The Study of the Human Past

«Ένα τελευταίο ποτήρι; Αλκοόλ και αντιαλκοολισμός στην Ελλάδα (1870-1940)»

Γκοτσίνας Κωνσταντίνος

ΈρευναΗμερίδαΑποτελέσματα ΈρευναςΣύντομο ΒιογραφικόΔημοσιεύσεις

Συνοπτική Περιγραφή της Έρευνας

Η παρούσα μεταδιδακτορική έρευνα έχει ως αντικείμενο τη διάδοση του αλκοόλ και την ανάδυση της έννοιας του αντιαλκοολισμού στην ελληνική κοινωνία. Ως αφετηρία της παίρνει τη δεκαετία του 1870, κατά την οποία η αμπελοκαλλιέργεια πολλαπλασιάζεται θεαματικά στην Ελλάδα, διευρύνεται η συστηματική εγχώρια ποτοποιία και καταγράφεται αύξηση της κατανάλωσης του αλκοόλ. Ως καταληκτικό σημείο η μελέτη έχει τη δεκαετία του 1930, όταν τα κείμενα κατά του αλκοόλ πληθαίνουν και τα επιχειρήματα του σχετικού διαλόγου αποκρυσταλλώνονται.

Σκοπός της έρευνας είναι να καταγράψει την ιστορία των αλκοολούχων ποτών σε μια περίοδο που αυτά διεισδύουν στον δημόσιο χώρο και τις καταναλωτικές συνήθειες, να αναζητήσει τις ποικίλες και συχνά αποκλίνουσες αναπαραστάσεις τους, και να εξερευνήσει το περιεχόμενο, την εμβέλεια, αλλά και τα όρια του αντιαλκοολικού λόγου. Προκειμένου να απαντηθούν τα προαναφερθέντα ερωτήματα, θα επιστρατευτούν μια σειρά από πρωτογενείς πηγές και αρχεία, σε συνεχή διάλογο με την ελληνική και ξενόγλωσση βιβλιογραφία επί του θέματος, ώστε η έρευνα να λάβει υπόψη της τις πιο πρόσφατες μελέτες στο πεδίο του αλκοόλ και των ψυχοδραστικών ουσιών γενικότερα. Μέσα λοιπόν από τη μελέτη πηγών και βιβλιογραφίας, η έρευνα θα αναλύσει την αλληλεπίδραση κρατικού μηχανισμού, δρώντων υποκειμένων και φυσικών ή περιβαλλοντικών συνθηκών στην ανάπτυξη της οινοπαραγωγής και της ποτοποιίας, θα αναζητήσει καθημερινές πρακτικές με πρωταγωνιστή το αλκοόλ στην ελληνική κοινωνία του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, θα περιγράψει μορφές κοινωνικότητας όπου τα προϊόντα ζύμωσης και απόσταξης έπαιζαν καταλυτικό ρόλο, και θα ανιχνεύσει ακαδημαϊκά, εμπορικά και πολιτισμικά δίκτυα τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων.

 

Η έρευνα του κ. Γκοτσίνα ενισχύθηκε οικονομικά από το ΚΕΑΕ με τη χρηματοδότηση από το

Ημερίδα

«Αλκοόλ και αντιαλκοολισμός στην Ελλάδα, 1830-1950»

Ιστορικό Αρχείο ΕΚΠΑ
(Σκουφά 45, Κολωνάκι)
Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

 

Η ημερίδα πραγματοποιείται στο πλαίσιο της μεταδιδακτορικής έρευνας «Αλκοόλ και αντιαλκοολισμός στην Ελλάδα, 1830-1950» του Δρ. Κωστή Γκοτσίνα, που χρηματοδοτεί το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες για το έτος 2018 με την υποστήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος.

 


 

Κωστής Γκοτσίνας, Μάρω Γερμανού
Έφη Αβδελά, Ευδοκία Γιαννάτη, Κωστής Γκοτσίνας
Κώστας Παλούκης, Έφη Αβδελά, Ευδοκία Γιαννάτη, Κωστής Γκοτσίνας
Γιώργος Ανδρίτσος, Γιάννης Γιαννιτσιώτης, Νίκος Κοκκομέλης, Άννα Πούπου
Γιώργος Ανδρίτσος, Γιάννης Γιαννιτσιώτης, Νίκος Κοκκομέλης, Άννα Πούπου
Τρύφων Μπαμπίλης, Κωστής Γκοτσίνας, Daniel-Joseph MacArthur-Seal, Malte Fuhrmann

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Πρόγραμμα Ημερίδας 

1η Συνεδρία: Το αλκοόλ στην Ανατολική Μεσόγειο, 19ος-20ός αιώνας
1st Session: Alcohol in Eastern Mediterranean, 19th -20th c.

Συντονιστής / Moderator:
Κωστής Γκοτσίνας (Γαλλική Σχολή Αθηνών – Πανεπιστήμιο Κρήτης / French School at Athens – University of Crete)

Χαιρετισμός εκ μέρους του Κέντρου Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες
Welcome on behalf of the Research Centre for the Humanities

14:30-14:50   Malte Fuhrmann (Leibniz-Zentrum Moderner Orient)
The Drink of a New Generation: Beer Production and Consumption in Late Ottoman Times
Το ποτό μιας νέας γενιάς: Η παραγωγή και η κατανάλωση μπύρας στην ύστερη οθωμανική περίοδο

14:50-15:10   Daniel-Joseph MacArthur-Seal (Hong Kong Baptist University)
States of Drunkenness: Alcohol Consumption in Istanbul under Allied and Ottoman Administrations, 1918-1923
Καταστάσεις μέθης: Η κατανάλωση αλκοόλ στην Κωνσταντινούπολη υπό συμμαχική και οθωμανική διοίκηση, 1918-1923

15:10-15:30   Tryfon Bampilis (Netherlands Institute in Athens)
Practices and Perceptions on Alcoholic Spirits in Greece after the World War 2
Πρακτικές και αντιλήψεις για τα οινοπνευματώδη στην Ελλάδα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

15:30-16:00   Συζήτηση / Discussion

16:00-16:15   Διάλειμμα / Break

 

2η Συνεδρία: Αντιαλκοολικοί λόγοι
2nd Session: Anti-alcohol discourses

Συντονίστρια / Moderator:
Έφη Αβδελά (Πανεπιστήμιο Κρήτης / University of Crete)

16:15-16:35   Ευδοκία Γιαννάτη (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης / Aristotle University of Thessaloniki)
«Το οινόπνευμα υπήρξεν ο φοβερώτερος και πλέον επικίνδυνος εχθρός της γυναικείας ευτυχίας»: ο γυναικείος λόγος κατά του αλκοολισμού. Εφημερίς των Κυριών, 1897-1917
‘Alcohol has been the most dreadful and dangerous enemy of women’s happiness’: Female Discourses against Alcoholism. The Journal ‘Ephimeris ton Kyrion’, 1897-1917

16:35-16:55   Κώστας Παλούκης (Πανεπιστήμιο Κρήτης / University of Crete)
O αντι-αλκοολισμός στο σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα του ελληνικού μεσοπολέμου
Anti-alcoholism in the Socialist and Communist Movement of the Greek Interwar Years

16:55-17:15   Κωστής Γκοτσίνας (Γαλλική Σχολή Αθηνών – Πανεπιστήμιο Κρήτης / French School at Athens – University of Crete)
«Μύσται του Ασκληπιού» ή «οπαδοί του κερδώου Ερμού»; Οι Έλληνες ψυχίατροι και ο αλκοολισμός στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα
‘Disciples of Asclepius’ or ‘Advocates of Hermes’? Greek Psychiatrists and Alcoholism in early-20th century Greece

17:15-17:45   Συζήτηση / Discussion

17:45-18:00   Διάλειμμα / Break

 

3η Συνεδρία: Καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις του αλκοόλ και του αλκοολισμού
3rd Session: Art representations of alcohol and alcoholism

Συντονιστής / Moderator:
Γιάννης Γιαννιτσιώτης (Πανεπιστήμιο Αιγαίου / University of the Aegean)

18:00-18:20   Νίκος Κοκκομέλης (Ιόνιο Πανεπιστήμιο / Ionian University)
«Ένα ποτηράκι του λικέρ με πίπερμαν και ένα ποτήρι σαμπάνια ανήκουν στην καλή κοινωνική  τάξη των ποτών»: ποιο αλκοόλ για ποια κοινωνία; κατανάλωση, ιδεολογία και ελαφρότητα στο Γκαρσόν ένα ουίσκυ» (1932) του Άγγελου Δόξα
‘A glass of pippermint and a flute of champagne belong to the drinkers’ good social class’: Which Alcohol for Which Society? Consumption, Ideology, and Frivolity in Angelos Doxas’ ‘Garçon, a whiskey’ (1932)

