SUNY Press, 2010. Dagmar Herzog, Brutality and Desire: War and Sexuality in Europe’s Twentieth Century, Palgrave Macmillan, 2009.

[15] Riki Van Boeschoten, «The Trauma of War Rapes: A Comparative View on the Bosnian Conflict and the Greek Civil War», History and Anthropology 14/1 (2003), σ. 41–54. Kostas Katsoudas, «Notes on Sexual Violence during the Greek Civil War», στο Antonios Ampoutis κ.ά. (επιμ.), Violence and Politics: Ideologies, Identities, Representations, Cambridge Scholars Publishing, 2018, σ. 238–251. Theodora Kontogeorgi, «The Rape of Women in the Greek Prose of the Second World War, German Occupation and Greek Civil War: A Stigmatic Representation of Victimization and Gender Difference», στο Ampoutis κ.ά. (επιμ.), Violence and Politics, ό.π., σ. 252-268. Αγγέλικα Ψαρρά, «Πολιτικές διαδρομές των γυναικών στην εμπόλεμη Ελλάδα (1940-1950)», στο Χ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τμ. 4Α, Βιβλιόραμα, 2009, 177-227. Τάσος Κωστόπουλος, «Καταγράφοντας το ανομολόγητο: το πολεμικό ημερολόγιο ενός βιαστή στρατιώτη (1912-13)», στο Α. Κόλια-Δερμιτζάκη κ.ά. (επιμ.), Ιστορίες πολέμου στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Μια προσέγγιση στη διαχρονία. Πρακτικά διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου με αφορμή τα 100 χρόνια από τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913), ΕΚΠΑ/εκδ. Ηρόδοτος, 2018, σ. 473–489.

[16] Αβδελά, ‘Δια λόγους τιμής’.

[17] Ποθητή Χαντζαρούλα, Σμιλεύοντας την υποταγή. Οι έμμισθες οικιακές εργάτριες στην Ελλάδα το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα (Αθήνα: Παπαζήση, 2012).

[18]  Για τη σχετικά πρόσφατη μετάβαση στη θεωρία του τραύματος στα περιστατικά βιασμών, βλ. Joanna Bourke, ‘’Μελαγχολικές αφηγήσεις’ και το τραύμα του βιασμού. Πλαισιώνοντας ιστορικά την σεξουαλική βία’, στο Ιστορίες για τη σεξουαλικότητα, 123-40.

[19] Τα υπόλοιπα αδικήματα κατά των ηθών ήταν: η προσβολή κατά των ηθών εν γένει, η αποπλάνηση σε ασέλγεια, η παρά φύση ασέλγεια, η αιμομιξία, η διγαμία και η μοιχεία.

[20] Κωσταντίνος Ν. Κωστής, Ερμηνεία του εν Ελλάδι ισχύοντος ποινικού νόμου, τ. 2 (εν Αθήναις: Τυπογραφείον Παλιγγενεσίας Ιω. Αγγελόπουλου, 1877), 314.

[21] Κωστής, Ερμηνεία του εν Ελλάδι ισχύοντος ποινικού νόμου, τ. 2: 316-18.

[22] Πρόκειται για σύνηθες φαινόμενο, όπως έχει δείξει η ιστορική έρευνα και σε άλλες χώρες, βλ. Shani D’Cruze, ‘Approaching the History of Rape and Sexual Violence: Notes towards Research’, Women’s History Review 1/3 (1992): 389.

[23] ΒΠΚ 359/1919.

[24] Για μια συστηματική ανάλυση του «συνεχούς» ανάμεσα στη σεξουαλική βία και στο βίαιο σεξ στη Βόρεια Αμερική του 18ου και του 19ου αιώνα, βλ. Sharon Block, Rape and Sexual Power in Early America (Chapel Hill: Omohundro Institute and University of North Carolina Press, 2006), 16-52.

[25] Νίκος Ν. Δρακουλίδης, Η σεξουαλική διαπαιδαγώγησις (Αθήναι: Κοντομάρης, 1930), 7.

[26] Κωστής, Ερμηνεία του εν Ελλάδι ισχύοντος ποινικού νόμου, τ. 2:317, υποσ. 2.

[27] Η ποινικοποίηση του βιασμού μέσα στον γάμο είναι πρόσφατο φαινόμενο. Αναγνωρίστηκε από το εγχώριο δίκαιο μόλις το 2006 με τον νόμο 3500.

[28] ΒΠΚ 393/1930.

[29] ΒΠΚ 320/1926.

[30] ΒΠΚ 201/1930 και 280/1930.

[31] ΒΕΑ 306/1930.

[32] Κωστής, Ερμηνεία του εν Ελλάδι ισχύοντος ποινικού νόμου, τ. 2:315.