18:20-18:40   Άννα Πούπου (Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο / Hellenic Open University)
Ζαλισμένα πλάνα: σκηνοθετώντας το αλκοόλ και τη μέθη στον ελληνικό κινηματογράφο
Dizzy Shots: Directing Alcohol and Drunkeness in Greek Cinema

18:40-19:00   Γιώργος Ανδρίτσος (Πάντειο Πανεπιστήμιο / Panteion University)
Ο αλκοολισμός στον ελληνικό κινηματογράφο: Η περίπτωση της ταινίας «Ο Μεθύστακας»
Alcoholism in Greek Cinema: The Case of the Film ‘O methystakas’ [The Drunkard]

19:00-19:30  Συζήτηση / Discussion

19:30-20:30  Κλείσιμο της ημερίδας / Closing reception

Επιστημονική επιτροπή: Έφη Αβδελά (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Γιάννης Γιαννιτσιώτης (Πανεπιστήμιο Αιγαίου), Κωστής Γκοτσίνας (Γαλλική Σχολή Αθηνών / Πανεπιστήμιο Κρήτης)


Πρόγραμμα Ημερίδας (PDF)

Αφίσα Ημερίδας (JPG)

Βιογραφικά Ομιλητών και Περιλήψεις Ανακοινώσεων (PDF)

Έρευνα: «Ένα τελευταίο ποτήρι; Αλκοόλ και αντιαλκοολισμός στην Ελλάδα (1870-1940)»

Ερευνητής: Δρ. Κωστής Γκοτσίνας

Η έρευνα «Ένα τελευταίο ποτήρι; Αλκοόλ και αντιαλκοολισμός στην Ελλάδα (1870-1940)» χρηματοδοτήθηκε από το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (ΚΕΑΕ) για το έτος 2018, με την υποστήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος.

Το αλκοόλ, όπως και τα ναρκωτικά ή ο καπνός, συγκαταλέγεται στις λεγόμενες ψυχοδραστικές ή ψυχοτρόπες ουσίες, που επηρεάζουν τη διάθεση, τα συναισθήματα, τις αισθήσεις, την αντίληψη εκείνου ή εκείνης που το καταναλώνει. Οι ουσίες αυτές, ωστόσο, δεν είναι απλώς χημικές ενώσεις ή καταναλωτικά είδη: λειτουργούν συγχρόνως ως πρίσματα που μας επιτρέπουν να προσεγγίσουμε μια ορισμένη κοινωνία από πολλές πλευρές. Έτσι, η ιστορία του αλκοόλ δεν είναι μόνο μια ιστορία της διατροφής, αλλά και πολιτική ιστορία (με την εξέταση για παράδειγμα της νομοθεσίας και της φορολογίας), οικονομική ιστορία (αγροτική παραγωγή και βιομηχανία που σχετίζονται με την οινοποιία και την οινοπνευματοποιία), κοινωνική ιστορία (καταναλωτικές τάσεις και ψυχαγωγικές πρακτικές), πολιτισμική ιστορία (καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις του αλκοόλ και της χρήσης του), διανοητική ιστορία και ιστορία των επιστημών (γέννηση και διάδοση της έννοιας του «αλκοολισμού»).

Σε αυτή τη λογική εντάσσεται και η έρευνα «Ένα τελευταίο ποτήρι; Αλκοόλ και αντιαλκοολισμός στην Ελλάδα (1870-1940)», που υποστηρίχτηκε από το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες και χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος για το 2018. Όπως προκύπτει από τον τίτλο, η έρευνα έχει δύο σκέλη: από τη μία μεριά την ιστορία των αλκοολούχων ποτών, προϊόντων ζύμωσης ή απόσταξης στην Ελλάδα, και από την άλλη μεριά την ανάπτυξη ενός κινήματος, ιατρικού αλλά όχι μόνο, κατά του αλκοόλ και υπέρ της μετριοπαθούς χρήσης ή της αποχής. Με βάση αυτές τις δύο πτυχές προέκυψαν και τα χρονολογικά όρια της έρευνας: ως αφετηρία της παίρνει τη δεκαετία του 1870, κατά την οποία η αμπελοκαλλιέργεια πολλαπλασιάζεται θεαματικά στην Ελλάδα ως απάντηση στην επιδημία φυλλοξήρας στη Δυτική Ευρώπη, διευρύνεται η συστηματική εγχώρια ποτοποιία και καταγράφεται αύξηση της κατανάλωσης του αλκοόλ. Ως καταληκτικό σημείο η μελέτη έχει τη δεκαετία του 1930, όταν τα κείμενα κατά του αλκοόλ πληθαίνουν και τα επιχειρήματα του σχετικού διαλόγου αποκρυσταλλώνονται.

1) Το αλκοόλ

Επί χιλιετίες το κρασί υπήρξε αναπόσπαστο συστατικό της λεγόμενης μεσογειακής διατροφής, αποτελώντας σημαντικό θερμιδικό συμπλήρωμα για τους πληθυσμούς της μεσογειακής λεκάνης. Αναφέρεται έτσι ότι το 1840 ένας εύπορος Αθηναίος έμπορος αγόραζε καθημερινά για την οικογένειά του 3,2 κιλά ψωμί, 2,2 κιλά κρασί και 1,2 κιλό κρέατος[1]. Συγχρόνως, από τη λατρεία του Διονύσου και του Βάκχου μέχρι το χριστιανικό μυστήριο της Ευχαριστίας, το κρασί κατείχε κεντρική θέση στις παραδόσεις που απετέλεσαν τους δύο ιδεολογικούς πυλώνες του ελληνικού Κράτους, το οποίο ιδρύθηκε σε μια περιοχή όπου αναπτύχθηκε αυτό που κάποιοι ανθρωπολόγοι ονόμασαν «υγρό» πολιτισμό[2]. Πέρα από το κρασί, από τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους αναφέρεται στη βαλκανική χερσόνησο και η παραγωγή αποσταγμένων αλκοολούχων ποτών (ρακή) που με την πάροδο του χρόνου θα ενταχθούν και αυτά στις καθημερινές συνήθειες και τις κοινωνικές τελετουργίες των ανθρώπων.

  α) Η παραγωγή αλκοόλ

Επομένως, όταν δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος, η βιοτεχνική παραγωγή, η εμπορία και η κατανάλωση οινοπνευματωδών δεν ήταν άγνωστες. Οι προοπτικές αυτού του οικονομικού πεδίου έγιναν αντιληπτές από τα πρώτα χρόνια κιόλας της βαυαρικής διακυβέρνησης, όπως φανερώνουν η επιβολή έγγειου φόρου επί των οίνων (1834), η εισαγωγή κλημάτων, η αποστολή υποτρόφων στο εξωτερικό για να εκπαιδευτούν στην οινοποιία, η μετάκληση ξένων οινολόγων ή η δημιουργία πρότυπου οινοποιείου στην πρωτεύουσα.[3] Ενδεικτικό του σχετικού ενδιαφέροντος είναι το παρακάτω απόσπασμα από ένα εγχειρίδιο περί οινοποιίας, που δημοσιεύτηκε το 1841: «Η κατάργησις της ρητίνης και του γύψου πρέπει να πραγματοποιηθεί, και η καλώς εννοουμένη οινοποιΐα να εισαχθή εις την Ελλάδα, διότι ο φόρος, τον οποίον μας επιβάλλουν τα ξένα έθνη, είναι σφόδρα βαρύς.»[4]

Επιπλέον, στις δεκαετίες του 1850 και του 1860 ιδιωτικές επιχειρηματικές πρωτοβουλίες κατέληξαν στη δημιουργία των πρώτων οινοποιείων, ζυθοποιείων και αποστακτηρίων στον ελληνικό χώρο (Εταιρία της Ελληνικής Οινοποιίας και «Αχαΐα» Κλάους στην Πάτρα, Οινουργική Εταιρία Κεφαλληνίας, ζυθοποιία Ιωάννη Φιξ στην Αθήνα, ποτοποιία Κατσάρου στον Τύρναβο κ.ά.). Κάποιες από αυτές τις προσπάθειες δεν ευδοκίμησαν, άλλες όμως ανθοφόρησαν, ενώ τις επόμενες δεκαετίες νέες μονάδες προστέθηκαν στον βιομηχανικό χάρτη της χώρας, συν τοις άλλοις και με την προσάρτηση νέων περιοχών στο ελληνικό κράτος (οινοποιία Άμβουργερ στην Πάτρα, Ζάνος-Roche και Ελληνική Εταιρία Οίνων και Οινοπνευμάτων στην Αθήνα, Καμπά στην Κάντζα Αττικής, Μεταξά στον Πειραιά, Μπουτάρη στη Νάουσα, καθώς και οι ζυθοποιίες «Όλυμπος» και «Νάουσα» στη Θεσσαλονίκη, Μάμου στην Πάτρα και Κλωναρίδη στην Αθήνα).