[33] Κωστής, Ερμηνεία του εν Ελλάδι ισχύοντος ποινικού νόμου, τ. 2:317, υποσ. 1.

[34] Για έλεγχο της σεξουαλικότητας των οικιακών εργατριών και τις σεξουαλικές επιθέσεις που αντιμετώπιζαν στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα βλ. Pothiti Hantzaroula, “Public Discourses on Sexuality and Narratives of Sexual Violence of Domestic Servants in Greece (1880–1950)”, Journal of Mediterranean Studies 18/2 (2009): 283-310.

[35] ΒΠΚ 65/1919.

[36] ΒΕΑ 186/1924.

[37] Άννα Κατσίγρα, Γενετήσια αγωγή: Για το κορίτσι (Γκοβόστης, 1944), 91.

[38] Bourke, ‘’Μελαγχολικές αφηγήσεις’ και το τραύμα του βιασμού’, 129.

[39] ΒΠΚ 503/1934.

Η Δήμητρα Βασιλειάδου πήρε το διδακτορικό της δίπλωμα στη νεότερη ιστορία από το Πανεπιστήμιο Κρήτης τον Δεκέμβριο του 2015. Έχει υπάρξει υπότροφος επισκέπτρια ερευνήτρια στο Centre for Narrative Research, University of East London (2014) και υπότροφος μεταδιδακτορική ερευνήτρια στα Πανεπιστήμια Αθηνών (2016-2019) και Κρήτης (2018-2019). Έχοντας εργαστεί στο παρελθόν σε δέκα ατομικά και ομαδικά ερευνητικά προγράμματα, σήμερα διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα και οι δημοσιεύσεις της εμπίπτουν στην ιστορία των συναισθημάτων και της οικογένειας, στην ιστορία του φύλου (ιδιαίτερα των ανδρισμών), στην προβληματική των αυτοβιογραφικών λόγων και στην ιστορία της σεξουαλικότητας και της σεξουαλικής βίας.