Μια καθοριστική παράμετρος για την ανάπτυξη της ελληνικής οινοποιίας και οινοπνευματοποιίας υπήρξε η σταφιδική κρίση.[5] Όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή, η καταστροφή από την επιδημία φυλλοξήρας κατά τη δεκαετία του 1870 ώθησε τους Γάλλους οινοποιούς να αναζητήσουν αλλού την πρώτη τους ύλη, ευνοώντας σημαντικά την καλλιέργεια της σταφιδαμπέλου στην Ελλάδα. Όταν όμως λίγα χρόνια αργότερα ο γαλλικός αμπελώνας επανέκαμψε, η ελληνική παραγωγή σταφίδας, που στο μεταξύ είχε αυξηθεί κατακόρυφα για να καλύψει τη μεγάλη ζήτηση, άρχισε να συσσωρεύεται και να μένει αδιάθετη στις αποθήκες. Για τον λόγο αυτό, η σταφιδοπαραγωγή διοχετευόταν στις βιομηχανίες οινοπνεύματος, καθορίζοντας και τον χαρακτήρα της οινοπαραγωγής, καθώς η σταφίδα προτιμόταν ως πρώτη ύλη αντί για το χλωρό σταφύλι.[6] Στη διαδικασία αυτή ο ρόλος του Κράτους υπήρξε πρωταγωνιστικός, αφού το 1906 προώθησε τη δημιουργία της Ελληνικής Εταιρίας Οίνων και Οινοπνευμάτων, με σκοπό την απορρόφηση του πλεονάσματος της σταφιδοπαραγωγής.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, λοιπόν, οι τρεις κλάδοι της βιοτεχνίας και βιομηχανίας αλκοόλ (οινοποιία, ζυθοποιία και οινοπνευματοποιία) είχαν αναπτυχθεί σημαντικά και μάλιστα η ελληνική παραγωγή τροφοδοτούσε τις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου, όπως για παράδειγμα την Αίγυπτο. Όπως ήταν φυσικό, όσοι θεωρούσαν πως η ανάπτυξη της βιομηχανίας αποτελούσε απαραίτητη συνθήκη για την οικονομική ανάκαμψη του ελληνικού κράτους, ειδικά μετά την πτώχευση του 1893, εναπόθεταν πολλές ελπίδες στον κλάδο της οινοπνευματοποιίας και οινοπαραγωγής. Για παράδειγμα, το 1894 ο Όθωνας Ρουσόπουλος, ιδρυτής της Βιομηχανικής και Εμπορικής Ακαδημίας, οραματιζόταν το μέλλον της Ελλάδας την επόμενη δεκαετία ως εξής: «Βλέπω εις πάσαν αυτής γωνίαν οιναποθήκας κολοσσιαίας, ενεχούσας συστοιχίας οινοδοχείων πλήρων θεσπεσίων οίνων και αποτελούσας είδος προπυργίου κατά της οικονομικής καχεξίας[7] Από τη μεριά τους, οι παραγωγοί διεκδικούσαν ευνοϊκές συνθήκες για να συνεχίσουν και να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους. Σε αρκετές περιστάσεις μάλιστα ζυθοποιοί, οινοποιοί, οινοπνευματοποιοί ή χονδρέμποροι απεύθυναν στις Αρχές ψηφίσματα και υπομνήματα προωθώντας τα συμφέροντά τους. Το 1908, για παράδειγμα, με ένα τέτοιο υπόμνημα οι αμπελοκτήμονες Αττικής ζητούσαν τη λήψη μέτρων για την προστασία της οινοπαραγωγής, κάνοντας λόγο για «επαπειλούμενον παντελή οικονομικόν όλεθρον μιας των πλουτοπαραγωγικωτέρων τάξεων του Κράτους».[8] Χωρίς αμφιβολία, οι ιδιοκτήτες οινοποιίων και οι κάθε λογής παραγωγοί που παρουσιάζονταν ως «μία εκ των πλουτοπαραγωγικωτέρων τάξεων» αποτελούσαν συγχρόνως σημαντικές ομάδες πίεσης που ήταν σε θέση να υποστηρίζουν δυναμικά και συχνά επιτυχημένα τα συμφέροντά τους.

   β) Η κατανάλωση αλκοόλ

Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα το αλκοόλ γίνεται πιο ορατό στον δημόσιο χώρο, για παράδειγμα μέσω των διαφημίσεων, ενώ η κατά κεφαλήν κατανάλωση οινοπνευματωδών φαίνεται να αυξάνεται. Σύμφωνα με τον νευρολόγο και ψυχίατρο, Σιμωνίδη Βλαβιανό, που σπούδασε στο Παρίσι, ίδρυσε το πρώτο ψυχιατρικό και νευρολογικό περιοδικό το 1902 και αφιέρωσε τη διατριβή του επί υφηγεσία στον αλκοολισμό, «μέχρι του 1870, ακόμη και μέχρι του 1880 ο Έλλην, το πολύ μέρος των Ελλήνων, ηγνόει τι εστί οινόπνευμα, χρήσιν δε μόνον σχεδόν φαρμακευτικήν εποιείτο της ρακής, ης την παρασκευήν κατ’ οίκον μικρά τις μερίς εξέμαθε και του κονιάκ· ου μην αλλά και του οίνου μετρίως μετελάμβανον οι γονείς ημών και τας θυσίας τω Βάκχω σπανιωτάτας προσήνεγκον»[9]. Μια τέτοια άποψη μοιάζει ίσως υπερβολική, πάντως και ένας άλλος ψυχίατρος ο Μιχαήλ Γιαννήρης, υποδιευθυντής του Δρομοκαϊτείου, έγραφε την ίδια περίοδο πως «η κατανάλωσις των οινοπνευματωδών εν Ελλάδι βαίνει αύξουσα (επειδή μέχρι του 1885 ανήρχετο εις 1,000,000 οκάδων, κατά δε τα τελευταία ταύτα έτη ανήλθεν εις 4,000,000 ετησίως» – παρ’ ότι δεν διαπίστωνε έξαρση του «αλκοολισμού».[10]

Η όποια αύξηση αυτή της κατανάλωσης μπορεί να συνδεθεί τόσο με την αύξηση της εγχώριας παραγωγής που σκιαγραφήθηκε πιο πάνω όσο και με την εδραίωση των ιατρικών χρήσεων του αλκοόλ. Για παράδειγμα, αναφέρεται ότι η βιομηχανία του κονιάκ τονώθηκε όταν το ποτό χορηγήθηκε αφειδώς από τους γιατρούς κατά την επιδημία κοιλιακού τύφου του 1881 στην πρωτεύουσα,[11] γεγονός που αφενός συνετέλεσε στη διάδοση του κονιάκ στην Ελλάδα και αφετέρου αναδεικνύει μια άλλη διάσταση της κατανάλωσης οινοπνευματωδών πέραν της οικονομικής, την ιατρική. Πράγματι, στη διάρκεια του 19ου αιώνα αλλά και αργότερα, το αλκοόλ χρησιμοποιήθηκε ως πρώτη ύλη σε τονωτικά σκευάσματα και «ιατρικούς οίνους» (vins médicinaux) που χορηγούνταν για μια σειρά ασθενειών και παθολογικών καταστάσεων, από τον πυρετό μέχρι την ανορεξία και την αδυναμία. Είναι ενδεικτικό ότι μια ελληνική φαρμακοποιία του 1883, βασισμένη σε γαλλικά πρότυπα, περιείχε περισσότερα από 30 σκευάσματα με βάση το κρασί.[12]

Συγχρόνως, η κατανάλωση αλκοόλ ευνοήθηκε από μια σειρά κοινωνικοπολιτισμικών μεταβολών που σχετίζονταν με τη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου, την ανάδυση νέων προτύπων διασκέδασης και την επιτυχία χώρων κατανάλωσης αλλά και κοινωνικοποίησης όπως οι ταβέρνες, τα καπηλειά ή τα ζυθοπωλεία. Οι χώροι αυτοί, που έχουν αποτελέσει αντικείμενο της ανθρωπολογικής έρευνας και για την περίπτωση της Ελλάδας, αποτελούσαν ήδη μέρος της ανδρικής κοινωνικοποίησης,[13] ενώ νέα ποτά που εμφανίστηκαν δίπλα στα «παραδοσιακά» ποτά όπως το κρασί ή το ούζο μπορούσαν να αποτελέσουν σημείο κοινωνικής διάκρισης ή συστατικό στοιχείο ταυτότητας. Για παράδειγμα, στο διήγημα «Ο Αμερικάνος» του Παπαδιαμάντη που δημοσιεύτηκε το 1891, ένας μετανάστης επιστρέφει στη γενέτειρά του και επισκέπτεται το καφενείο, λέγοντας στον καφετζή: «– Ναι, ειμπορείς ελόγου σου να κάμης πόντς; – Μετά χαράς, είπεν ο μπάρμπ’ Αναγνώστης. Και προσπαθήσας ν’ ανακαλέση εις την μνήμην τας αρχαίας γνώσεις του, εδοκίμασε να κατασκευάση πόντσι, αλλά το ρούμι δεν άναπτε, και ούτω το προσέφερεν όπως – όπως εις τον ξένον».[14] Όπως φαίνεται και από το απόσπασμα αυτό, το αλκοόλ βρίσκει θέση σε πληθώρα πολιτισμικών εκφράσεων της εποχής, όπως η λογοτεχνία, αλλά και το θέατρο και η επιθεώρηση, το ελαφρό και το λαϊκό τραγούδι ή η οπερέτα.

Επομένως, από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του ελληνικού κράτους και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, μια σειρά παραγόντων ευνοούσαν την παραγωγή και την κατανάλωση του αλκοόλ στις διάφορες μορφές του: παράγοντες πολιτισμικοί, παράγοντες πολιτικοί, παράγοντες οικονομικοί, αλλά και παράγοντες δημοσιονομικοί. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ουσίες όπως το αλκοόλ αποτέλεσαν σημαντική πηγή προσόδου για το κράτος και το 1883 η κυβέρνηση Τρικούπη επέβαλε φόρο κατανάλωσης στο οινόπνευμα, φορολογία που καταργήθηκε δέκα χρόνια αργότερα, ακριβώς στα πλαίσια της προσπάθειας να αντιμετωπιστεί η σταφιδική κρίση.[15] Η κατάργηση της φορολογίας υπήρξε όμως σύντομη, αφού το μέτρο επανατέθηκε σε ισχύ το 1899. Μάλιστα, στις αρχές του 20ού αιώνα ένα μέρος των εσόδων αποδιδόταν στο Ταμείο Εθνικής Αμύνης, που είχε συσταθεί για τον πολεμικό εξοπλισμό της χώρας μετά την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.[16]

2) Ο αντιαλκοολισμός

Την ίδια περίοδο, όμως, οι αρνητικές επιπτώσεις της κατανάλωσης αλκοόλ αρχίζουν να γίνονται αντιληπτές ως συμπτώματα μιας «κοινωνικής νόσου» που απειλεί τόσο το άτομο όσο και ευρύτερα την κοινωνία.[17] Σύμφωνα με την οπτική αυτή η κατανάλωση αλκοόλ έπαυε να αποτελεί μια ιδιωτική πρακτική και αναγόταν σε δημόσιο πρόβλημα που συνδεόταν με θεματικές ιδιαίτερα διαδεδομένες στον δημόσιο λόγο, όπως ο εκφυλισμός και το μέλλον της «φυλής» ή η εγκληματικότητα. Τέτοιες καταγγελίες προέρχονταν από διάφορες πλευρές, όπως για παράδειγμα από τις πρώτες φεμινίστριες ή τους σοσιαλιστές, ομάδες δηλαδή που στο πρόγραμμά τους ενέτασσαν την αναμόρφωση της κοινωνίας και των κακώς κειμένων της.

   α) Η εισαγωγή της έννοιας του αλκοολισμού

Βέβαια, η διατύπωση των σχετικών ανησυχιών προϋπέθετε την ύπαρξη του ανάλογου διανοητικού και εννοιολογικού πλαισίου που προέκυψε μέσα από δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις, εμφανείς στο επίπεδο της ορολογίας. Χαρακτηριστική από την άποψη αυτή (αλλά και του ενδιαφέροντος που αναπτύσσεται στο γύρισμα του 20ού αιώνα για τις ιατρικές πτυχές της κατανάλωσης αλκοόλ) είναι η συνεδρία με θέμα τις «εξ οινοπνεύματος παθήσε[ις] εν Ελλάδι» στα πλαίσια του 2ου Πανελληνίου Ιατρικού Συνεδρίου, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Μάιο του 1903.[18] Στη συνεδρία συμμετείχαν οι σημαντικότεροι νευρολόγοι και ψυχίατροι της χώρας. Οι δύο βασικοί εισηγητές, ο Μιχαήλ Κατσαράς και ο Μιχαήλ Γιαννήρης, περιέγραψαν στις ανακοινώσεις τους τις δυσμενείς επιπτώσεις του αλκοόλ στον ανθρώπινο οργανισμό. Ο μεν Κατσαράς, καθηγητής στην έδρα «Νευρολογίας και Φρενιτίδων Νόσων» από τη δημιουργία της το 1897, μίλησε για τις νευρικές παθήσεις και φρενίτιδες λόγω της κατανάλωσης αλκοόλ κάνοντας λόγο περί «οινοπνευματώσεως» ή περί «αψινθισμού»· ο δε Γιαννήρης, διευθυντής του Δρομοκαϊτείου, του σημαντικότερου ψυχιατρικού ιδρύματος της χώρας την περίοδο εκείνη, παρουσίασε κάποια στοιχεία σχετικά με τις εισαγωγές ασθενών με διάγνωση αλκοολικές φρενοπάθειες στο θεραπευτήριο και στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας προτιμώντας τη χρήση τού όρου «αλκοολισμός».

Πράγματι, ο «αλκοολισμός» με τα παράγωγά του χρειάστηκαν κάποιες δεκαετίες μέχρι να καθιερωθούν στον ελληνικό δημόσιο ή επιστημονικό λόγο. Στο λεξικό όρων του Στέφανου Κουμανούδη, που κυκλοφόρησε το 1900, συναντάμε για παράδειγμα τον όρο «οινοπνευματισμός» που προτείνεται ως απόδοση του γαλλικού «alcoolisme» και που συνυπάρχει με όρους όπως «οινοπνευμάτωσις», «οινοπνευματίασις» ή «αψινθισμός».[19] Ένας άλλος παρεμφερής όρος που καταγράφει ο Κουμανούδης είναι η «διψομανία»: σύμφωνα με το περιοδικό Εστία του Ιουλίου 1891, «πολλοί καθίστανται διψομανείς ροφώντες βαθμηδόν καθ’ εκάστην εις ωρισμένην ώραν ποτόν τι οιονδήποτε, το οποίον συνηθίζουν και δεν δύνανται πλέον να στερηθώσι».[20] Ο όρος αυτός προέρχεται από μια μελέτη που δημοσίευσε το 1819 ο Ρωσο-γερμανός γιατρός Carl von Brühl-Cramer και μετέφρασε ο Πρώσος γιατρός Christoph Wilhelm Hufeland που δεν ήταν άγνωστος στους Έλληνες γιατρούς και ψυχιάτρους.[21] Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο υφηγητής νευρικών και φρενικών νόσων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τηλέμαχος Μιταυτσής, κατέτασσε τη «διψομανία» στις ορμές των «εκφύλων» και συνέχιζε περιγράφοντας τη διαφορά ανάμεσα στον «διψομανή» και τον «καθ’ έξιν οινοπότην και αλκοολικόν», καθώς ο τελευταίος επιδιδόταν στην καθημερινή κατανάλωση αλκοόλ και προτιμούσε ένα συγκεκριμένο ποτό, ενώ ο πρώτος ενεργούσε υπό την επίδραση παροξυσμών πίνοντας τεράστιες ποσότητες οποιουδήποτε υγρού.[22] Στην πραγματικότητα η διαφορά μεταξύ «διψομανίας» και «αλκοολισμού» ήταν βαθύτερη, καθώς η πρώτη συνιστούσε μια αλλαγή επιστημονικού παραδείγματος και μια χειραφέτηση από ηθικές αξιολογήσεις.[23] Όπως έγραφε ο Κατσαράς στο εγχειρίδιό του Παθολογία των νεύρων και ψυχιατρική (1898) που αποτέλεσε για δεκαετίες σύγγραμμα αναφοράς, «Εν μεν τη οινοποσία πρόκειται περί ελαττώματος ηθικού, εν δε τη διψομανία περί νοσηράς ενσυνειδήτου και ακατασχέτου προς πόσιν ορμής», αφού στη δεύτερη περίπτωση υπαίτιος θεωρείτο ο ερεθισμός του σχετικού εγκεφαλικού κέντρου που ήταν ανεξάρτητος από τη βούληση του «διψομανούς».[24]