Academia.edu

Επιλεγμένες δημοσιεύσεις

Μονογραφία
  • Δήμητρα Βασιλειάδου, Στον τροπικό της γραφής. Οικογενειακοί δεσμοί και συναισθήματα στην αστική Ελλάδα, 1850-1930, Gutenberg, Αθήνα 2018, 291 σ.
Συλλογικοί τόμοι (επιστημονική επιμέλεια, εισαγωγή)
  • Δήμητρα Βασιλειάδου, Γλαύκη Γκότση (επιμ.), Ιστορίες για τη σεξουαλικότητα, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2020, υπό έκδοση.
  • Δήμητρα Βασιλειάδου, Γιάννης Γιαννιτσιώτης, Ανδρονίκη Διαλέτη, Γιώργος Πλακωτός (επιμ.), Ανδρισμοί. Αναπαραστάσεις, υποκείμενα και πρακτικές από τη μεσαιωνική μέχρι τη σύγχρονη περίοδο, Gutenberg, Αθήνα 2019, 466 σ.
  • Δήμητρα Βασιλειάδου, Παναγιώτης Ζεστανάκης, Μαρία Κεφαλά, Μαρία Πρέκα (επιμ.), (Αντι)μιλώντας στις βεβαιότητες: Φύλα, αναπαραστάσεις, υποκειμενικότητες, ΟΜΙΚ, Αθήνα 2013, 286 σ.
Ειδικά τεύχη σε επιστημονικά περιοδικά (επιστημονική επιμέλεια, εισαγωγή)
  • Dimitra Vassiliadou (ed.), Special issue “Disordered emotions, unruly passions or ‘doing History from the inside out’ (18th-20th c.)”, The Historical Review / La Revue Historique (2021), in preparation.
Άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά
  • Efi Avdela, Kostis Gotsinas, Despo Kritsotaki, Dimitra Vassiliadou, “From virginity to orgasm: Marriage and sexuality in twentieth-century Greece”, Journal of Family History, upon final approval.
  • Dimitra Vassiliadou, “Masculinity on  stage: Dueling in the Greek capital, 1870-1918”, Aspasia. The International Yearbook of Central, Eastern and Southeastern European Women’s and Gender History 13 (2019), σ. 12-30, https://doi.org/10.3167/asp.2019.130104.
  • Dimitra Vassiliadou, “The idiom of love and sacrifice. Emotional vocabularies of motherhood in nineteenth-century Greece”, Cultural and Social History 14/3 (2017), σ. 283-300, http://dx.doi.org/10.1080/14780038.2017.1312190.
  • Efi Avdela, Dimitra Vassiliadou, « « Sauver l’enfant dévoyé » : la Société pour la protection des mineurs d’Athènes après la guerre », Revue d’histoire de l’enfance « irrégulière » 18 (2016), σ. 299-317, https://journals.openedition.org/rhei/3982.
  • Δήμητρα Βασιλειάδου, «Ανδρική κοινωνικότητα στην αστική Αθήνα: η Αθηναϊκή Λέσχη, 1870-1940», Μνήμων 30 (2009), σ. 179-211.
Κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους
  • Δήμητρα Βασιλειάδου, «‘Κατεστραμμένα κορίτσια’. Σεξουαλική βία, ηθική και γαμηλιότητα, 1914-1940», στο Δήμητρα Βασιλειάδου, Γλαύκη Γκότση (επιμ.), Ιστορίες για τη σεξουαλικότητα, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2020, υπό έκδοση.
  • Dimitra Vassiliadou, “Love, actually. . . . Pricing conjugal emotions in nineteenth-century Greece”, στο Rafał Borysławski, Alicja Bemben (eds), Emotions: The engines of History, Routledge, London 2020, forthcoming.
  • Dimitra Vassiliadou, “Auto/pathographies in situ: ‘Dying of melancholy’ in nineteenth-century Greece”, στο  Julie Parsons and Anne Chappell (eds.), The Palgrave Handbook of Auto/Biography, PaIgrave MacMillan, London 2020, in print.
  • Δήμητρα Βασιλειάδου, Γιάννης Γιαννιτσιώτης, Ανδρονίκη Διαλέτη, Γιώργος Πλακωτός, «Ανδρισμοί και ιστορία: η ιστοριογραφία μιας σχέσης», στο των ίδιων (επιμ.), Ανδρισμοί. Αναπαραστάσεις, υποκείμενα και πρακτικές από τη μεσαιωνική μέχρι τη σύγχρονη περίοδο, Gutenberg, Αθήνα 2019, σ. 11-101.
  • Δήμητρα Βασιλειάδου, «Η σιωπή, ο φόβος, η σαγήνη: Γράφοντας τον σεξουαλικό εαυτό στα τέλη του 19ου αιώνα», στο Δ. Βασιλειάδου, Γ. Γιαννιτσιώτης, Α. Διαλέτη,  Γ. Πλακωτός (επιμ.), Ανδρισμοί. Αναπαραστάσεις, υποκείμενα και πρακτικές από τη μεσαιωνική μέχρι τη σύγχρονη περίοδο, Gutenberg, Αθήνα 2019, σ. 105-132.
  • Έφη Αβδελά, Δήμητρα Βασιλειάδου,  «‘Κοπιώδης εθελοντική εργασία’: η Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων στη μεταπολεμική Αθήνα», στο Έφη Αβδελά, Χάρης Εξερτζόγλου, Χρήστος Λυριτζής (επιμ.), Μορφές δημόσιας κοινωνικότητας στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Αθήνα 2015, σ. 101-123, http://www.public-sociality.uoc.gr.
  • Δήμητρα Βασιλειάδου, «Όταν η ιστορία του φύλου συνάντησε την ιστορία της οικογένειας», στο: Γλαύκη Γκότση, Ανδρονίκη Διαλέτη, Ελένη Φουρναράκη (επιμ.), Το φύλο στην Ιστορία: Αποτιμήσεις και παραδείγματα, Ασίνη, Αθήνα 2015, σ. 189-208.
  • Δήμητρα Βασιλειάδου, «Άνδρες, ανδράρια ή ρεκλαματζίδες; Μονομαχία και πολιτική στην ελληνική πρωτεύουσα», στο Δ. Βασιλειάδου, Π. Ζεστανάκης, Μ. Κεφαλά, Μ. Πρέκα (επιμ.), (Αντι)μιλώντας στις βεβαιότητες: φύλα, αναπαραστάσεις, υποκειμενικότητες, ΟΜΙΚ, Αθήνα 2013, σ. 85-112.
  • Δήμητρα Βασιλειάδου, «Lyceum Clubs και Λύκειο των Ελληνίδων: από το πρότυπο του διεθνούς γυναικείου δικτύου στο εθνικό πρωτότυπο σωματείο», στο Έφη Αβδελά (επιμ.), Το Λύκειο των Ελληνίδων 100 χρόνια, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα 2010, σ. 97-117.
  • Δήμητρα Βασιλειάδου, «Συλλογικές δράσεις, δραστήριες ζωές. Η θεσμοθέτηση μιας γυναικείας συσπείρωσης στις αρχές του 20ού αιώνα», στο Έφη Αβδελά (επιμ.), Το Λύκειο των Ελληνίδων 100 χρόνια, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα 2010, σ. 119-143.