Παράλληλα με τη «διψομανία» στην Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα χρησιμοποιήθηκε και ο όρος «αλκοολισμός», που προέρχεται από το έργο του Σουηδού γιατρού Magnus Huss, ο οποίος, στηριζόμενος σε προγενέστερες θεωρίες, συγκέντρωσε στα μέσα του 19ου αιώνα κάτω μία ενιαία νοσογραφική κατηγορία τις αρνητικές επιπτώσεις του αλκοόλ στον ανθρώπινο οργανισμό.[25] Για παράδειγμα, στην ελληνική μετάφραση του εγχειριδίου του Heinrich Schüle Κλινική πραγματεία περί των φρενικών νόσων από τον Μιταυτσή περιλαμβάνεται ένα κεφάλαιο με τον τίτλο «Αλκοολισμός και αλκοολικαί φρενοβλάβειαι».[26] Και σε ένα λιγότερο ακαδημαϊκό, πιο εκλαϊκευτικό πλαίσιο, μια σειρά άρθρων της Ακροπόλεως που δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1897 είχε ως θέμα «Αι μεγάλαι κοινωνικαί πληγαί εν Ευρώπη. Ο αλκοολισμός, η τρέλλα, αι αυτοκτονίαι», οι οποίες διόλου τυχαία αποδίδονταν στην αλλοδαπή και μακριά από την Ελλάδα.[27] Και για όσους διατηρούσαν επιφυλάξεις για τη χρήση του όρου «αλκοολισμός», στις αρχές του 20ού αιώνα ο καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Γεώργιος Χατζηδάκις την ενθάρρυνε σε μια επιστολή του προς τον Σιμωνίδη Βλαβιανό, θεωρώντας πως η λέξη «αύτη κατέστη ήδη κτήμα ου μόνον της επιστήμης, αλλά και της συνήθους ημών γλώσσης».[28] 

   β) Ο ιατρικός λόγος κατά του αλκοολισμού

Με άλλα λόγια, στα τέλη του 19ου αιώνα, το λεξιλόγιο και το εννοιολογικό πλαίσιο για τη μελέτη και την περιγραφή της «χρονίας δηλητηριάσεως δι’ οινοπνεύματος» είχαν πλέον διαμορφωθεί και στην Ελλάδα. Όπως προαναφέρθηκε, διάφορες κοινωνικές, πολιτικές ή επαγγελματικές ομάδες ενδιαφέρθηκαν για το φαινόμενο. Μια από αυτές ήταν και οι νευρολόγοι και ψυχίατροι, οι οποίοι εξέφραζαν την ανησυχία τους καθώς καταγράφονταν τα πρώτα περιστατικά εισαγωγών σε ψυχιατρικά ιδρύματα ατόμων με διαγνώσεις όπως αλκοολική φρενίτιδα, αλλά και οι πρώτοι θάνατοι από χρόνια ή οξεία δηλητηρίαση από αλκοόλ.[29] Έτσι, ήδη από το πρώτο τεύχος της Ψυχιατρικής και Νευρολογικής Επιθεωρήσεως, του πρώτου ψυχιατρικού περιοδικού στην Ελλάδα, δημοσιεύονται άρθρα σχετικά με τον αλκοολισμό. Στο δεύτερο μάλιστα τεύχος, του Οκτωβρίου 1902, ο συντάκτης και διευθυντής της, ο Σιμωνίδης Βλαβιανός, κήρυττε αντιαλκοολική εκστρατεία και δημοσίευε ένα ερωτηματολόγιο με 47 ερωτήματα, με σκοπό να χαρτογραφηθεί η παραγωγή και η κατανάλωση οίνου και οινοπνευματωδών στην ελληνική επικράτεια.[30]

Ασφαλώς, τα κίνητρα των νευρολόγων και ψυχιάτρων δεν ήταν αποκλειστικά η ανησυχία για τις επιπτώσεις του αλκοόλ και η φροντίδα για το κοινωνικό σώμα, αλλά και η επιθυμία να επιβεβαιώσουν την επιστημονική τους αυθεντία, καθώς και την αυτονομία τους έναντι των γιατρών, καθώς η ψυχιατρική έκανε τα πρώτα της βήματα στην Ελλάδα στο γύρισμα του 20ού αιώνα. Αν ο Σίμων Αποστολίδης, γιατρός, διευθυντής του ελληνικού Φρενοκομείου στην Κωνσταντινούπολη (1894-1906) και συγγραφέας μιας μελέτης για τις ψυχώσεις (1889), έγραφε το 1908 ότι «Ευχής έργον θα ήτο εάν επρωτοστάτουν εις τον ιερόν αγώνα κατά του αλκοολισμού εν Ελλάδι και εν γένει υπέρ της υγιεινής οι συνάδελφοι ιατροί, ως εις τας άλλας χώρας συμβαίνει»,[31] ο Σιμωνίδης Βλαβιανός υποστήριζε σε μια ομιλία του το 1907: «εσμέν ηθικώς υπεύθυνοι οι νευρολόγοι και ψυχίατροι της Ελλάδος, είτα δε και πάντες οι άλλοι ιατροί, αν μη ανακόψωμεν το προϊόν και αύξον ρεύμα του κακού διά πάσης προσπαθείας.»[32]

Με βάση τις παρατηρήσεις τους, αλλά και την πλούσια ξένη βιβλιογραφία που φαίνεται πως παρακολουθούσαν, οι Έλληνες νευρολόγοι και ψυχίατροι περιέγραφαν τις επιπτώσεις του αλκοόλ στον ανθρώπινο οργανισμό, στην ψυχική υγεία, τον κοινωνικό ιστό, τη δημόσια τάξη ή τη ζωτικότητα της «φυλής».[33] Σύμφωνα με τα γραπτά τους, λοιπόν, οι αλκοολικοί υπέφεραν στα πρώτα στάδια από ελαττωμένη μνήμη, πονοκεφάλους, αϋπνία, εφιάλτες και μεταπτώσεις στη διάθεσή τους. Καθώς αυξανόταν η κατανάλωση του αλκοόλ, εκτός από οργανικές βλάβες, όπως έλκος στομάχου, κίρρωση ήπατος ή υπερτροφία της καρδιάς, προκαλούνταν νευρολογικές και ψυχολογικές παθήσεις, σύμφωνα με τις νοσολογικές κατηγορίες της εποχής, όπως οξεία ή χρόνια αλκοολική φρενίτις, προΐουσα καθολική παράλυση, τρομώδες παραλήρημα, φρενοβλάβεια, υστερία κ.λπ. Στις παθολογικές αυτές καταστάσεις και νοσολογικές κατηγορίες, προστίθεντο ευρύτερα ζητήματα που αφορούσαν το κοινωνικό σύνολο, όπως ένδεια, η εγκληματικότητα, η επιβαρυμένη κληρονομικότητα, και τελικά ο «εκφυλισμός».

Ως θεραπεία, οι ειδικοί πρότειναν διάφορες μεθόδους, ως συμπλήρωμα φυσικά της αποχής από το ποτό, όπως την ύπνωση, ενέσεις στρυχνίνης ή ορροθεραπείες.[34] Και για να καταπολεμήσουν τον αλκοολισμό και τις επιπτώσεις του στο άτομο και την κοινωνία, καλούσαν για τη λήψη μιας σειράς μέτρων. Κάποια από αυτά περιλάμβαναν την κρατική παρέμβαση και τη νομοθεσία. Το ενδεχόμενο της απαγόρευσης δεν ήταν εκτός συζήτησης και οι Έλληνες συγγραφείς αναφέρονταν σε ανάλογα μέτρα που είχαν ληφθεί σε διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ, πριν ακόμα από την επιβολή της ποτοαπαγόρευσης σε ομοσπονδιακό επίπεδο – ωστόσο ακόμα και οι πιο αδιάλλακτοι από αυτούς παραδέχονταν ότι η αυστηρή απαγόρευση είχε λίγες πιθανότητες να επιτύχει εκτός των αγγλοσαξονικών χωρών. Άλλοι πρότειναν νομοθετικά μέτρα όπως την τροποποίηση του ωραρίου των καπηλειών, την αύξηση του αντιτίμου για την άδεια οινοπώλη ή τη μείωση του αριθμού των αδειών, τη βαρύτερη φορολόγηση των αλκοολούχων ποτών.[35] Εξεταζόταν επίσης το ενδεχόμενο της σύστασης ενός κρατικού μονοπωλίου αλκοόλ, όπως συνέβαινε με άλλα προϊόντα σαν τα σπίρτα ή το τσιγαρόχαρτα. Μια άλλη κατηγορία μέτρων ήταν προφυλακτικά, με στόχο την πρόληψη του αλκοολισμού, μέσω διαλέξεων, δημοσιεύσεων, ειδικών μαθημάτων στα σχολεία για τους κινδύνους του αλκοόλ, δημιουργία συλλόγων και ενώσεων, δημιουργία λαϊκών λεσχών όπου δεν θα προσφερόταν αλκοόλ, και γενικά βελτίωση των όρων διαβίωσης και διατροφής των εργατικών τάξεων, καθώς η φτώχεια θεωρείτο μια από τις βασικές αιτίες της διάδοσης του αλκοολισμού. Κάποιοι τέλος συνιστούσαν τη δημιουργία ασύλων για τον εγκλεισμό των αλκοολικών ή εκείνων που διασάλευαν τη δημόσια τάξη σε κατάσταση μέθης.

   γ) «Απόλυτος εγκράτεια» ή «εν μέτρω χρήση»;

Ωστόσο, οι απόψεις της ιατρικής και της ψυχιατρικής κοινότητας για τη βαρύτητα των επιπτώσεων του «αλκοολισμού», αλλά και για τη φύση και την έκταση που έπρεπε να λάβει ο αντιαλκοολικός αγώνας δεν ήταν πάντα ομόφωνες. Για παράδειγμα, στη συζήτηση που ακολούθησε τις ανακοινώσεις των Κατσαρά και Γιαννήρη στο 2ο Πανελλήνιο Ιατρικό Συνέδριο, ο Γεώργιος Καρυοφύλλης, νευρολόγος και αργότερα διευθυντής ιδιωτικής κλινικής, τάχθηκε υπέρ της άποψης ότι «το οινόπνευμα […] δεν είνε δηλητήριον, αλλά θρεπτικόν στοιχείον χρήσιμον εις την κανονικήν λειτουργίαν του ανθρωπίνου οργανισμού». Η δήλωση αυτή προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις και ο Σιμωνίδης Βλαβιανός διακήρυξε πως «ημείς ενταύθα δεν συνήλθομεν ως έμποροι αλλ’ ως ιατροί καθήκον έχοντες εν και μόνον ιερόν και υψηλόν, να διαφωτίσομεν την κοινωνίαν ως μύσται του Ασκληπιού και ουχί ως οπαδοί του κερδώου Ερμού, να διδάξωμεν την Αλήθειαν».[36]

Το επεισόδιο αυτό είναι ενδεικτικό των αποκλίσεων ή και των διαφωνιών αυτό μεταξύ των μελών του ιατρικού σώματος και ιδίως μεταξύ των νευρολόγων και ψυχιάτρων. Δίπλα στους υποστηρικτές της απόλυτης εγκράτειας, οι υποστηρικτές της «εν μέτρω χρήσεως» συχνά διέκριναν μεταξύ αποσταγμένων ποτών και προϊόντων ζύμωσης, ως μέρος ενός πιο μετριοπαθούς αντιαλκοολικού λόγου. Αυτό που υποστήριζαν ουσιαστικά οι εκφραστές του τελευταίου ήταν πως η κατανάλωση ποτών όπως το κρασί ή η μπύρα είχε είτε ψυχαγωγικό και κοινωνικό ρόλο είτε διατροφική αξία. Ενίοτε μάλιστα μια τέτοια κατανάλωση μπορούσε να παρουσιαστεί θετικά, ως προμαχώνας κατά του αλκοολισμού με τη στενή έννοια του όρου, που προκαλούσαν αποσταγμένα αμυλούχα ποτά (με βάση τα δημητριακά ή την πατάτα). Από την άλλη μεριά, εκείνοι που επιχειρηματολογούσαν υπέρ της εγκράτειας θεωρούσαν ότι το ποσοστό αιθανόλης που περιείχε ένα ποτό δεν είχε σημασία, αφού η ουσία εξακολουθούσε να είναι δηλητήριο. Κατά την άποψη αυτή ο μεθυσμένος και ο χρόνιος αλκοολικός αποτελούσαν απλώς διαφορετικά στάδια της ίδιας κατάστασης και η βλαβερή συνήθειά τους όφειλε να αντιμετωπιστεί με κάθε μέσο.

Στο τέλος της περιόδου που μας απασχολεί, ο γυναικολόγος και διευθυντής του περιοδικού Υγεία Μωυσής Μωυσείδης συνόψιζε τις διαφορετικές απόψεις υιοθετώντας ένα τριμερές σχήμα, σύμφωνα με το οποίο στο στρατόπεδο των σταυροφόρων του αντιαλκοολικού αγώνα συναντούσε κανείς τρία ρεύματα: τους «αντιαλκοολιστάς των άκρων», που δεν δέχονταν συμβιβασμούς και καταδίκαζαν το οινόπνευμα σε όλες του τις μορφές, στους «οινοφίλους και ζυθοφίλους», που προπαγάνδιζαν την όσο το δυνατόν ευρύτερη κατανάλωση των ποτών αυτών, και τέλος τους «μετριοπαθείς αντιαλκοολιστάς» που επέτρεπαν «την λογικήν και μετρίαν χρήσιν» των προϊόντων ζύμωσης, αλλά απέκλειαν κατηγορηματικά κάθε αποσταγμένο ποτό. Ο Μωυσείδης έκρινε ότι οι μετριοπαθείς βρίσκονταν πιο κοντά στην «επιστημονική αλήθεια» και ότι συγχρόνως σέβονταν τις οικονομικές, κοινωνικές και ψυχολογικές παραμέτρους του ζητήματος, υπαινισσόμενος την επίδραση του ιδιαίτερου κοινωνικο-πολιτισμικού πλαισίου στους επιστημονικούς λόγους.[37] Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν μία από τις ακροτελεύτιες φράσεις της μελέτης για τα αλκοολούχα ποτά του καθηγητή Χημείας Τροφίμων στο Πανεπιστήμιο Σπυρίδωνα Γαλανού: «ποτήριον οίνου ή ζύθου πινόμενον εις ευχάριστον συγκέντρωσιν δεν είνε επιβλαβές, αλλ’ απεναντίας συντελεί εις την επίτευξιν ευχαρίστων ωρών αναπαύσεως από των καθημερινών αγώνων της ζωής».[38]

Οι διαφορές αυτές μεταξύ πολεμίων του αλκοολισμού αποτυπώνονται ανάγλυφα σε ένα άλλο επεισόδιο, όπου ήρθαν αντιμέτωποι μέσω των γραπτών τους δύο εκφραστές αρκετά διαφορετικών αντιλήψεων. Τον Μάρτιο του 1935 ο Σπυρίδων Δοντάς, καθηγητής Φυσιολογίας στην Ιατρική Σχολή, εκφώνησε στην Ακαδημία Αθηνών έναν λόγο, ο οποίος σημειωτέον αναδημοσιεύτηκε από το Υπουργείο Γεωργίας με πρόλογο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου, Βάσου Κριμπά. Ο τίτλος της ομιλίας ήταν αρκετά εύγλωττος: «Ο οίνος κατά του αλκοολισμού». Σε αυτήν, αφού απαριθμούσε τις διάφορες βλάβες που προκαλεί το οινόπνευμα, εξυμνούσε τις αρετές του κρασιού, υποστηρίζοντας ότι «ο κατάλληλος τρόπος προς μετριασμόν, κατά το δυνατόν, του αλκοολισμού είναι η ευρυτέρα διάδοσις της χρήσεως του φυσικού οίνου, προς αντικατάστασιν των βλαβερών οινοπνευματωδών ποτών. Η μετρία χρήσις του αφθονούντος εν Ελλάδι φυσικού οίνου και ιδίως του υγιεινού ρητινίτου είναι ωφέλιμος εις τον οργανισμόν, χωρίς να φέρη βλάβην. Εις τους εργαζομένους μάλιστα και ανεπαρκώς τρεφομένους ο οίνος είναι αναγκαίον συμπλήρωμα της τροφής.»[39]

Παρόμοιες αντιλήψεις ήταν διαδεδομένες και εκτός Ελλάδας. Σε άλλες οινοπαραγωγούς χώρες, όπως στη Γαλλία, οι οπαδοί της εγκράτειας προωθούσαν το κρασί ως απάντηση στα αποσταγμένα ποτά.[40] Δεν είναι τυχαίο ότι έναν χρόνο νωρίτερα ο Δοντάς είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό Bulletin international du vin, όργανο του Διεθνούς Γραφείου Οίνου, ένα άρθρο με θέμα «Το κρασί ως τρόφιμο».[41] Αλλά, όπως και αλλού, τέτοιες απόψεις προκαλούσαν την μήνιν της πιο ανένδοτης μερίδας του ψυχιατρικού κλάδου. Έτσι, το δημοσίευμα του Δοντά οδήγησε στην απάντηση του Κωνσταντίνου Κατσαρά, ενός νευρολόγου και ψυχιάτρου με σπουδές στη Γερμανία, διευθυντή ιδιωτικής κλινικής – καθώς και γιο του Μιχαήλ Κατσαρά. Το κείμενό του δημοσιεύτηκε το 1936 και έφερε τον τίτλο «Οίνος και αλκοολισμός». Η σύζευξη των δύο στον τίτλο είναι ενδεικτική του περιεχομένου. Σε αυτό το κείμενο αμφισβητούσε τα διατροφικά οφέλη του κρασιού και του αλκοόλ γενικότερα, εξορκίζοντας τους συναδέλφους του όπως ο Δοντάς: «σταματήσατε την επικινδυνωτάτην επιστημονική σας προπαγάνδα διά του συστήματος της κρασοθεραπείας, του “μετρίως” και “λελογισμένως” υπέρ της καταναλώσεως του οίνου».[42] Προτείνοντας αντ’ αυτής την κατανάλωση του σταφυλοχυμού, αντέκρουε τη γνώμη που εξέφραζε ο Δοντάς σε ένα άλλο άρθρο του, στο οποίο συνέκρινε το κρασί με την κινίνη και τον αλκοολισμό με την ελονοσία, υποστήριζε δηλαδή ότι ο οίνος είναι ένα φάρμακο που ανάλογα με τη δόση μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση. Ο Κατσαράς, αντιθέτως, θεωρούσε ότι το να επιδιώκει κάποιος να καταπολεμήσει τον αλκοολισμό με το κρασί ήταν «σαν να θέλωμε να σβήσωμε την πυρκαϊά με τη φωτειά, ή ν’ αποφασίσωμε να ρίξωμε μπαρούτι ή λάδι σ’ αναμμένη φωτειά!» Για να καταλήξει πως «Το Κράτος και οι ιατροί έχουν στοιχειώδες καθήκον και υποχρέωσιν να κτυπήσουν κατακέφαλα τον αλκοολισμό και τη τοξικομανία. Οι αλκοολικοί και οι τοξικομανείς μεταδίδουν το πάθος τους στους υγιείς και πολλαπλασιάζουν τας εστίας του εκφυλισμού και της εγκληματικότητος.».[43]

***

Οι αποκλίνουσες αυτές αντιλήψεις αντικατοπτρίζουν πιθανώς τόσο τις επιδράσεις διαφορετικών ξένων ακαδημαϊκών σχολών, όσο και στις ιδιαίτερες οικονομικές, δημοσιονομικές, πολιτισμικές και ακαδημαϊκές συνθήκες που επικρατούσαν την περίοδο εκείνη στην Ελλάδα, μέσα στις οποίες έγραφαν και ασκούσαν το επάγγελμά τους γιατροί και ψυχίατροι. Ωστόσο, οι δύο αντιλήψεις δεν ήταν απολύτως αντίθετες, αφού βασίζονταν στην κοινή παραδοχή του κινδύνου της κατάχρησης του αλκοόλ και αποτελούσαν διαφορετικές προσεγγίσεις αυτού που θεωρείτο ως πρόβλημα. Εξάλλου, ακόμα και οι υπέρμαχοι της απόλυτης εγκράτειας δεν ήταν ανένδοτοι. Μια από τις κεντρικότερες προσωπικότητες του αντιαλκοολικού μετώπου, ο μαθητής του Magnan, Paul-Maurice Legrain, που μεταφράστηκε και στα Ελληνικά, περιλάμβανε στον «κοινωνικό δεκάλογο από αλκοολική έποψιν» την εξής οδηγία: «Μεταξύ των εζυμωμένων ποτών προτιμάτε τον ζύθον πίνοντες δύο μόνον ποτήρια καθ’ έκαστον γεύμα.»[44] Ο ίδιος ο Βλαβιανός έγραφε το 1910: «Το σύμβολον ημών έστω η απόλυτος εγκράτεια (abstinence totale) και είτα η εν μέτρω χρήσις (modération). Το δεύτερον επιτυγχάνει, το πρώτο θριαμβεύει.»[45]

Οι παραπάνω παράγοντες –οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο, περιορισμένη έκταση και ένταση του αντιαλκοολικού λόγου, σε συνδυασμό ενδεχομένως με τον ούτως ή άλλως περιορισμένο ρόλο του ιατρικού και ψυχιατρικού σώματος στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών κατά την υπό μελέτη περίοδο– είχαν ως συνέπεια να μη διαμορφωθεί στην Ελλάδα ένα ισχυρό αντιαλκοολικό κίνημα, όπως για παράδειγμα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Έτσι, ενώ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού η εκστρατεία υπέρ της εγκράτειας κινητοποίησε ομάδες πίεσης, εξέφρασε ηθικά, ιδεολογικά και θρησκευτικά ρεύματα, έδωσε εμμέσως δημόσιο βήμα στις γυναίκες και εν τέλει κορυφώθηκε με την επιβολή της λεγόμενης Ποτοαπαγόρευσης (1919-1933),[46] στην ελληνική περίπτωση πρυτάνευσαν άλλες προτεραιότητες και τελικά οι όποιες διαφωνίες μεταξύ εκπροσώπων του ιατρικού και ψυχιατρικού σώματος παρέμειναν στη σφαίρα της θεωρίας.

 


[1]Ευτ. Λιάτα, Τιμές και αγαθά στην Αθήνα (1839-1846). Μια μαρτυρία από το κατάστιχο του εμπόρου Χριστόδουλου Ευθυμίου, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1984, παρατίθεται στο Άν. Ματθαίου, «Το κρασί ως βασικό είδος διατροφής στην Τουρκοκρατία», στο Ιστορία του ελληνικού κρασιού: Β ́ Τριήμερο εργασίας, Σαντορίνη, 7-9 Σεπτεμβρίου 1990, Πολιτιστικό-Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα 1992, σημ. 35, σ. 189. Βλ. και γενικότερα: F. Braudel, Υλικός Πολιτισμός, Οικονομία και Καπιταλισμός (15ος-18ος αιώνας), τ. Α’: «Οι δομές της καθημερινής ζωής: το δυνατό και το αδύνατο», Μορφωτικό Ινστιτούτο Αγροτικής Τράπεζας, Αθήνα 1995, σ. 244-250.

[2]M. Iossifides, «Wine: Life’s Blood and Spiritual Essence in a Greek Orthodox Convent», στο D. Gefou-Madianou (επιμ.), Alcohol, Gender, and Culture, Routledge, Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1992, σ. 80.

[3]Ν. Μπακουνάκης, Το κρασί του Γουσταύου, Αφήγημα οινικών περιπετειών, Καστανιώτης, Αθήνα 1997, σ. 45-48.

[4]Αλ. Χωματιανός, Περί οινοποιίας, Τυπογραφία Α. Κορομηλά, Αθήναι 1841, σ. 3.

[5]N. Bakounakis, Patras et le commerce du raisin sec et du vin au XIXème siècle (1828-1914), Διδακτορική διατριβή, École des Hautes Études en Sciences Sociales, 1995, σ. 176-215.

[6]Χρ. Αγριαντώνη, «Η ελληνική οινοβιομηχανία το 19ο αιώνα: από την αναζήτηση της ποιότητας στο σταφιδίτη», στο Ιστορία του ελληνικού κρασιού, ό.π., σ. 140.

[7]Βιομηχανική και Εμπορική Ακαδημία, Τα εγκαίνια του οινοποιείου, Τυπ. «Νομικής», Αθήναι, 1900, σ. 5.

[8]Αναφορά των αμπελοκτημόνων του νομού Αττικής περί ενδεικνυομένων μέτρων προς προστασίαν της οινοπαραγωγής προς την σεβ. Βουλήν των Ελλήνων, Τυπ. Π. Λεωνή, Αθήναι 1908, σ. 4.

[9]Σ. Γ. Βλαβιανός, Ο αλκοολισμός, διατριβή επί υφηγεσία, Τυπ. «Κράτους», Αθήναι 1907, σ. 33.

[10]Μ. Γιαννήρης, «Η παραφροσύνη εν Ελλάδι», Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις, τόμ. 1, τ. 5, Ιανουάριος 1903, σ. 155. Ωστόσο, την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, σε μια έκθεσή του για την «κρίση των οίνων», ο βουλευτής Εμμανουήλ Ρέπουλης αναφερόταν σε μείωση της κατανάλωσης του οίνου, την οποία απέδιδε στην οικονομική κρίση, τη «μεταβολή των κοινωνικών ηθών», στη μετανάστευση, στη νοθεία των οίνων, αλλά και στην αύξηση της κατανάλωσης ζύθου (Η κρίσις των οίνων: Έκθεσις της επιτροπής της Βουλής (εισηγητής: Εμμανουήλ Ρέπουλης), Τυπ. Αν. Κωνσταντινίδου, Αθήναι 1909, σ. 69-71).

[11]Μ. Μαγκάκης (επιμ.), Πρακτικά του Πανελληνίου Ιατρικού Συνεδρίου, Τυπ. Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήναι 1902, σ. 35.

[12]Β. Πίντος, Φαρμακοποιία, Τυπ. Ανδ. Κορομηλά, Αθήναι 1884, σ. 1285-1286.

[13]M. Herzfeld, The Poetics of Manhood: Contest and Identity in a Cretan Mountain Village, Princeton University Press, Πρίνστον 1988, σ. 123-130· Ευθ. Παπαταξιάρχης, «Ο κόσμος του καφενείου: Ταυτότητα και ανταλλαγή στον ανδρικό συμποσιασμό», στο Ε. Παπαταξιάρχης, Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ταυτότητες και φύλο στη σύγχρονη Ελλάδα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006 (3η έκδοση), σ. 209-250.

[14]Αλ. Παπαδιαμάντης, «Ο Αμερικάνος», Άστυ, 25-26 Δεκεμβρίου 1891, σ. 2.

[15]Υπουργείον Οικονομικών, Στατιστικοί πίνακες περί της φορολογίας των οινοπνευμάτων και του ζύθου κατά τα έτη 1907 άχρι 1910, Εθνικόν Τυπογραφείον, Αθήναι 1912, σ. ε-στ’.

[16]Ν. 3027/1904, άρθρον 2γ, ΦΕΚ 130, τ. Α’, 21/06/1904, σ. 363.

[17]Βλ. ενδεικτικά: P. Gaultier, Les maladies sociales, Hachette, Παρίσι 1913, σ. 61-84.

[18]Κ. Παπαγιάννης (επιμ.), Πρακτικά του Β’ Πανελληνίου Ιατρικού Συνεδρίου, Μ. Σαλίβερος, Αθήναι, 1903, σ. 208-251.

[19]Στ. Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, Τυπ. Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήναι 1900, τ. Β’, σ. 133 και τ. Α’, σ. 197.

[20]Dr. Henri Perrusel, «Η δίψα», Εστία, τ. 27, 7 Ιουλίου 1891, σ. 11.

[21]C. von Brühl-Cramer, Über die Trunksucht und eine rationelle Heilmethode derselben, Nicolai, Βερολόνο, 1819)· F.-W. Kielhorn, «The History of Alcoholism: Brühl-Cramer’s Concepts and Observations», Addiction, τόμ. 91, τ. 2, 1996, σ. 121-128.

[22]Τ. Α, Μιταυτσής, Οι έκφυλοι, Τυπ. Σπ. Κουσουλίνου, Αθήναι 1899, σ. 92.

[23]H. Spode, Die Macht der Trunkenheit: Kultur- und Sozialgeschichte des Alcohols in Deutschland, Leske+Budrich, Οπλάντεν 1993, σ. 127-33.

[24]Μ. Κατσαράς, Παθολογία των νεύρων και ψυχιατρική, τ. Β’, Εκδ. Αλ. Παπαγεωργίου, Αθήναι 1898, σ. 547.

[25]J.-Ch. Sournia, A History of Alcoholism, εισαγωγή Roy Porter, μτφρ. Nick Hindley, Gareth Stanton, Basil Blackwell, Οξφόρδη-Μασσαχουσέτη 1990, σ. 43-50.

[26]H. Schüle, Κλινική πραγματεία περί φρενικών νόσων, μτφρ. Τ. Μιταυτσή, Τυπ. Παλιγγενεσίας, Αθήναι 1894, σ. 460-489.

[27]Ακρόπολις, 10-13 Δεκεμβρίου 1897.

[28]Σ. Βλαβιανός, «Ο αλκοολισμός», Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις, έτος 8ο, τχ. 5-6, 1910, σ. 4.

[29]Πέραν του προαναφερθέντος άρθρου του Μ. Γιαννήρη, «Η παραφροσύνη εν Ελλάδι», σ. 153, βλ. Μηνιαίον δελτίον θανάτων εν 12 πόλεσι της Ελλάδος εχούσαις πληθυσμόν ανώτερον των 10000 κατοίκων, Εθνικόν Τυπογραφείον, Αθήναι 1899-1908.

[30]«Αντιαλκοολική εκστρατεία», Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις, έτος 1ο, τχ. 2, 1902, σ. 29-32.

[31]Σ. Αποστολίδης, «Αλκοολισμός και φρενοπάθεια», Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις, έτος 6ο, τχ. 11-12, 1908, σ. 343.

[32]Σ. Βλαβιανός, «Ο αλκοολισμός και αι ολέθριαι αυτού συνέπειαι», Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις, έτος 6ο, τχ. 4, σ. 128.

[33]Π.χ., Κατσαράς, Παθολογία των νεύρων και ψυχιατρική, σ. 650-656· Α. Αρμόδιος, «Ο αλκοολισμός υπό υγιεινήν και κοινωνιολογικήν έποψιν», Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις, έτος 2ο, τχ. 2, 1903, σ. 40-44· Ισ. Ταστσόγλου, «Ο αλκοολισμός και αι εξ αυτού ψυχοπάθειαι παρ’ ημίν», Ο πρακτικός ιατρός, τ. 9, τχ. 1, 1931, σ. 3-4.

[34]Βλαβιανός, «Αλκοολισμός», σ. 169-176.

[35]Παπαγιάννης, Πρακτικά του Β’ Πανελληνίου Ιατρικού Συνεδρίου, σ. 224-229.

[36]Παπαγιάννης, Πρακτικά του Β’ Πανελληνίου Ιατρικού Συνεδρίου, σ. 246-247.

[37]Μ. Μωυσείδης, «Το οινόπνευμα και τα οινοπνευματώδη ποτά από απόψεως υγιεινής», Υγεία, Φεβρούαριος 1935, σ. 21.

[38]Σ. Γαλανός, Τα αλκοολούχα ποτά: Ιστορία, παρασκευή, σύστασις και ενέργεια αυτών επί του οργανισμού του ανθρώπου, «Εκδοτική», Αθήναι 1926, σ. 80.

[39]Σ. Δοντάς, «Ο οίνος κατά του αλκοολισμού», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, Συνεδρία 14ης Μαρτίου 1935, σ. 129-130.

[40]Sournia, History of Alcoholism, σ. 90-91.

[41]Sp. Dontas, «Le vin en Grèce», Bulletin International du Vin, τ. 76, Σεπτέμβριος 1934, σ. 50-54.

[42]Κ. Κατσαράς, Οίνος και αλκοολισμός, χ.τ. 1936, σ. 22.

[43]Στο ίδιο, σ. 31.

[44]Δος Legrain, Ο αλκοολισμός, Εκδ. Οίκος Γ. Φέξη, Αθήναι χ.χ., σ. 48.

[45]Σ. Βλαβιανός, «Ο ανταλκοολικός αγών εν Ελλάδι», Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1910, σ. 1-2.

[46]H. Berkley Fletcher, Gender and the American Temperance Movement of the Nineteenth Century, Routledge, Λονδίνο-Νέα Υόρκη, 2008, σ. 79-123.

Ο Κωστής Γκοτσίνας είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στην École des Hautes Études en Sciences Sociales στο Παρίσι, όπου υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα την «τοξικομανία» στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2016-2017 δίδαξε το μάθημα «Νεότερη Ελληνική Ιστορία (1880-1930» στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ενώ έχει συνεργαστεί με τα ερευνητικά προγράμματα «Open Jerusalem – Opening Jerusalem Archives: for a connected history of ‘Citadinité’ in the Holy City (1840-1940)» και «Entre global et local – L’histoire civile d’une armée oubliée: l’armée d’Orient, 1915-1919». Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν την ιστορία των ψυχοδραστικών ουσιών, τη διαμόρφωση του κράτους και τη δημόσια υγεία, τις παρεκκλίνουσες συμπεριφορές και τις πολιτικές ελέγχου, και γενικότερα την κοινωνική και πολιτισμική ιστορία. Στο πλαίσιο αυτό διεξάγει με την υποστήριξη του Κέντρου Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες τη μεταδιδακτορική έρευνα «Ένα τελευταίο ποτήρι; Αλκοόλ και αντιαλκοολισμός στην Ελλάδα (1870-1940)». Επίσης, συμμετέχει στην ομαδική έρευνα με τίτλο «Για μια ιστορία της σεξουαλικότητας στον ελληνικό 20ό αιώνα: Πρακτικές, λόγοι και ταυτότητες».

 

 

 

  • Podcast for “Alcohol flows across cultures: Drinking cultures in transnational and comparative perspective”
    International Research Symposium, St Anne’s College, Oxford, 29–30 June 2016http://www.pulse-project.org/node/642

    (Τελευταία Πρόσβαση: 22/03/2018)